ΚΩΙΑ
Νησί των Μακάρων
Κως Καλοκαίρι, Καρδιά Ιουλίου
Ξημερώνει· ανατολικά τα νερά της θάλασσας
Ανταυγάζουν έντονα το φως του ήλιου
Η Λεωφόρος των Φοινίκων φωτίζεται
Σε σημείο που να πονούν τα μάτια χωρίς γυαλιά ηλίου
Οι τελευταίοι ξενύχτηδες των μπαρ
Αποσύρονται ράθυμα με κυρτωμένη ράχη
Οι κόρφοι γυναικών σταμάτησαν να σπαρταρούν
Τα φωτιστικά από μαντέμι του δήμου σβήνουν
Το λιμάνι με την κρεμαστή γέφυρα και τον
Αρχαίο πλάτανο, λαμποκοπά
Ψαροκάικα πηγαινοέρχονται και φορτηγά πλοία
Ξεφορτώνουν υλικά οικοδομής μέσα στη σκόνη
Σκάφη αναψυχής ζεσταίνουν τις μηχανές τους
Να υποδεχτούν – ο τόπος ντουμάνιασε – τους
Τουρίστες που περιμένουν στη σειρά να επιβιβαστούν
Και τα γύρω νησιά να περιηγηθούν: Νίσυρο-Κάλυμνο-Λέρο
Πάτμο και στην Αλικαρνασσό το Bοdrum
Οι σερβιτόροι με τους βοηθούς τους στρώνουν
Τα τραπέζια και συνομιλούν με δυνατή φωνή
Στον αέρα μυρωδία φρέσκια μπουγάτσας
Με κανέλα και ζάχαρη άχνη, ένα εσπρέσο στα όρθια
Στο καφέ κάτω από το δημαρχείο, το πρακτορείο
Εφημερίδων άνοιξε τις πόρτες του και το καπνοπωλείο
Με τα λαχεία σήκωσε τα ρολά, η μέρα φώτισε για τα
Καλά και οι πρώτοι μουσαφίρηδες φάνηκαν στους
Ποδηλατοδρόμους, φέρνοντας μαζί τους
Τα Ερωτικά στο βλέμμα τους, αυτά που τρέφονται
Με γάλα αλόγων, βλέμματα που σαγηνεύουν
Σαν τα κυδώνια τόξα, αυτά τα ήδοντα που σου
Ξυπνούν επιθυμίες και προκαλούν ζάλη
Έρχονται ακάλεστα τη λεία τους εύκολα νʼ αρπάξουν
Α! Τι Έλεγα; φέρνοντας μαζί τους έναν άλλο χρόνο
Που παίρνει τη γέψη του πρωινού και αλλού την πηγαίνει
Και θα ʼσαι τυχερός ξένε, αν όλα όσα είδες τα θυμάσαι
Άκουσες τα νερά να τρέχουν στις πλατείες
Έφαγες γλυκά καρπούζια του κάμπου
Και πεπόνια, απίδια και σύκα, περπάτησες ανάμεσα
Στους πύργους με τις κανονιοθυρίδες του μεσαιωνικού κάστρου
Του οποίου τα τείχη φτάνουν τον ουρανό
Και τα θεμέλιά του τα ψάρια
Με τα σαράντα πελώρια σκυλιά για νυχτοφύλακες
Και εντοιχισμένα ιπποτικά οικόσημα, σκαλισμένα στην πέτρα
Καθάρισες ξυπόλητος πορτοκάλια πάνω σε χαλίκια
Ήπιες δροσερό Mojito στο Μύλο, στην παραλία της Λάμπης
Με μουσική, ώσπου να ξυπνήσουν τα κοκόρια
Ζαλισμένη και η λεκάνη της θάλασσας από το φως
Να λαμπυρίζει όπως η ξανθιά μπίρα ή ο καθρέφτης των γυναικών
Που χάνεται στο ημίφως του κεριού, που τρεμοπαίζει πάνω στο τραπέζι
Με τα ποτά, τις άδειες φιάλες και τʼ αποτσίγαρα
Το φως της μνήμης, ακόμα και με στουπί
Αν το πιάσεις, εκείνο, θα σε κάψει
`
*
ΝΤΟΜΑΤΟΠΟΛΕΜΟΣ
ΚΩΙΑ
Χρυσές ανταύγειες εφηβείας
στην καρδιά του πολέμου με
ντοματάκι γλυκό κουταλιού ενός
Κυριακάτικου απογεύματος στην Κω
Κως. Ιούλιος. Ντάλα μεσημέρι
Με τι σφοδρότητα συρρέουν έκπυρα νεανικά κορμιά
Γυμνά από τη μέση και πάνω στην πλατεία Ελευθερίας
Φορώντας στεφάνι λεύκας στο κεφάλι με κόκκινη κορδέλα
Δίπλα στο ξύλινο τραπέζι με τα δωρικά λαγήνια
Με λάδι της παλαίστρας έτοιμο προς χρήση
Κάνουν όνειρα για τη νίκη πριν το παιχνίδι
Ανησυχούν, οραματίζονται την περιπέτεια που θά ʼρθει
Είναι άτρωτοι μπροστά στο μοιραίο μʼ ακμαίο φως
Με το μόνιμο ανικανοποίητο ύφος της γενιάς τους
Με διαρκή ανατρεπτική σκέψη και επιθυμία φυγής
Όλα να τʼ ανατρέψουν· αν μπορούσαν
Τα πλήθη, όρθια ζητωκραυγάζουν, επευφημούν θορυβωδώς
Δείχνοντας την ευαρέσκειά τους αν και τόσες ώρες
Στέκονται και ζεματίζονται στον ήλιο
Είναι προχωρημένο απόγευμα και το σώμα της εφηβείας
Καψαλισμένο επιστρέφει από τις παραλίες
Να συνταχθεί με το στράτευμα που ʼναι ήδη παρατεταγμένο
Κανένας δεν την σταματά γιατί η περιπέτειά της
Πάνω στον πλανήτη Γη θα ʼναι πάντα ομηρική
Μυστηριώδης, με δέρμα εξαίρετης ποιότητας
Ιερή, χωρίς να θρέφεται από προμήθειες
Τραπεζών, πετρελαίου και τόσων άλλων
Ένα κοπάδι γλάρων αργοπορημένα πετάει πάνω από
Σκάφη αναψυχής, γεμάτα τουρίστες καθώς επιστρέφουν
Στο λιμάνι από τα γύρω νησιά και χάνονται στο έντονο φως
Όταν ο δήμαρχος επίσημα ντυμένος είναι έτοιμος
Απʼ τον εξώστη του ιταλικού κινηματογράφου νʼ αφήσει από το
Χέρι του μεταξωτό, ανδρικό, κόκκινο μαντίλι με κεντημένους
Ήλιους στη σειρά, στο πλήθος που με κομμένη την ανάσα παρακολουθεί
Μέχρι και τα περιπλανώμενα σκυλιά της πλατείας
Άλλο δεν ακούγονται και οι ώρες κλείδωσαν κι αυτές
Το χρόνο στο ρολόι του πύργου, η αδρεναλίνη
Εκτοξεύεται στα ύψη και με τι ευκολία
Πάνω στο πλήθος που ανακροτεί
Αντανακλά, το είδωλο της μορφή της
Και τα αίματα, είχαν ήδη ανάψει από κάτω
`
*
Η ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ
ΙΙΙ
Με μαρμάρινους κίονες και προτομές
Κατά μήκος του δρόμου σε γραμμή
Η εποχή ετούτη σʼ αποχαιρετά, σαν μυθιστόρημα
Ο τόπος αυτός είναι αλμυρός, βουνίσιος από
Άσπρα χώματα, όλο θαλασσινό νερό
Και κοχύλια, πλατάνια και καρυδιές
Τη ζωή που σου ʼλαχε θα ζήσεις
Όχι όσο σου επιτρέπεται, αλλά όσο θα μπορούσες
Ξύπνησε το πρωί με ένα φως που πονούσε
Και δεν μπορούσε να συγκρατήσει η γενιά μου
Ύστερα ήρθε η βροχή, όλο λάσπη, αέρα και λύπη
Μέσα στο σώμα της με πίεση
Λίγο θέλει ακόμα να σπάσει η χορδή της αντοχής
Η θάλασσα να φουρτουνιάσει
Σήκω και πάλεψε ξανά μέχρι τα μυρμήγκια
Να γίνουνε λιοντάρια, μέχρι η σιωπή
Να γίνει λόγος και νερό
Ξαφνική νεροποντή με ήλιο
Στο δάσος σκίζεται ο αέρας απʼ τις πευκοβελόνες
Πρινάρια ορεσίβια, με παππούδες αιγοβοσκούς χορευταράδες
Κάθε αυγή ένας καινούργιος κόσμος ανασύρεται
Από τη χθεσινή βροχή σαν να βγήκε
Από εργοτάξιο λευκού μαρμάρου και ελαφρόπετρας
Και ρυμουλκείται με καραβόσκοινα
Όταν λύνουν τους κάβους και φεύγουνε για άλλους τόπους
Τʼ αγάλματα ξύπνησαν και αφού πήραν πρωινό
Στήθηκαν στη σειρά να φωτογραφηθούν απʼ τους τουρίστες
Ξόδεψε τη ζωή της στις μυλόπετρες
Όπως το σιτάρι τρίβεται και γίνεται αλεύρι
Σε αυλές με φύλλα καϊσιάς
Και με το νου της χάραζε γραμμές φωτός
Στη θάλασσα πέρα το σούρουπο και στη
Μνήμη της να καίγονται οι πόθοι, οι επιθυμίες
Και να λάμπουν όπως ο αστερισμός του Ωρίωνα
Ξόδεψε τη ζωή της πάνω στον πάγο των πραγμάτων
Πατημασιές που άφησαν τα θηρία πάνω στον χιόνι
Είναι φορές που οι μέρες όλο πάγο, βρώμα και σκόνη
Σαν παγοθραυστικό ανεβαίνουν το μέλλον
Σαν θάλαμος διάσωσης από έγκατα ορυχείου
Ανεβαίνουν με την επιθυμία να ξαναδούν, το φως του ήλιου
`
* Από το βιβλίο, “Πάγος – ιστορίες Ανατολικών Νήσων ”, Οδός Πανός, 2011










