`

ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ ΦΥΣΗΤΟ ΓΥΑΛΙ

Μικρά κι αέρινα πετούμενα
πάνω απʼ το φόβο των ψυχών
σαν άγγελοι της αναγέννησης κι ωσάν
τοπία φανταστικών ερωτικών σκηνών
με διπλοσέντονα λευκά και δαντελένια
προσκέφαλα ως τους ώμους κι ως τον αιώνιο
ποθητό μανδύα ʽʽορατών τε και αοράτων ʼʼ
– εύθραυστο φυσητό γυαλί, ευγενικό στολίδι
στους κλάδους αιωρούμενο του δέντρου
της μηλιάς, της γνώσης, των μεγάλων κοπετών
των δώδεκα δακρύων, όταν σφαλίζουν νοερά
οι πύλες της μοιραίας πρωτευούσης
κι αρχινούν οι κρότοι της αντίστασης
κάτω από επίπεδες στέγες πλήρεις κεραιών,
όταν ο δήμιος των ποιητών, δεν είναι
πρόσωπο υπαρκτό με θηλιά ή λαιμητόμο
αλλά μια τρύπα χάσκουσα στο κέντρο της ζωής
κοντά μας, δίπλα μας, απέναντι
στα θεωρεία της θλίψης, σε κάθε τζαμωτό
θηριο-οικοδόμημα, μʼ επιταγμένους αριθμούς
γραφείων ή σε φαρέτρες-φέρετρα της γλώσσας
δίχως βέλη, με μόνη άρχουσα δυσοίωνη αιχμή
το αρχαίον «ουδέν» ή «το μη χείρον
βέλτιστον» ανούσιων μονολόγων.

`

*

Η ΘΥΜΙΚΗ ΕΠΩΔΟΣ

Ωδή στο παράλογο

Περνάς απέναντι στο πεζοδρόμιο.
Το βραβείο του Κρόνου στο μέτωπο
χαραγμένη εικών του Ασώτου.

Η θυμική επωδός προκαλεί το φως
ως ακτίνα καλογυαλισμένου ποδηλάτου.
Καθαρός κι αψεγάδιαστος ο ουρανός
υποκύπτει σχεδόν από τα χαράματα
στην κυανή αποστολή του.

Αργότερα, γύρω στο μεσημέρι
δώδεκα φορτηγά κατακρημνίζονται
το ʼνα μετά το άλλο σαν μαγνητισμένα
στη μοιραία στροφή της Αναβύσσου
δίχως κρότους κι εκρήξεις.

Εγώ, βαδίζω ( με τι θάρρος άραγε ) αμέριμνος
κατά μήκος του ίδιου δρόμου, βέβαιος
όλως διόλου για την εμφανή οφθαλμαπάτη
όχι της πτώσης των φορτηγών, αλλά
του συμπτωματικού αριθμού «δώδεκα».

`

*

ΚΑΤΑΚΑΗΜΕΝΗ ΤΡΙΤΗ

Γυναίκα άγριος άνεμος
ουρλιάζει στο κορμί μου και κρυώνω.
Μʼ αφήνει μόνο, δίχως υποδήματα
με μαύρες κάλτσες καταδότριες της αφής
στο βρεγμένο κατάστρωμα. Κι ο καπετάνιος
άφαντος, στον πάτο, στο βυθό της μέρας
και το σκισμένο δίχτυ του απογεύματος
γεμάτο άγχη και ανίες να βολοδέρνει
δέσμιο πίσω από την πρύμνη.

Κι έτσι, καθώς ακίνητος αιωρούμαι, μεταξύ
φθοράς και αφθαρσίας, επεμβαίνει
απρόσκλητος εντός μου ο ποιητής
( βρήκε την ώρα ο καιροσκόπος )
και με προγκάει με στιχοπλοκές του τύπου:
– Πόσο θʼ αντέξουμε ακόμη
δίχως ηλεκτρικό στη σκέψη;
Μονάχα ένα κερί αμυδράς λάμψεως
φωτίζει την έρημη ρήση:
ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΕΛΚΟΜΑΙ
ΕΠΙ ΠΟΔΟΣ ΑΣΘΜΑΙΝΩ.

Σʼ εκείνο το σημείο βουτάω
πέφτω, για την ακρίβεια , στα νερά
τα κατακόκκινα της αφρισμένης θάλασσας
και όπως είναι φυσικό, κραυγάζω, εκλιπαρώ
την επόμενη μέρα να σπεύσει να με σώσει
να πιαστώ στην άκρη της Τετάρτης.

`

*

ΣΑΝ ΑΨΟΓΟ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

Ε, ναι λοιπόν, όλα έχουν κάποτε ένα τέλος:
ο βόρειος άνεμος που παιδεύει τα φύλλα της
μουριάς, η αδηφάγα άποψη των δεινοσαύρων
το πανηγύρι της Ακράτας, οι φανοποιοί, το κόκκινο
της θάλασσας λίγο πριν δύσει ο ήλιος…

Άλλα επανέρχονται παραλλαγμένα, άλλα
όχι. Κι ο πετεινός της γειτονιάς μου
μη νομίζετε πως λαλεί κάθε χάραμα.
Τις προάλλες τον τσάκωσα να κοιμάται
μέχρι αργά το μεσημέρι. Τον πέρασα για
πεθαμένο (ήταν) και είπα στην αρχή:
– Τι κρίμα, να πάει χαμένο τόσο κρέας!
Μετά, μʼ έπιασαν τα ποιητικά. Θυμήθηκα
την απαράμιλλη κορμοστασιά του κι άρχισα
νʼ απαγγέλλω δυνατά στʼ αυτιά του, Πινδάριους
στίχους. Τον ξεγέλασα όπως φαίνεται, γιατί
στυλώθηκε και πάλι στα γερά του πόδια
φούσκωσε με έπαρση το στήθος, σήκωσε
το λειρί ψηλά (μαζί με το κεφάλι… εννοείται!)•
μόνο το κικιρίκου δεν κατάφερε καλά,
εντούτοις, ένιωσα απρόσμενα περήφανος, καθώς
του ʼδωσα κάτι απʼ την παλιά του αίγλη
τουλάχιστον στην εκφορά του λόγου
να τον έχω στολισμένο επιμελώς
σαν άψογο απαρέμφατο.

`

*

ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΕΡΑ ΟΧΘΗ

Συνάδω με τη δυνατή βοή, καθώς
πασχίζει ο χείμαρρος να ονομαστεί ποτάμι
σαλπίζοντας το ον εκ των ενόντων
και το ευ των ευπειθών
θύματα κάποτε του εμφύλιου σκότους
χαραμάδες του ξύλου στην ακίνητη πόλη
εν μέσω των ληστών
εν μέσω των πολύφημων αστών
των « αθανάτων » -φευ- που ετάφησαν
των « γενναίων » που ενέδωσαν
των ένθερμων ονειροπτεριστών που εν τέλει
πεζοί περπατούν στις καυτές λεωφόρους
των φαναριών και των εξατμίσεων.

Περνάω γοργά στην αντίπερα όχθη
των ζωντανών αγαλμάτων, των ψυχρών
ηφαιστείων, των κραυγών που σιωπούν
κι όλα τʼ άλλα παρακάμπτοντας ρήματα,
Υπομένω, των φαντασμένων τα βέλη
τους δισταγμούς των δειλών
τα ποικίλα πομπώδη περάσματα
από το χρέος στο πολύχρωμο χάος
από την πείνα στο πολύ της απληστίας
από την τέφρα στα αόρατα τείχη…
και τις κάρες των καταραμένων κρατώ
ποιητών, στις μεγάλες πήλινες στάμνες
τις ανέγγιχτες, γεμάτες κρασιά
κατακόκκινα, γεμάτες στίχους κρυφούς
κι ανεκπλήρωτα τάματα.

(Από τη συλλογή ΑΝΤΙΠΕΡΑ εκδ. Τυπωθήτω 2005,
Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 2006 )

`

*

ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Στην άπιστη νεαρή
του Β΄ Καταστρώματος

Το θαύμα δεν είναι πλέον
να περπατήσεις επί των υδάτων. Τούτο
άπαξ και δια παντός συνετελέσθη, ως ελέχθη.

Το θαύμα είναι να παγώσει
ολάκερη η θάλασσα κατακαλόκαιρο
γιατί εκείνη δεν σε πρόσεξε στο πλοίο…

τζάμι να γίνει, αιχμηρό γυαλί, λάμα
που αστράφτει ηδονικά στις φλέβες και στο αίμα
να κοκκινίσει πρόωρα ο ήλιος πριν τη δύση του

γιατί εκείνη δεν σου χάρισε ένα βλέμμα
γιατί δε φύσηξε στην κόμη της ο άνεμος
ούριος του έρωτα, αρμενιστής…

`

*

ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ΘΑΛΑΣΣΑ

Θάλασσα θηλυκή και θάλλουσα

θάλασσα που συμφιλιώνει στο κορμί της χίλια πέλαγα
θάλασσα ελεητική στα ρηχά των αισθημάτων

θάλασσα φιλική στη Σαμοθράκη πριν τη θύελλα
θάλασσα στο Πλατύ της Λήμνου, ανεμόεσσα

θάλασσα του Σολωμού με τον Πόρφυρα
θάλασσα του Θέμελη με τα μοναχικά και λυπημένα πλοία
θάλασσα μνήμη, του Σινόπουλου

θάλασσα θάλαττα(δις) των εναπομεινάντων εκ των μυρίων
στην τελική κατάβαση για την Ελλάδα ρε γαμώτο

θάλασσα με την Ελένη γυμνή στο έβδομο ποίημα, ξαπλωμένη
ανέμελα στη νιόκοπη φράση χύμα στο κύμα

θάλασσα πληθωρική, με κοράλλια, όστρακα, φύκια, με μύθους
ιδανικοχαμένες Ατλαντίδες, αέναους ήχους…

θάλασσα του Άθω, σιωπηλή, όρθρου βαθέως

εκ βαθέων θάλασσα.

(Από τη συλλογή ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ΘΑΛΑΣΣΑ εκδ.PHOTOGRAPHS STUDIO, 2010)

`

*

Η ΚΟΥΡΤΙΝΑ

Κι εκεί που όλα φαντάζουν μαγικά
από το απέναντι παράθυρο του λεωφορείου:
« η πρωινή δροσιά, τα δέντρα τα μοναχικά
οι λαξευτές βουνοκορφές του μυθικού Παγγαίου
η ευστροφία του ήλιου του ανυπόταχτου…»
τραβάει, αίφνης, η κυρία – κατά τʼ άλλα – την κουρτίνα
και χάνονται όλα μονομιάς στο κίτρινο πανί της.

– Τι αγένεια κι αυτή να σου στερούν
την πρώτη ύλη της ποιήσεως, δίχως
μια – τόση δα- συγνώμη, μιαν απολογία!

Κι αν το ατόπημα βάρυνε μία κοπελίτσα, ίσως
και να ʼδινα λιγάκι τόπο στην οργή, να συγχωρούσα.
Μα τώρα κάθομαι άπραγος, δίχως το θείο
αγνάντεμα, χωρίς αισθήματα, με μόνη
εκδικητική ευχαρίστηση τον λαμπερό ιδρώτα
που ενοχλεί αφάνταστα κι εξευτελίζει
το, ούτως ή άλλως, άθλιο της …κυρίας μακιγιάζ!

`

*

ΑΣΠΡΟΒΑΛΤΑ ΓΚΡΙΖΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ

Όσο πυκνά και να χιονίζει
πάνω στη θάλασσα, εκείνη
μουντή απʼ έξω κι ως βαθαίνει σκοτεινή
ποτέ της δεν ασπρίζει.

Κι ουτʼ ένα δέντρο μεσοπέλαγα
σαν τίτλος – έστω – ποιήματος, ωσάν παρατυπία
έτσι που την πεζή ζωή μου να ξεγέλαγα
με μιαν ακόμη εξαίσια ουτοπία.

`

*

Μʼ ΑΛΛΟΝ ΤΡΟΠΟ
Στην κόμη του Κόμη…

Οι μέρες παραδίδονται στο γκρίζο
αγριεύει το ελάφι το ήμερο
η θάλασσα αφηνιάζει και ξεβράζει
το ματωμένο του Αίαντα σπαθί στη μακρινή
Ανταρκτική, ανατέμνει το τοπίο…

Γερνάμε μάλλον ή μʼ άλλον τρόπο
ανιχνεύουμε τα γεγονότα, επιζητώντας
του τρόμου το άλλοθι για τα ολέθρια
του χρόνου· τις ρίμες που ʼγιναν ρημάδια
στʼ απόκρημνα των άρρητων.

Καλύτερα από την αρχή να σπέρναμε ανέμους
κι ας θερίζαμε θύελλες αργότερα
παρά, δίχως χαρά, χείριστοι όλων να χρωστάμε
χίλιες χάρες σʼ άχαρες χίμαιρες, εκλιπαρώντας
κάποιο χάδι στα ελάχιστα μαλλιά που απομένουν

σε τούτα τα γυαλιστερά σαν καύκαλα χελώνας
αδειανά από ιδέες φαλακρά κεφάλια.

`

*

ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙ(Ο)

Τόσες βαρύνουσες άγκυρες μα πουθενά
δεν στέριωσες. Τόσες κραταιές κορώνες
μα ποτέ κεκυρωμένος, κράτησες όπως λεν
απλώς μια στάση – συνήθως δίχως έπαρση.

Δράμα – Γρανίτης – Νευροκόπι
κι αντίστροφα το δρομολόγιο
πλήρωσες την καθημερινότητα αδρά
– χιλιάδες εισιτήρια κι όνειρα ακυρωμένα.

Λίγο πριν παραδώσεις τα Οχυρά, λίγο πριν
αγγίξεις το όριο, στο Ακρινό ή στο Περιθώρι(ο)
τίθεται εκ νέου, για πολλοστή φορά, η ασύμετρη
ερώτηση: – Άκρατος οίνος ή κρίνων νους;

(Από τη συλλογή ΕΚΣΚΑΦΕΑΣ ΑΟΡΑΤΩΝ, Οι εκδόσεις των φίλων, Δεκ. 2013)

`

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Γιώργος Κασαπίδης γεννήθηκε το 1961 στη Δράμα, όπου και κατοικεί μόνιμα.
Το 1999 κυκλοφόρησε τη συλλογή διηγημάτων ποιητικής φαντασίας με τίτλο Σʼ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ στις εκδόσεις Παρατηρητής, τον Νοέμβριο του 2005 την ποιητική συλλογή ΑΝΤΙΠΕΡΑ στις εκδόσεις Τυπωθήτω (Βραβείο Αθάνα Ακαδημίας Αθηνών 2006), την ποιητική συλλογή ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ΘΑΛΑΣΣΑ από τις εκδόσεις Photo/Graphs Studio 2010 και κατά το έτος Καβάφη μια ενότητα ποιημάτων με τον τίτλο ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 2013 μ.Χ (εκτός εμπορίου). Η πιο πρόσφατη συλλογή του ΕΚΣΚΑΦΕΑΣ ΑΟΡΑΤΩΝ κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2013, από τις Εκδόσεις των Φίλων.
Στο χώρο της φωτογραφίας έχει πραγματοποιήσει οκτώ ατομικές εκθέσεις, καθώς και τις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ από την Camera Obscura, 2003 (εκτός εμπορίου) και ΤΩΝ ΑΣΗΜΑΝΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ από τη Δ.Ε.Κ.ΠΟ.Τ.Α. Δράμας το 2004.