`
I
Τα σπίτια ανθίζουν
όπως τα λουλούδια
και μαραίνονται
όπως τα λουλούδια.
Νηνεμικές σιωπές
της ψυχής το απόβραδο.
Πόσα ψηλάφισε ο νους
που δεν τόλμησε το σώμα;
Πόσα δάκρυα βροχής
έδωσαν καρπούς μετάνοιας;
Μακρινή η θύμηση, θαρρώ,
μιας άλλης νιότης.
Άστραψε το ανάστημα της
ομοούσια του ονείρου.
Σα φάρος φέγγει
εκείνο το κοχύλι
που αντιστέκεται πεισματικά
ζητώντας τα ωραία.
Είμαστε ελάχιστοι
μπρος τα μέγιστα
που μας στοιχειώνουν,
με την ψυχή ορμώμενη στα χείλη.
Ζούμε και ξαναζούμε μύρια
χρωματίζοντας ανέμους.
Μα σα πιστέψουμε στο φως
που ανυψώνει τις καρδιές
τότε τα βήματα θα εναρμονιστούν
με τους χτύπους της καρδιάς,
στο δρόμο
για το πιο υπέροχο ξέφωτο.
Πίστεψε τα βήματα
και αυτά διάπλατα
θα σου ανοίξουν τον δρόμο
για το αρχέγονο μονοπάτι.
`
*****
II
Το εύρος των λέξεων
είναι πάντα δυσανάλογο
από το εύρος των πράξεων
Και αυτά τα μάτια…
μια βροχή περιμένουν για να κρυφτούν
άλλοτε σε άδεια απογεύματα
άλλοτε σε γεμάτα τασάκια
περιμένοντας κείνη την άνοιξη των περαστικών.
Με το αστέρι στην μιλιά
και με πνοές ολάκερης άνοιξης
Τα σώματα σβήνουν
μες την κενότητα των ωρών.
Και η ζωή, εκείνο το φύλλο
που αφήνεται στο μέγα κατήφορο
κείνου του πρώτου αρχιπελάγους.
Σαστισμένη ματιά,
πρόωρη και εφήμερη
αναζητώντας χρώμα δανεικό.
Κρυφή ασέλγεια·
πριν αίφνης στραφεί στα πορφυρά
κείνων των λιωμένων αποχρώσεων.
Κάποτε λες θα ʼρθουν
πλούσιες ολότητες, απλώνοντας γύρω
απαλά προσοδοφόρα φύλλα
αδήλωτων κληρονομιών.
Γονατιστών!
Μπρος της ψυχής το Θέρος.
Γιʼ αυτό νέε μου,
μην ταράζεις σύγκορμη την λέξη.
Ας τη να βγει
και μακριά σʼ ένα άλλο σώμα
νʼ αθροίσει.
`
****
III
Μια σταγόνα άγγιξα και ωκεανούς άνοιξα.
Είναι μεγάλος ο κόσμος μα αρκούσε
ένα σου βλέμμα για να γείρει σαν τον ήλιο
και να φιλήσει τη θάλασσα.
«Δεν αιχμαλωτίζεται ο κόσμος», μου έλεγες.
Κι όμως, όταν σε κρατούσα
ένιωθα την ανάσα του
εκείνο το πρώτο φθινοπωρινό
υγρό του δάκρυ.
Μα κι ένα τραγούδι
θαρρείς ολάκερη η άνοιξη να μπαίνει.
«Ακούς;», μου έλεγες
Πριν χωθείς στης πανσελήνου τα σεντόνια.
Αγάπη λες, μέσα στα κρίνα και τις μυγδαλιές
που έσκυψες να κλέψεις τις οσμές
και να γεμίσεις την κάθε μας μέρα
σα να ʼταν αυτή η πρώτη.
Ξανά μέχρι το δείλι και πάλι ξανά…
`
***********************
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκε στη Λευκάδα όπου και ζει. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων καθώς και Δημοσιογραφία. Έχει εκδόσει μια ποιητική ανθολογία με τίτλο “Γυάλινες Εικόνες” (εκδ. Κονιδάρη, 2010).











είναι ωραία ποιήματα, με προικισμένες επιθυμίες, σαν την αγάπη και τη βαθιά νοσταλγία του ωκεανού, προς τη γαλήνη του ποιητή.