`

Απʼ τον καιρό του Ομήρου και πιο κείθε
στην Πάφο κατοικώ. Αλλά για δείτε:
Κανένας πια δεν με τιμά, παρά
διαλέγει από το σόγι του θανάτου
Τάφους των Βασιλέων και Κατακόμβη
μιανής Σολομωνής. Δεν με θαμβώνουν
Φάροι και Κάστρα, Θέατρα και Οικίες
ψηφιδωτών ή τα Γυμνάσια όθε
περνούν καθεχρονίς τα καρναβάλια.

Η φύση, αλί, συνταίριαξε το κάλλος
με τα πτερά του ανέμου και με ειδώλων
παρεφθαρμένους μύθους, που αντιφάσκουν
στων ουρανών τʼ απάρθενα σκοτάδια.

Τα μάτια μου είδαν θάνατο πριν απʼ την ομορφιά μου,
πριν του κορμιού το τίναγμα εξαστράψει.

Δεν ξέρω πόσα κρίματα έχω κάνει,
ποιον Άδωνι έχω χάσει και ποια μοίρα
διέστρεψε τους μυροβόλους Κήπους
σε απλανή τεμάχια οικοπέδων.

Κάτι κακό με βίασε να θεώμαι
τη σχάση από τʼ ατίμασμα· πλην όμως
η όρασή μου οσφραίνεται αστέρος την αφή,
γεύεται τη μαρμαρυγή τόξου πʼ αντιδονεί.

Και δε διστάζει να χαθεί, νʼ αναδυθεί
βαμμένη στο γαρούφαλο η καρδιά μου.

Παίζοντας με τα κύματα γεννήθηκα
στο κοίλο του νερού κι από ψηλά
έλυνα περιστέρια και σκορπούσα
μαλάματα κι αρώματα στα ρείθρα.

Τώρα συ, ξένε, κρίνε απʼ όσα βλέπεις.