`
Απʼ τον καιρό του Ομήρου και πιο κείθε
στην Πάφο κατοικώ. Αλλά για δείτε:
Κανένας πια δεν με τιμά, παρά
διαλέγει από το σόγι του θανάτου
Τάφους των Βασιλέων και Κατακόμβη
μιανής Σολομωνής. Δεν με θαμβώνουν
Φάροι και Κάστρα, Θέατρα και Οικίες
ψηφιδωτών ή τα Γυμνάσια όθε
περνούν καθεχρονίς τα καρναβάλια.
Η φύση, αλί, συνταίριαξε το κάλλος
με τα πτερά του ανέμου και με ειδώλων
παρεφθαρμένους μύθους, που αντιφάσκουν
στων ουρανών τʼ απάρθενα σκοτάδια.
Τα μάτια μου είδαν θάνατο πριν απʼ την ομορφιά μου,
πριν του κορμιού το τίναγμα εξαστράψει.
Δεν ξέρω πόσα κρίματα έχω κάνει,
ποιον Άδωνι έχω χάσει και ποια μοίρα
διέστρεψε τους μυροβόλους Κήπους
σε απλανή τεμάχια οικοπέδων.
Κάτι κακό με βίασε να θεώμαι
τη σχάση από τʼ ατίμασμα· πλην όμως
η όρασή μου οσφραίνεται αστέρος την αφή,
γεύεται τη μαρμαρυγή τόξου πʼ αντιδονεί.
Και δε διστάζει να χαθεί, νʼ αναδυθεί
βαμμένη στο γαρούφαλο η καρδιά μου.
Παίζοντας με τα κύματα γεννήθηκα
στο κοίλο του νερού κι από ψηλά
έλυνα περιστέρια και σκορπούσα
μαλάματα κι αρώματα στα ρείθρα.
Τώρα συ, ξένε, κρίνε απʼ όσα βλέπεις.











-Το ποίημα είναι κακό, κάκιστο και εύγε στον ποιητή που τόλμησε και το δημοσιοποίησε.
-Ίσως εάν είχε υπόψη του τα τεχνοπαίγνια του Σιμίου (Πτέρυγες, Πέλεκυς, Ωιόν) και λίγο από Θεόκριτο και Μόσχο και Βίωνα να το απέδιδε διαφορετικά και μακριά από το δειν του Αλεξανδρινού, που λυπάμαι πολύ, αλλά δεν το έχει όσο κι αν (δεκαετίες) προσπαθεί.
-Το σχόλιο κινείται στο πλαίσιο μίας υπερπραγματικής και φιλικότατης, ας πούμε… (χμ), εταιρείας, της οποίας είμαι κατά τρόπον, τόπον, χρόνον ο υ(ι)δρ(η)ευτής.
-Τιμή αποδίδω ως ξένος ειμί, στον τόπο του γέρου μου:
Μωσαϊκό σε ρωμαϊκή έπαυλη
(3ος μ.Χ. αιώνας)
Έφευγε η τίγρη ατάραχη με το κεφάλι
του αλόγου, που το έφτασε με δυο πήδους,
κι έγερνε τ’ άλογο βιαστικό να πεθάνει.
Αν θέλετε, ανοίχτε γι’ αυτήν τα σπίτια σας,
όσοι έχετε • όσοι δεν έχετε, ανοίχτε
τις καρδιές σας, χωρίς φόβο κανένα.
Κυριάκος Χαραλαμπίδης
-… και η άγνοια του νερού -φευ- εξακολουθεί (;), μπας και γνωρίζει την «Αίρεση της Τίγρης»;
Καλή σχολική χρονιά
!*!
Σαν ποιητής, ο κ.ΚάπαΡώ,
τιθασεύει την αποστασιοποίηση, την κριτική και το νερό!
Και εύγε. Μα να παίξει μπάλα πάλι επιχειρεί-ματαίως!- σε γήπεδο ξηρό!
χαραλαμπιδικό!
Κι ας γνωρίζει τούτο από τον Λουί Αραγκόν
με τον οίστρον τον κυπριακόν:
“Είμαι ο γέροντας της Πάτμου”
Την επαύριο των διωγμών
ο πού κουρνιάζει στο βάθος σπηλιάς
έχοντας ο ουρανός μια σχισμή
σαν γυναικείο αιδοίο
και η μέρα του ξεπροβάλει
από τούτη την χοάνη
ο αγέρας από δώ
φυσάει το πάθος του.
@ Ιχνηλάτης & Λουί Αραγκόν
Η σχισμή στον ή στη θόλο του σπηλαίου της Αποκαλύψεως “συνωμοτεί”… τον Θεό, τον απόστολο Ιωάννη και τον γραφέα Πρόχορο.