Μεταμεσονύχτια Ι

Ένα αστέρι της αυγής

(Για τον Πάνο Λ.)

Σού πήρα ένα αστέρι
απʼ το μέτωπο
κιʼ ήταν βαρύ
το προσκέφαλο της νύχτας
στην αναπάντεχη γαλήνη
πελαγίσιου Οκτώβρη.

Σε κοίταξα στα μάτια
και σού είπα το σʼ αγαπώ
συλλαβιστά-ψιθυριστά
ήταν μια σειρά σταυροί
στα κρηπιδώματα
καταιγίδας του θέρους.

Με κοίταξες ίσια στα μάτια
και ταξίδεψα
εκεί πού οι μέρες
τρυπούν την σκέψη
σαν πευκοβελόνες
κιʼ οι ώρες γίνονται
ένα ανοιχτό πορτόφυλλο
να μαζεύει φεγγαροδροσιά
για τα αμίλητα πρωϊνά μας
κιʼ ένα φρύδι σύννεφο
πάνω απʼ τη γαλήνη
των περιστερώνων
τα άπνοα μεσημέρια.

Σε κοίταξα ίσια
και τα μάτια σου
ήταν δυό χελιδονοφωλιές
τυλιγμένες στην αχλύ
πρώϊμης άνοιξης,
σʼ έπιασα απʼ το χέρι
και μού ζητούσες
το ολίγιστο μιας μολυβιάς
στο μέτωπο του ήλιου˙
μπροστά μας ένας κεδρώνας
με πολλά μικρά ζιγκ-ζαγκ
ασφόδελων
να σε κυνηγώ
και να φαίνεται
το κοίλο πρόσωπο
της αντίστιξης
του πεπρωμένου,
μια ριπή
ανυπόδητης ευθυμίας
μέσα στις ξερολιθιές
των ανέμων.
Ήταν το αντίτιμο
του μεγάλου μας μυστικού
ο κεραυνός
πού άνοιξε μια τρύπα
στο ψυχρό μέτωπο
του Σείριου
και μείναμε άφωνοι
γυμνοί της διάστασης
των χθονίων
γραπωμένοι
σʼ ένα πολλοστημόριο
κοινής ύπαρξης
μέσα στον κατακλυσμό
των έκτακτων δελτίων,
μια ανάσα
ίσαμε το μάτι
για την γλαυκή διαφάνεια
της άλλης πόρτας του γαλαξία.

– Θα φύγουμε μαζί
μού είπες
για μακριά, πολύ μακριά
εκεί πού ο χρόνος
θα μεγαλώνει τις μέρες μας
όσο θέλουμε
μέσα στην καμπύλη του
κιʼ όταν γυρίσουμε
θα ζήσουμε μαζί
σʼ ένα κιβούρι
όλβιων, ειρηνικών ταξιδιών
στον ακήρατο χρόνο
και θα είναι η αγάπη μας
ίσια μοιρασμένη
για μας τους τρείς
σαν τρείς σταγόνες αίμα
στο σάβανο
της κατατρεγμένης μας
αθωότητας.

Μεταμεσονύχτια ΙΙ

Δυό χείλη φεγγαροδροσιάς

(Για τον Χάρη Λ.)

Κάνε μου νεύμα
να κατεβάσω το σύννεφο
στα δικά μας μέτρα
κιʼ η αγκαλιά μας
ένα χεροδεμάτι
πού περικλείνει το άπειρο
για να πυκνώνουν οι στιγμές μας.

Κάνε μου νεύμα
να κοιτάξω στα μάτια σου
την αθωότητα του ονείρου
πριν την σκέψη
και το δάχτυλο της αυγής
πού απιθώνεται στα χείλη σου.

Κάνε μου νεύμα
να κλείσω τον χρόνο
στην δική μας χασμωδία
τόσο παράταιρη
σαν τις αντηρίδες
καταραμένου δειλινού
εξόριστης πόλης.

Κάνε μου νεύμα
να διαβάσω την σκέψη σου
στο ιξώδες
μετέωρου πλανήτη,
να με εγκολπωθείς
στην επόμενη ροή
του αστρικού πολφού.

Ακούμπησε με
να τινάξεις την χρυσόσκονη
πού κοκάλωσε
στο πέτο μου
ίζημα στα αζήτητα
δημόσιου διαλυτηρίου.

Δώσε μου τους ήχους
του άλλου κόσμου
να σού διηγηθώ
την εκδοχή της Γένεσης
στο περιβόλι των ελλείψεων
εκείθεν των στοχασμών.

Δώσε στον ήχο άνωση
και στον άνεμο φωτιά
στη θάλασσα ανόπτηση
για δυό ψηφίδες έρημο
στα χνώτα
εορταστικής ημέρας.

Λύσε τον χρόνο κύμινο
και τα χνώτα μας
έξαρμα αστροφεγγιάς
να γλιστρούν
όπως οι μέρες μας
στις γλίσχρες απαιτήσεις
ασέληνων οροπεδίων.

Φίλησε με
να εννοήσω
την διχοστασία
στα χείλη μας
εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου
όταν γίναμε ένα σώμα
ανεξίτηλο
στις επετηρίδες των άστρων.

Φίλησε με
να γίνει
το έσχατο προβάδισμα
της μοιραίας μας ενότητας,
το μαγικό χαλί
μιας εκούσιας απομόνωσης
από τις συντροφίες
αδιαβατικών αλληλεπιδράσεων.

Πάτρα, Απρίλης 2014 -από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Η Λήθη.