`

1. Ο ποιητής των αρουραίων
(τραγούδι αγάπης)

Είμαι ο ποιητής των αρουραίων
που μου λασπώνουν τα χέρια.
Ο υπόνομος μʼ αρέσει
γιατί είναι χαμηλά
όπως η κόλαση.
Τους φωνάζω όλους γύρω μου
με τις ιστορίες τους που δεν φτιάχνουν ιστορία,
γιʼ αυτούς παίζω το πίφερο
δίχως να τους παρασέρνω στον πνιγμό.
«Βιτορίνο!» «Παρών!»
Στα σαράντα τρία του
με την όψη ενός εικοσάχρονου
που υπέστη
όλα τα δεινά αυτού του κόσμου
(ανέμους που λευτέρωσε ο Αίολος)
ξύλινο πρόσωπο σαρακοφαγωμένο από τους δοθιήνες,
που μουρμουρίζει ψιθυριστά
για να μην μπορεί νʼ ακούσει
ούτε και ο ίδιος,
άγια μάτια καθηλωμένα
πάνω σε παλιές εικόνες ψυχιατρείου.
Και μετά ο αδελφός του «Λουίτζι!» «Παρών!»
Εκδηλώθηκε στα τριάντα του
έξυπνος κι ενεργητικός
και τώρα «πηγμένο σπέρμα
που παίρνοντας φωτιά γίνεται κόλαση»,
παλιοί παπάδες παλιοί κομμουνιστές,
η μυρουδιά της μάνας του,
η μόνη γυναίκα που γνώρισε.
Αρουραίοι με ελεύθερη έξοδο
στους δρόμους του Αντρέις.
«Θείε Μάριε!» «Παρών!»
Έχει την ηλικία μου
κι όμως είναι γέρος σαν το Ράουτ,
σέρνεται εμπρός
με τη θλίψη του
παριστάνοντας πως χαμογελά·
«χωρίς πνευμόνια χωρίς καρδιά»
χωρίς παραμύθια για τα παιδιά,
παίζοντας από μικρός
μες στον χτισμένο τούβλο-τούβλο
κόσμο του.
Και μετά ο αδελφός του «Πάολο!» «Παρών!»
που δεν ξεμυτά ποτέ από το σπίτι
για να περιμένει ανετότερα.
Αρουραίοι σε πομπή.
«Γιάκου ντε Προυπιέρε!» «Παρών!»
«Τόνε ντε Τσίνκιου!» «Παρών!»
«Πετρούλα!» «Παρούσα!»
«Γκίντια!» «Παρούσα!»
«Κιέλ ντʼ Ιζόρτζ!» «Παρών!»
«Φιορίνο!» «Παρών!»
«Βίγκι ντε Πετίκ!» «Παρών!»
«Μπερτ λʼ Eσπέρτ!» «Παρών!»
με τα μεγάλα μυστικά του
που έρχονται από την Ισπανία,
νέος γέρος κυρτός,
τα γυαλιά για να κρύβει τις εκφράσεις του,
που υποφέρει από την πείνα
που υποφέρει από το κρύο
που υποφέρει από τη βρώμα
που υποφέρει από κείνο που ʼχει
ανάμεσα στα σκέλια.
Αρουραίοι ιταλικοί
που καταστρέφουν το τοπίο,
μικροί Χριστοί
χωρίς σταυρό
χωρίς Γολγοθά
χωρίς παράδεισο.
«Τίνα ντε λι Ρίμπες!» «Παρούσα!»
Κάτω στο Κολονιάν
τρομάζει όλα τα παιδιά, φωνάζει
τα ποιήματά της, σκουπίζει
ένα σπίτι που δεν υπάρχει
τσαπίζει ένα χωράφι που δεν υπάρχει.
Αρουραίοι φωτογραφημένοι
πολλά χρόνια πριν
που εμπλέκονται
στα πράγματα του σήμερα.
Για κείνους τραγουδώ
την παγωνιά των χεριών,
τον πυρετό του μυαλού,
τη σιγή της φωνής,
την κούραση των ποδιών,
τα πεθαμένα δάκρυα,
τη χειμωνιά των όρχεων.
Αρουραίοι που ξετρύπωσαν
από κάθε εκκλησιά
από κάθε σπίτι
από κάθε ταβέρνα
για να κλέψουν ένα σάπιο μήλο
απʼ τα σκουπίδια.

*

Il poeta delle pantegane
(canto dʼamore)

Sono il poeta delle pantegane
che mi infangano le mani.
La fogna mi piace
perché è in basso
come lʼinferno.
Le chiamo tutte attorno a me
con le loro storie che non fanno storia,
per loro suono il piffero
senza portarle ad affogare.
“Vittorino!” “Presente!”
A quarantatre anni
con il volto di uno di venti
che ha sofferto
tutti i mali di questo mondo
(venti che Eolo ha lasciato liberi)
faccia di legno lavorata dai foruncoli,
che borbotta sottovoce
per non farsi sentire
neppure da se stesso,
occhi sacri fermati
su vecchie immagini di manicomio.
E poi suo fratello “Luigi!” “Presente!”
Scoppiato a trentʼanni,
intelligente e impegnato
e ora “seme rappreso
che prendendo fuoco diventa lʼinferno”,
vecchi preti vecchi comunisti,
il sapore di sua madre
lʼunica donna che ha conosciuto.
Pantegane in libera uscita
per le strade di Andreis.
“Zio Mario!” “Presente!”
Ha la mia età,
eppure è vecchio come Raut,
si trascina avanti
con il suo dolore
facendo bocca sorridente;
“senza polmoni senza cuore”
senza fiabe per i bambini,
nel suo mondo costruito mattone su mattone
giocando da piccolo.
E poi suo fratello “Paolo!” “Presente!”
che non esce mai di casa
per aspettare meglio.
Pantegane in processione.
“Jacu de Prupiere!” “Presente!”
“Tone de Cincju” “Presente!”
“Petrula!” “Presente!”
“Gjidia!” “Presente!”
“Chiel dʼIsorz!” “Presente!”
“Fiorino!” “Presente!”
“Vigji de Petìc!” “Presente!”
“Bert lʼespert!” “Presente!”
con i suoi segreti grandi
che vengono dalla Spagna,
giovane vecchio ripiegato su se stesso,
gli occhiali per nascondere le espressioni,
che patisce la fame
che patisce il freddo
che patisce la sporcizia
che patisce ciò che ha
tra le gambe.
Pantegane italiane
che guastano il paesaggio,
piccoli cristi
senza calvario
senza croce
senza paradiso.
“Tina de li Ribes!” “Presente!”
Spaventa tutti i bambini
giù per il Colognàn, grida
le sue poesie, scopa
una casa che non esiste
zappa un campo che non esiste.
Pantegane fotografate
tanti anni fa
che si intromettono
con le cose di oggi.
Canto di loro
il freddo delle mani,
la febbre nella testa,
il silenzio della voce,
la fatica dei piedi,
le lacrime morte,
lʼ inverno dei coglioni.
Pantegane uscite
da tutte le chiese
da tutte le case
da tutte le osterie
a rubare una mela marcia
allʼimmondizia.

`

**********

2. Αντρέις

Τέσσερα σπίτια σταυρωτά.
Αν δεν ξεφύγεις εγκαίρως
εδώ γερνάς και πεθαίνεις.
Λίγα βοσκοτόπια
δυο τρία βουνά,
αν δεν ξεφύγεις, δεν ξεφεύγεις πια,
γίνεσαι Αντρέις.

*
Andrèes

Quatre cjases in crous
Se no tu fai ad ora a scjampâ
uchì tu devente vecje e tu mour
Un poʼ de prâtz
dos tre montz
se no tu scjampe pì
tu devente Andrèes.

`

**********

3. Καταραμένη εκείνη η μέρα

Καταραμένη εκείνη η μέρα
που άρχισα να γράφω
όχι γιατί
είναι κακό να γράφεις
αλλά γιατί
ήταν καταραμένη εκείνη η μέρα
που ήμουν μόνος
κι έκλαιγα
και γιʼ αυτό
έγραφα.

*
Maledeta chê volta

Maledeta chê volta
chʼài tacât a scrîve
no parceche
al é mal scrîve
ma parceche
era maledeta chê volta
che ère belsoul
e vaîve
e par chist
ʽe scrivêve.

`

**********

4. Δεκατεσσάρων χρόνων

Είχε χιόνι.
Γελούσα φωναχτά.
Θαρρούσα πως ήμουν
σε μιαν άλλη χώρα.
Της έσφιγγα το χέρι.
Ήμουν δεκατεσσάρων χρόνων.
Βάδιζα κόντρα στον άνεμο.
Πρέπει να βγω
είναι ανάγκη να βγω.
Θέλω να παίξω
θέλω να ζήσω εγώ, θέλω να ζήσω.
Στα δεκατέσσερα
είναι μπορετό.
Ειδάλλως ποτέ πια.

*
Catordes ans

Al era la neif.
ʽE rideve alta vous.
ʽE cordeve dʼéisse
i tʼun altre paéis.
Jè strengêve la man.
ʽ veve catordes ans.
ʽE cjaminave cuntravint.
Áì da jescî,
bisugn che jèsce.
Vuoi matiâ
voi vîve jò, vuoi vîve.
A catordes ans
A se pôut.
O mai pì.

`

**********

5. Μπουμ

Εμείς καρφωμένοι
εδώ
γράφοντας ποίηση.
Ξέρω
πως αυτό
δεν είναι ποίηση.
Είναι η ιστορία ενός τρένου.
Ξέρω
πως πάνω σʼ εκείνο το τρένο
υπήρχαν
ένας πλανόβιος
ένας μετανάστης
ένας εργάτης
μια φοιτήτρια
ένας οικογενειάρχης.
Ξέρω
πως ο πλανόβιος
είναι στην ηλικία μου
χωρίς δόντια
χωρίς μαλλιά
και γελάει και κλαίει
και δεν πάει πουθενά
και δεν έχει βαλίτσα καμιά.
Ξέρω
πως ο μετανάστης
είναι πενήντα τριών χρονών
κι έρχεται από τη Γερμανία.
Ξέρω
πως πάει στη Σικελία
και μες στη βαλίτσα
μία κούτα σοκολάτες.
Ξέρω
πως ο εργάτης
δουλεύει στην Άλφα Ρομέο.
Ξέρω
πως είναι σαράντα δύο χρονών
μες στη βαλίτσα
η τελευταία πληρωμή μισθού.
Ξέρω
πως η φοιτήτρια
είναι πολύ όμορφη
και είναι δεκαεπτά χρονών.
Ξέρω
πως πάει να δει τη Ρώμη,
μες στη βαλίτσα
η φωτογραφική μηχανή.
Ξέρω
πως ο οικογενειάρχης
έχει τα γυαλιά εξήντα δύο χρόνια
έναν εγγονό στο Μπάρι
και μες στη βαλίτσα
«το δείπνο για τα χελιδονάκια του».
Ξέρω
πως περιμένουν κάτι
και γελούν
και το τρένο γελάει
και οι βαλίτσες γελούν
και η δημοκρατία
κρυμμένη κάτω από τις σιδηροτροχιές
όπως πάντα
γελάει.
ΜΠΟΥΜ

*
Bum

Noi inchiodati
qui
a scrivere poesie.
So
che questa
non è poesia.
Eʼ la storia di un treno.
So
che su quel treno
cʼerano
un barbone
un emigrante
un operaio
una studentessa
un padre di famiglia.
So
che il barbone
ha la mia età
senza denti
senza capelli
e ride e piange
e non va da nessuna parte
e non ha nessuna valigia.
So
che lʼemigrante
ha cinquantatre anni
e viene dalla Germania.
So
che va in Sicilia
e nella valigia
una stecca di cioccolata.
So
che lʼoperaio
lavora allʼAlfa Romeo.
So
che ha quarantadue anni
nella valigia
lʼultima busta paga.
So
che la studentessa
è molto bella
e ha diciassette anni.
So
che va a vedere Roma,
nella valigia
la macchina fotografica.
So
che il padre di famiglia
ha gli occhiali sessantadue anni
un nipote a Bari
e nella valigia
“la cena per i suoi rondinini”.
So
che stanno aspettando qualcosa
e ridono
e il treno ride
e le valigie ridono
e la democrazia
nascosta sotto i binari
come sempre
ride.
BUM

`

**********

6. Μη με ρωτάς πόσων χρονών είμαι

Έχω τα χρόνια
του Παζολίνι και του Λεοπάρντι
ενός μοναχικού σπουργίτη
και της Σύλβιας
των πυγολαμπίδων
που δεν θα φέγγουν πια
το τραγούδι των γρύλων.
Έχω τα χρόνια
ενός παιδιού
που η δασκάλα
το έστειλε τιμωρία
πίσω από τον μαυροπίνακα
επειδή ήταν
κακό κι άσχημο.
Έχω τα χρόνια
ενός Ιησού Χριστού
που κανέναν κλέφτη
δεν κουβαλά μαζί του
στον παράδεισο
ενός χαδιού
ενός σιγανού κλάματος
ενός χαρταετού
που τον άρπαξε ο άνεμος.
Έχω τα χρόνια
ενός χαμόγελου
ενός γάτου
που τον πήραν στις κλωτσιές
οι συμπαίκτες
ενός νοσοκομείου
στα δεκατέσσερά του χρόνια
και μιας μάνας
που αντιστέκεται,
ενός που, το ότι γεννήθηκε
δεν παύει να ʼναι ωραίο

*

Non chiedermi quanti anni ho

Ho gli anni
di Pasolini e di Leopardi,
del passero solitario
e di Silvia
delle lucciole
che non rischiarano più
il canto dei grilli.
Ho gli anni
di un bambino
che la maestra
ha cacciato dietro la lavagna
perchè era
brutto e cattivo.
Ho gli anni
di un Gesù Cristo
che non porta
nessun ladro con sé
in paradiso
di una carezza
di un pianto leggero
di un aquilone
strappato dal vento.
Ho gli anni
di un sorriso
di un gatto
preso a calci
dai compagni di gioco
di un ospedale
a quattordici anni
e di una madre
che resiste
di uno per cui nascere
è comunque bello.

`

**********

7. Αν ήμουν νορμάλ

Αν ήμουν νορμάλ
θα βοηθούσα τον άνεμο
να γράψει ποιήματα
πάνω στα μαλλιά σου.
Ξυπόλητος
μες στα νερά του Αντρέις
ψάχνοντας την πηγή.
Και το βράδυ
μεθυσμένος απʼ το φεγγάρι,
δίχως ποτέ να κουραστώ
τον έρωτά μας να διαλαλώ.
Και ύστερα σκαρφαλωμένος στα δέντρα
ψάχνοντας φωλιές,
στα χείλη ένα σκουλήκι.
Αν ήμουν νορμάλ
θα χτυπούσα
όλες τις καμπάνες.
Και ύστερα έξω
στους αγρούς
να γίνομαι
λουλούδια
μέλισσες
και
μέλι.

*

Se fos normâl

Se fos normâl
‘e audarés al vinta
scrîve poesies
sui tiô cjavei.
Descolz
su lʼaga de Andrèes
in cercja de la sorgent.
E a la sera
cjocs de lunacencja
mai stufâsseda
gosâ al nostre amour.
E poʼ sui arbi
in cercja de nîtz,
sui lavres un vier.
Se fos normâl
ʼe sunarés
duteʼ li cjampanes.
E poʼ via
paʼ chî prâtz
a deventâ
flours
âs
e
la meil.

`

**********

8. Το διαστημόπλοιο

Αυτό
δεν είναι ένα παραμύθι
για παιδιά,
είναι μια αληθινή ιστορία
από τρελούς.
Στις δεκαοκτώ Αυγούστου
του ʼ82,
μόλις βγήκα από το νοσοκομείο,
κλείστηκα στην κάμαρη μου,
έβαλα δυο ντουλάπια
κι ένα κομοδίνο
μπρος στην πόρτα,
ύστερα ξάπλωσα στο κρεβάτι,
σαν αστροναύτης.
Έξω από την πόρτα
όλοι μου φώναζαν:
«Βγες! Βγες!»
«Όχι, όχι! Πετάω
με το διαστημόπλοιο,
μη μʼ ενοχλείτε,
εσείς είστε από έναν άλλο κόσμο»
Και περνούσαν οι ώρες…
Κι εγώ διασταύρωνα
αστέρια και γαλαξίες
και παράξενα πουλιά.
Ο καθρέφτης χρησίμευε ως μπουκαπόρτα
και το ταβάνι ως στερέωμα.
Και οι απέξω,
πολύ ανήσυχοι:
«Βγες! Βγες!
Ω, Θεέ μου, αυτός τρελάθηκε!»
Εγώ συνέχιζα να πετώ,
άλλα δυο χιλιάδες έτη φωτός
και θα έφτανα τον ήλιο.
Οι σκιές πάνω στους τοίχους
γίνονταν μετεωρίτες
και ο θόρυβος των αμαξιών
μετατρεπόταν σε βρυχηθμό του κινητήρα
του διαστημόπλοιου.
Και πέρασαν δυο μέρες…
«Βγες! Βγες!
Δεν θα φας εσύ;
Ω, Θεέ μου! Είναι τρελός!
Να γκρεμίσουμε την πόρτα!»
Όμως η πόρτα αντιστεκόταν.
Κι εγώ ψηλά,
ολοένα και πιο ψηλά!
Κι απέξω ένας μεγάλος σαματάς:
«Βγες! Βγες!
Μα τι κάνεις εκεί μέσα;
Άντε, έλα, καλέ μου!
Ω, Θεέ μου, είναι τρελός!»
«Παρατήστε με ήσυχο!
Είμαι στο διαστημόπλοιο.
Δραπετεύω
και τον κόσμο τον βλέπω μακριά
και τους ανθρώπους τόσους δα…»
Πέρασαν τρεις μέρες…
Παραβίασαν την πόρτα,
αναποδογύρισαν τα ντουλάπια
και το κομοδίνο.
Εγώ τους περίμενα κρυμμένος
κάτω από το κρεβάτι:
«Ω, ΘΕΕ ΜΟΥ!
ΚΑΤΕΦΘΑΣΑΝ
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!»

*

La nâf spaziâl

Chîsta
ʽe nʼèis ʽna conta
pai nins,
èis ʽna storia vera,
da matz.
Al disivuot dʼavost
da lʼotantedoi,
apena iessût da lʼospedal
me soi serât in cjamera,
ài metût doi armaróns
e un comodìn
denant la puarta.
Poʼ me soi metût sul liet,
coma un astronauta.
De four de la puarta
i me clamava duç:
“Iés! Iés!”.
“No, no! ʽE soi chʼe sgôrle
in ta la nâf spaziâl,
no stei desturbâme,
vô ʽe séi de un antre mont.”
E i passava li ores…
Intant jo incrosave
steles e galassies
e ucei strambus.
Al speciu al faseva da oblò
e al sofit da firmament.
E de four,
mitant preocupatz:
“Iés! Iés!
Ah, diu, al é mat!”
Jo ʽe continuave a sgorlâ,
incjamò doi mil ans-lûs
e sarés rivât sul sorele.
Li ombrenes sui murs
e i rumours de li machines
i faseva al sussûre dal motour
de la nâf spaziâl.
E ʽi son passâtz doi dìs
“Iés! Iés!
No màngestu?
Ah, diu, al é mat!
Paràn jù la puarta!”
Ma la puarta a resisteva.
E jo in alt,
pì in alt!
E de four dut un rumour:
“Iés!Iés!
Ce fàist uvì?
Dai mo, su, nin!
Ah, diu, al é mat!”
“Lassâme stâ!
ʽE soi su la nâf spaziâl.
ʽE scjampe,
e al mont lu jôt lontan
e i omi pici pici…
E ʽi son passâtz tre dîs…
ʽI àn sfuarcjât la puarta,
ʽi àn parât jù i armarons
e al comodin.
Jo ju spetâve, platât
sot al liet.
“AH, DIU!
ʽI SON RIVÂTZ
I UMANS!”


`

************************

EΠΙΜΕΤΡΟ

«Ωχ! Ο ποιητής των αρουραίων»

Ο Φεντερίκο Ταβάν, μιλούσε κι έγραφε στα φριουλανικά, μια ραιτορομανική διάλεκτο που μιλιέται στην περιφέρεια Φρίουλι–Βενέτσια Τζούλια της βορειοανατολικής Ιταλίας. Στη συνέχεια όμως μετέφραζε ο ίδιος στα ιταλικά τα ποιήματά του: «Έγραφα στα ιταλικά επειδή, όταν πηγαίναμε σχολείο στο Αντρέις, οι δασκάλες μάς χτυπούσαν και μας μάθαιναν ότι, το να ομιλούμε τη γλώσσα μας ήταν αμαρτία και θα πηγαίναμε στην κόλαση. […] Έπειτα άρχισα να γράφω στη γλώσσα του τόπου μου: είναι μια όμορφη, μελίρρυτη γλώσσα. […] Και άλλωστε τα ιταλικά δεν τα ξέρω. Γνωρίζω μόνο καμιά εξηνταριά λέξεις· αναγκάζομαι να πηγαίνω κάτω στο Μοντερεάλε για να μάθω τις καινούργιες· η τελευταία ήταν η λέξη “οξύμωρο”. Αλλά έχω κιόλας ξεχάσει τι σημαίνει. Μέχρι πριν κάποια χρόνια, έγραφα ποιήματα γυμνός μπρος στον καθρέφτη. Γέμιζα τα συρτάρια και τις τσέπες με ποιήματα. Ύστερα, χάρη σε κάποια καλά άτομα, τα δημοσίευσα. Συνέχισα γιατί στο Αντρέις το χειμώνα οι νύχτες είναι μακριές και κρύες. […] Γράφω γιατί μʼ αρέσουν οι λέξεις: δέντρο, σκύλος, φασόλι, κολοκύθι… εγώ τις λέξεις θα τις έτρωγα».

Αντιμέτωπος με τη σκληρή όψη της ζωής και της φτώχειας, έμαθε να διαβάζει και να γράφει στα δεκατρία του χρόνια, την ίδια περίοδο που χάνει τη μητέρα του κι αρχίζουν να εκδηλώνονται οι πρώτες κρίσεις που τον οδηγούν στο ψυχιατρείο. Όμως αρκετοί είναι εκείνοι που μιλούν για μια συνειδητή τρέλα που η μετουσίωσή της σε μια ποίηση προκλητική και συνάμα μελαγχολική κι εύθραυστη, έφερε έναν αέρα ανανέωσης στην ποιητική παράδοση του Φρίουλι, και αρκετοί εκείνοι που θεωρούν, όπως ο συγγραφέας Μάουρο Κορόνα, ότι «μετά τον Παζολίνι ήταν αυτός».

Ο Ταβάν είναι ο τρελός που προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο ότι η «Μοίρα» του ανθρώπου, η θεότητα που οι αρχαίοι Έλληνες ταύτιζαν με τη θεά Τύχη που ήταν τυφλή, είναι εκείνη που ορίζει το αν κάποιος θα γεννηθεί «σʼ ένα τσουκάλι ανάμεσα σε βατράχους» κι ότι αυτό θα «μπορούσε να τύχει» στον καθένα· είναι ο εκκεντρικός του Αντρέις, που καλούσε τους θεατές να τον παρακολουθήσουν σε κάποια παράσταση λέγοντάς τους: «ελάτε να με δείτε κι αφήστε μου μερικά χρήματα. Θα μου χρειαστούν για να πληρώσω τον οδοντίατρο»· είναι «ο ποιητής των αρουραίων», όπως του άρεσε να αυτοσυστήνεται, που έγραψε ένα τραγούδι αγάπης για τους απόκληρους, τους περιθωριοποιημένους, τους ξεχασμένους απʼ τον ίδιο το Θεό ταπεινούς «ποντικούς» του, ίσως γιατί κι ο ίδιος ήταν ένας από αυτούς: «μʼ αρέσουν/εκείνοι που ξεσπούν/και φεύγουν/με το κεφάλι σκυφτό».

Αν και είχε κερδίσει την αναγνώριση και την εκτίμηση ανθρώπων του πνεύματος, όπως των Κλαούντιο Μάγκρις, Κάρλο Τζίντσμπουργκ, Πάολο Μεντεόσι κ.α., πέρα από τη γεωγραφική περιοχή του Φρίουλι και του Βένετο, ο Φεντερίκο Ταβάν δεν είναι πολύ γνωστός στην υπόλοιπη Ιταλία. Ίσως γίνει τώρα, μετά θάνατον. Τη νύχτα της 7ης Νοεμβρίου του 2013, δυο μέρες μετά τη συμπλήρωση των 64 χρόνων του (5 /11/ 1949–7/11/ 2013), «έφυγε» στον ύπνο του, στο σπίτι του στο Αντρέις, το μικρό, ορεινό χωριό της επαρχίας Πορντενόνε.

Ως τελευταία του αποφώνηση, επιθυμώ να κρατήσω ένα μικρό, περιγραφικό γιʼ αυτόν απόσπασμα από το θεατρικό του κείμενο «Η λύτρωση»: «Σας αγαπώ όλους, όλους! Εγώ δεν είμαι τρελός. Εγώ ήθελα να είμαι εσείς, εγώ ήθελα να είμαι εγώ, εγώ ήθελα να είμαι Θεός, εγώ ήθελα να είμαι ο άνεμος, εγώ ήθελα να είμαι μια πεταλούδα, […] ένα ουράνιο τόξο, ένας χαρταετός, ένας μεγάλος καλλιτέχνης! Χειροκροτήματα! Χειροκροτήματα! Χειροκροτήματα!».

`

*

ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Στα Quaderni del Menocchio [Τετράδια του Μενόκιο] δημοσιεύθηκαν οι συλλογές του: «Màcheri» [Μάκερι 1984] (το όνομα μιας μαριονέτας με την οποία ο Φεντερίκο έπαιζε από μικρός), «Lètera» [Γράμμα 1984], «La nâf spâzial» [Το διαστημόπλοιο 1985] (ένα ποίημα που έγινε ευρύτερα γνωστό χάρη στην ερμηνεία του ηθοποιού Μάρκο Παολίνι), «Jʼ sielc perávalis» [Διαλέγω λέξεις 1991]. «Da màrches a madònes» [Από τις μάρκες στις μαντόνες, εκδ. Biblioteca dell’immagine 1994]. «Cràceles cròceles» [cràceles είναι οι βάτραχοι που κοάζουν και cròceles είναι ο χτύπος από τα δεκανίκια που σε στηρίζουν καθώς προχωράς, εκδ. Olmis / Circolo culturale Menocchio 1997-2003], «Lʼ assoluzione» [Η λύτρωση, εκδ. Biblioteca dellʼImmagine 1994] (κείμενο γραμμένο στα ιταλικά, που μεταφέρθηκε στο θέατρο με τον τίτλο «Federico Tavan: la strega sulla testa» [Φεντερίκο Ταβάν: η μάγισσα στο κεφάλι, Maurizio Bait 1999] και η τελευταία του συλλογή «Trapolant» [Circolo culturale Menocchio 2009]. Το 2007 κυκλοφόρησε η ποιητική ανθολογία «Augh!» [Ωχ!, με επιμέλεια των Άλντο Κολονέλο και Πάολο Μεντεόσι, εκδ. Biblioteca dellʼImmagine/ Circolo culturale Menocchio].

`

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ

* Ο στίχος «στα χείλη ένα σκουλήκι» [Αν ήμουν νορμάλ] κι ο στίχος «το γεύμα για τα χελιδονάκια του» [Μπουμ], είναι παρμένοι από το ποίημα του Τζιοβάνι Πάσκολι «X agosto» [10 Αυγούστου], το οποίο αναφέρεται στον πατέρα του Πάσκολι που δολοφονήθηκε επιστρέφοντας από τη δουλειά του και στα χέρια του κρατούσε δυο κούκλες και φαγητό για τα παιδιά του.

** Ποιήματα από την ποιητική ανθολογία «Augh!» [Ωχ!, εκδ. Biblioteca dellʼImmagine / Circolo culturale Menocchio 2007)

*** Αξίζει τον κόπο νʼ ακούσετε τον Ταβάν να απαγγέλει το ποίημα «Ο ποιητής των αρουραίων»: http://www.youtube.com/watch?v=71SGLNfTLXk, καθώς επίσης και τον μεγάλο παραμυθά-ηθοποιό Μάρκο Παολίνι να ερμηνεύει το ποίημα «Το διαστημόπλοιο»: http://www.youtube.com/watch?v=k9kcWcP9504.