`
Tίποτα δεν είναι ζωντανό, όμως αναπνέει
παρατηρεί τα χιονισμένα βουνά
ψάχνει δέρμα να ξαπλώσει στη ζέστα του
ρουφά χυμούς από φρούτα και σώματα μέλισσας.
Τίποτα δεν αναπνέει, όμως είναι ζωντανό
ανάβει το τζάκι με κλειστή την μπούκα
βάζει ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπο
περιποιείται μια φρυγανιά για πρωινό.
Θα ʼθελα η μνήμη μου να έχει μια άλλη αξία
να μην ασθμαίνει μέσα στο κορμί
κάπου να χαράσσεται με ανεξίτηλη μανία.
Όλη μου η φιλοσοφία μία εύθραυστη ζωή
με μια μεγάλη, απατηλή επιθυμία.
`
****
Βογγούν τα σύνορα απόψε, ο ήλιος θα πεθάνει
κι εγώ που έζησα τη δόξα των φυτών που τον ρουφούσαν
δίνοντας ανάσα στους ανθρώπους
κλαίω με τον καημό του.
Με ύδωρ και με φως ξεκίνησε αυτή η ιστορία
και σήμερα τελειώνει.
Στο μεσοδιάστημα τραγούδησαν πουλιά στους ουρανούς
κι εμείς ακούσαμε ψυχές να φτερουγάνε παραδείσους.
`
****
Από το νερό που περιέχεται στο δάκρυ
φτιάχτηκαν οι θάλασσες˙
πάνω σʼ αυτές ταξίδεψαν δένδρα με πανιά
μα και μεταλλικά θηρία που βυθίστηκαν ως τους πάτους.
Πότε με άνεμο και πότε με πετρέλαιο
κοπιάσαμε να ταξιδέψουμε ματαίως.
Μέσα στον ύπνο σαλεύουν τα όνειρά μας
μέσα στο χώμα μας σαλεύουν τα σκουλήκια.
`
****
Της Ιωάννας
Είσαι η τελευταία μου απόπειρα.
Μετά από σένα η καρδιά μου δε θα ʼχει πια αγγεία
κι έτσι, δίχως κορμί, θα πάλλεται
στέλνοντας αίμα στο κενό.










