ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ ΣΕ ΑΡΧΑΙΟ ΤΑΦΟ
(του Αντώνη Μποσκοΐτη)

Τρίζει τα φτερά του το κυκλάμινο
μικρό με την μαβιά πνοή του
αντιμιλά στην βροχή περήφανο
από βαθιά ρίζα αυτοφυή
φυτρώνει στου αρχαίου μαρμάρου την ρωγμή
λες και από τα έγκατα της γης
η Περσεφόνη
με καρδιοχτύπι το δονεί
όπως κάθε ανθάκι που τολμά
με την χθόνια ισχύ του
γλώσσα να βγάλει αυθάδη
να ραγίζει
την σκληρή θνητή άσφαλτο
το αμείλικτο τσιμέντο
τις πλάκες τις βαριές
και όλα τα εφήμερα
με χρώμα ευωδιά και χνούδι
από τον Άδη
ασύλητα.

`

*

Το γάλα

τον πλησιάζει αθόρυβα
ξοδεμένη μέσα στά τούλια
μυρίζοντας λιβάνι αη ανάσα της
φυσάει στό προσωπό του
λέξεις μακρόσυρτες κυματιστές
μέσα από βάθος θάλασσας μαύρης
τά σταυρωμένα χέρια της
λευκά κεριά αλύγιστα
στίλβουν της αγάπης
το ακαυτο μυστήριο.
Τά νύχια της
ξεβαμμένα τώρα
στάζουν αθόρυβα
το αίμα
που σκαλιζει την ψυχή του.
Ποτισμένο γάλα
τό ονειρο έρχεται
και πιέζει τήν θηλή με το ζόρι
στα χείλη του
πίσω εμπρός
εμπρός πίσω
καθως γέρνει
απτό ξυλοκρεβατό της
στήν κουνια του
με τις βρεμένες αιωνιότητα φασκιές.
Ειναι βραδιές
που την ακούει
” κοιμήσου του λεει
καταζητούμενος εισαι
από έρωτα
καί αδικο βόλι”