`

Από τη συλλογή «Τροπή»

`

Στίχοι

Σ όλα τα λιμάνια ράγισα. Πως κάθονταν όλοι και
περίμεναν
μια ρουφηξιά φως
μια ζαριά πόνο στα γρήγορα.

*

Γενέθλια πόλη

Στο σκοτάδι
κρέμεται σαν ύφανση
ο χρόνος.
Στο κατώι
αρμαθιές αποξηραμένου χειμώνα.

Αθίγγανοι πλέκουνε καλάθια
Ακούγεται ο ήχος
απʼ τα νύχια της γάτας
στο φως, στο λυχνάρι που έγδαρε.

Δεν κοιμήθηκα απόψε
κι ένιωσα μέσα μου ευτυχής.
Η μέρα ακούμπησε στα γόνατά
το χάραμα
κι ώσπου να το ζεστάνω
τρίξιμο πόρτας
πέλαγο βαθύ
τα μάτια σου φωτιά μεγάλη
και το ρολόι
το ντουλάπι
η ασπίδα
το παιδί
στην κούνια
όλα γίναν ήχος
και κόπηκε η τράπουλα στα δυο
στα τρία
και φανέρωσε
ρήγα, βαλέ και ντάμα
όλα στο κόκκινο

και φτάσαμε χωρίς να το καταλάβω στη γενέθλια πόλη
ακατοίκητη και πληγωμένη
έρημη
σαν ξεχασμένο αντικλείδι.

πού νάβρω της ψυχής μου τη γαλήνη…

*

Τζουκ μποξ

Βροχή
και κοίταζε
πώς τρέχει το νερό
ανάποδα στις τσέπες του.
Ο τελευταίος κλόουν.
Με το καπέλο στα γόνατα.
Ζητώντας ένα κέρμα
Nα ρίξει στο τζουκ μποξ
Για ένα τραγούδι.
Κ22 ή Α11.

*

Κενό

Πλήκτρα – ηδονές στο δωμάτιο
Το λευκό ξεκουρδίζεται
Αγγίζεις απαλά το κορμί του
κι ένα
ΛΑ τονισμένο
την ψυχή σου αφουγκράζεται.

`

***********************************

Από τη συλλογή « Εν ώρα λήθης»

`

Ισορροπία

Σαράντα πέντε μάστοροι
και δεν βρέθηκε η στατικότητα
ακόμα του χαρτιού
να ισορροπήσει
τα νοήματα
και κείνα σκόρπιες πέτρες
σε γκρεμισμένο γεφύρι.
-Πρέπει κάποιος να θυσιαστεί-ακούγεται-
Και νάναι γυναίκα.
-Άφησέ το να λιαστεί λίγο ακόμα,
λέει κάποιος απʼ τους μαθητάδες.
Οι πέτρες όταν καίνε ανέγγιχτες γίνονται.
Νάρθει το σούρουπο. Να πέσουν οι εντάσεις.
Το νόημα θέλει άπνοια.
Κενό αέρα.
Σύσταση στο φως.
Μόνο. Εσύ.
Γυναίκα του πρωτομάστορα. Ανοίγεις. Μπαίνει φως.
Από το φως. Φυλάξου. Έρχονται οι μαθητάδες. Τους ανεβάζεις στο βουνό. Τους ρίχνεις απʼ το βράχο. Δεκαπέντε μάγεψες.
Οι άλλοι απομείναν. Σαράντα πέντε μάστοροι.
Το ίδιο μαθητάδες. Στοίχειωσε τώρα το γεφύρι.
Ισορροπία στο χαρτί.
Το ποίημα εσώθη.

*

Ανάμνησης γραφή

Σε είδα να πουλάς τα μπακιρένια κανάτια,
τις καδένες,
τα χειροποίητα μενταγιόν,
εκείνα που θαύμαζες στο λαιμό μου,
αφήνουν, βλέπεις, καθαρά τα ίχνη τους
εκεί που τα προδίδεις.
Σε είδα να ξεθάβεις παλιές φωτογραφίες
εκείνο το γκριζογάλανο που αγάπησες
ασπρόμαυρο να γίνει
δίστομο αγγείο
ηχώ
που σβήνει ευθύς
ρουφώντας
ξεθυμαίνοντας
αέρα να πάρει
ο σφυγμός
να τρέξει
διάφανους παλμούς
σε άνοιγμα κάρτας γιορτινής
με αστεράκια
κυρτά επίπεδα
δαφνόφυλλα και μέντα
κι όλα στο σούρουπο
που φέγγει
που σκιρτά
μια τελευταία ηλιαχτίδα.

Ανάμνηση με χόρτασες
κι εγώ θα σε γιορτάσω
με κίτρινο θαμπό λικέρ
στο βάζο στάχια…

Κρατάς την άκρη της γιορτής,
διαβάζεις τις ρωγμές της.
Εκεί που σε πεθύμησα
Εκεί θα σε βουλιάξω.

*

Θλίψη

Περνάς απʼ το σκοτάδι – λάμα
ακονισμένου μαχαιριού.-
Βραχύνεσαι.
Σε συλλαβή που δάκρυσε.
Μικρότερος του κανενός.

*

Εκχρονίκευση

Σε βρήκα στο χαρτί.
Λιτανεία να κάνεις- να βρέξει νοήματα-
Ήσουν στη σκέψη μου πριν από εμένα.
Σκιά. Δεμένη στην άκρη της σελίδας. Έκανες ευχές. Δόξαζες.
Κόσμος περπατούσε πάνω στις γραμμές. Δόξαζε κι αυτός.
Σαν ισχνά, καμένα στην άκρη, σπίρτα.
Αστροπελέκι οι δοκιμές.
Έκαναν τρύπα στο χαρτί.
Δεν εξαπατήθηκαν οι παραστάσεις.
Ένα α άτολμο παραχώρησε τη θέση του σε ένα σίγμα τελικό.
Τοπίο άνυδρο.
Μην το βιάζεις.

`

**********************************************************

Βιογραφικό

Η Χρύσα Βλάχου γεννήθηκε στη Λακωνία και ζει στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στη σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών Α.Π.Θ. και στη συνέχεια στο τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: «Τροπή», [βραβείο πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας- ποιητή «Μαρία Πολυδούρη» του Δήμου Καλαμάτας] Θεσσαλονίκη 2012, εκδόσεις Θερμαϊκός και «Εν ώρα λήθης», Θεσσαλονίκη 2013, εκδόσεις Θερμαϊκός.