`
Ο «Νεκρόδειπνος», το ποιητικό αριστούργημα του Τάκη Σινόπουλου, συνδέει το βασίλειο του Άδη με τη γη, σε μία σύνθεση που συναρπάζει με την πρωτοτυπία της. Σε αυτή τη σύνθεση ο ποιητής συνδύασε με μεγάλη δεξιοτεχνία διάφορες σύγχρονες ανθρώπινες μορφές τις οποίες χρησιμοποίησε στη συνέχεια σαν πρότυπα, για να τονίσει με ένα απλό και πολιτισμένο τρόπο τα θετικά αλλά και τα αρνητικά στοιχεία που περικλείει ο χαρακτήρας του Έλληνα πολίτη. Δηλαδή, σκιαγραφώντας τις ανθρώπινες μορφές που επέλεξε για πρότυπά του ο Σινόπουλος, κατάφερε να διαφανούν μέσα από το ποιητικό κείμενό του οι αρετές αλλά και τα ελαττώματα του Έλληνα, παραδίνοντας ταυτόχρονα στον αναγνώστη και ένα μάθημα πολιτικής και κοινωνικής ηθικής.
Ο «Νεκρόδειπνος»-όπως όλα σχεδόν τα εμπνευσμένα ποιητικά έργα-αποτελεί ένα τέλειο σύνολο, μία τέλεια έκφραση χαρακτήρων, ιδεών και συγκρούσεων και δημιουργεί μέσα μας απίθανη έλξη και γοητεία αλλά, παράλληλα, και πολλή πίκρα και προβληματισμό.
Πρώτιστα όμως, μέσα από τον «Νεκρόδειπνο», ο Τάκης Σινόπουλος θέλησε να προβάλει με έντονα χρώματα την αγάπη που τρέφει ο Έλληνας για την πατρίδα του αλλά και την αγάπη του για το υπέρτατο αγαθό που λέγεται ελευθερία. Το αγαθό της ελευθερίας που για τον Σινόπουλο, όπως αφήνει να διαφανεί μέσα από το ποίημά του, αρχίζει από την ατομική και επεκτείνεται μέχρι την εδαφική ελευθερία.
`
Επιπλέον, θέλησε να στιγματίσει το δυνατό στοιχείο της διχόνοιας που εμφιλοχωρεί μέσα στον χαρακτήρα και την ψυχοσύνθεση του Έλληνα· στοιχείο το οποίο είναι πάντοτε σε θέση, όταν βρει την κατάλληλη ευκαιρία, να ανέλθει στην επιφάνεια και να πάρει δραματικές και καταστροφικές διαστάσεις για τον τόπο αλλά και τον κόσμο που κατοικεί αυτό τον τόπο. Εννοώ την πάντοτε καραδοκούσα διολίσθηση του Έλληνα από την ομοψυχία και την κοινή αντίσταση κατά του εξωτερικού εχθρού στο διχασμό και στην εμφύλια σύγκρουση.
Ο Σινόπουλος όμως, όταν έγραφε τον «Νεκρόδειπνο» του, έθεσε στον εαυτό του ακόμη ένα βασικό στόχο, τον οποίο έπρεπε να φέρει σε πέρας αμέσως, χωρίς χρονοτριβή: Να συντάξει ένα ανεπανάληπτο και, πάνω από όλα, διαχρονικό μνημόσυνο για όλους εκείνους τους ανώνυμους, τους αφανείς ήρωες που υπέστησαν τα πάνδεινα, χάνοντας οι περισσότεροι ακόμη και τη ζωή τους, στην Κατοχή, στην Αντίσταση και κυρίως στην εμφύλια σύρραξη. Δηλαδή σε όλους εκείνους που υπέστησαν άμεσα τις θλιβερές συνέπειες του εθνοκτόνου εκείνου διχασμού. Ένα μνημόσυνο για τη στρατιά όλων εκείνων των αφανών ηρώων που η Ιστορία δεν θα καταδεχτεί να τους αφιερώσει έστω και δύο αράδες στις πολυάριθμες σελίδες της.
`
Γράμμα του Γιώργη Παυλόπουλου στον Χρήστο Μαυρή (πατήστε στην εικόνα)
`
Ο Γιώργης Παυλόπουλος, που υπήρξε όχι μόνο αφοσιωμένος φίλος αλλά και συνέταιρος-συνδημιουργός με τον Τάκη Σινόπουλο κατά τη διαδικασία της συγγραφής αρκετά ωραίων ποιημάτων(1)-και που η συμβολή του στη δημιουργία του «Νεκρόδειπνου» κρίνεται σήμερα αρκετά καθοριστική, σε ένα γράμμα του, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει:
`
«Την εποχή που έγραφε ο Τάκης τον «Νεκρόδειπνο» μου έλεγε: «Πες μου ένα όνομα, όποιο σου έρχεται». Κάποια από αυτά που του έλεγα τα κράτησε. Μπορώ να θυμηθώ τον Κονταξή, τον Σαρρή, τον Τσάκωνα, τον Φαρμάκη, τον Τορέγα, τον Μακρή, τον Μαρκουτσά, τον Καλλίνικο κιʼ ακόμη τον Κωνσταντόπουλο. Ονόματα τυχαία κάποιων που έζησαν στον Πύργο. Όμως στον «Νεκρόδειπνο» κανένα από αυτά τα ονόματα δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Όλα μαζί ανακαλούν τους «αφανείς» που χάθηκαν στον Πόλεμο, στην Αντίσταση, στον Εμφύλιο. Τα έβαλε στο ποίημα δίνοντας την εντύπωση μιας συνοδείας νεκρών που γιʼ αυτούς δεν θα γράψει τίποτε η Ιστορία».
`
Και πιο κάτω, στο γράμμα του, ο Γιώργης Παυλόπουλος, γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτικός:
`
«Βέβαια δεν αποκλείεται να είχε στο μυαλό του και κάποιους ανώνυμους που σκοτώθηκαν ή τους νοσήλεψε, όταν υπηρετούσε στο Στρατό ως ανθυπίατρος, τον καιρό του Εμφυλίου.
Μια και ο λόγος για ονόματα, πρέπει να σας πω ότι όλα τα ονόματα πουλιών στον «Νεκρόδειπνο» είναι φανταστικά (περλεκαμοί, σειράδες, τσιλαμήθρες, σκόρτσοι, νυφούλες)».(2)
`
Τα ονόματα των ανθρώπων που μνημονεύει ο Σινόπουλος στο ποίημά του μπορεί να είναι τυχαία, σίγουρα όμως δεν είναι φανταστικά. Είναι, πιστεύω, ονόματα υπαρκτών ανθρώπων. Ανθρώπων απλών, σίγουρα της εποχής και του περίγυρου του Σινόπουλου. Θέλω να πως πως δεν ήταν ονόματα επιφανών ανθρώπων, με σημαντικές θέσεις και αξιώματα που τους έκαναν να ξεχωρίζουν μέσα στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Ελλάδας. Ήταν, με δύο λόγια, ασήμαντοι άνθρωποι, εννοώ ταπεινοί, και κατά προέκταση αφανείς. Σχετικά με αυτό το θέμα, στο «Χρονικό» υπάρχει η εξής αξιοπρόσεχτη αναφορά του Τάκη Σινόπουλου:
`
«Πρέπει να ξεκαθαρίσω οριστικά. Τα πρόσωπα που ζωντανεύουν και κρατάνε την αφήγηση χρόνια με κατοικούν μονίμως. Δεν είναι επινοήσεις πρόχειρες κατασκευές. Δεν είναι ανεύθυνες φανταστικές φιγούρες» (3).
`
Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που ο Σινόπουλος τους αναφέρει και τους μνημονεύει όλους ανεξαιρέτως μέσα στο ποίημά του με τα μικρά τους ονόματα, ακριβώς όπως κάνει και ο ιερέας κάθε Κυριακή, την ώρα της μνημόνευσης, λίγα λεπτά πριν το τέλος της Θείας Λειτουργίας. Το ίδιο, με πένθιμους στίχους τελειώνει το ποίημά του και ο Σινόπουλος.:
`
«Πως μες στην έρημη εκκλησιά, μʼ άνθη πολλά
Στολίζεται ο ανώνυμος, μυρώνεται ο νεκρός».
`
Αλλά, διερωτώμαι, τί άλλο ήταν η Ελλάδα εκείνα τα δίσεχτα χρόνια παρά μία αφανισμένη και «έρημη εκκλησιά»; Μία χώρα με χιλιάδες νεκρούς που ξεπερνούσαν κατά πολύ τους εναπομείναντες ζωντανούς! Αυτούς δηλαδή του ζωντανούς που μπορούσαν να σταθούν όρθιοι στα πόδια τους, και όχι αυτούς που βρίσκονταν γονατισμένοι κάτω στο έδαφος (4). Καταφεύγω και πάλι στο «Χρονικό»:
`
«Καμιά φορά μέσα στον ύπνο μου έρχονται οι παλιοί ματωμένοι πόλεμοι. Σύντροφοι που σκοτώθηκαν έβγαινανε απʼ τη γη τα πεθαμένα χέρια τους. Σηκώνομαι λοιπόν και τους ξεθάβω ολάκερους. Κι είναι σα ζωντανοί σα νάναι σήμερα»(5).
`
Αλλά και στην αρχή του «Νεκρόδειπνου», με τους πρώτους στίχους, ο Σινόπουλος θα εκμυστηρευθεί και θα προετοιμάσει τον αναγνώστη του με την φράση: «χρόνια και χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα».
Αν ανατρέξουμε τώρα στις σελίδες του ποιήματος θα διαπιστώσουμε πως στον «Νεκρόδειπνο» ο Σινόπουλος με θρησκευτική ευλάβεια ονοματίζει και μνημονεύει 33 άτομα. Από αυτό το συναξάρι ονομάτων, τα 28 ανήκουν σε άνδρες και τα πέντε σε γυναίκες. Τα ονόματα είναι τα ακόλουθα:
Πόρπορας, Κονταξής, Μάρκος, Γεράσιμος, Μπίλιας, Γουρνάς, Φάκαλος, Σαρρής, Τσάκωνας, Φαρμάκης, Τορέγας, Τζανής, Παπαρίζος, Ελεμίνογλου, Λαζαρίδης, Φλασκής, Κωνσταντόπουλος, Λουκάς, Λίτσα, Φανή, Ντόνα, Νανά, Ελένη, Γιάννης ο Μακρής, Πέτρος ο Καλλίνικος, Γιάννης ο κουτσαίνοντας, Ρούσκας, Προσόρας, Μπακρυσιώρης, Αλαφούζος, Ζερβός, Τζεπέτης, Ζαφόγλου, Μαρκουτσάς και Κωνσταντίνος.
Η ταυτότητα όμως, αυτών των ατόμων, μέσα στο ποίημα, όπως ανάφερα, είναι αδιευκρίνιστη. Ο Σινόπουλος σκόπιμα, πιστεύω, δεν παραθέτει, για κανένα από αυτά τα άτομα, έστω και ένα στοιχείο για να φωτίσει κάπως την προσωπικότητά του. Απεναντίας, στον «Νεκρόδειπνο», όλες αυτές οι ανθρώπινες μορφές φαντάζουν σαν εξαϋλωμένες, που έχουν χάσει κάθε στοιχείο φυσικότητας και επαφής με την πραγματικότητα.
`
Είναι ανεπανόρθωτα σκιές μετακινούμενες οι ήρωες στον «Νεκρόδειπνο», (όπως τις περιγράφει και ο Όμηρος στην «Οδύσσειά» του), που εισήλθαν από καιρό στον χώρο της ιερής μνήμης. Τίποτα άλλο δεν είναι!
Απʼ όλα τα αναφερόμενα ονόματα όμως, μόνο αυτό του Μπίλια επανέρχεται δύο φορές στο «Χρονικό» και συγκεκριμένα στο δεύτερο ποίημα της ενότητας «Νύχτες». Το «Χρονικό» που, όπως γνωρίζουμε, γράφτηκε τρία χρόνια μετά τον «Νεκρόδειπνο», όπου εκεί ο Σινόπουλος δίνει κάποια κλειδιά στον αναγνώστη του, ίσως για να τον βοηθήσει να ερμηνεύσει σωστά τον «Νεκρόδειπνο».
Ακόμη, στο «Νυχτολόγιο», επανέρχεται και το όνομα του Τζεπέτη (με σ αυτή την φορά και όχι ζ), όπου εκεί ο Σινόπουλος μας αποκαλύπτει πως ο Τσεπέτης ήταν λοχαγός. Στρατιωτικός όμως πρέπει να είναι και ο Μπίλιας (6) εφόσον ο Σινόπουλος μας τον παρουσιάζει άλλοτε ντυμένο στο χακί και άλλοτε να βγάζει το αμπέχονό του.
Αρκετά όμως καταπιάστηκα με τους νεκρούς. Πρέπει να σταματήσω αμέσως την ενασχόλησή μου με αυτό το άχαρο συναξάρι, γιατί δε θέλω να αγριέψω τον ποιητή, έστω και μετά θάνατο, χαλώντας έτσι τις σχέσεις που πάω να χτίσω μαζί του. Στο κάτω κάτω της γραφής, ας μην ξεχνάμε κι εκείνη την αυστηρή προειδοποίηση που μας απευθύνει μέσα από το «Νυχτολόγιο»: «Αγριεύω όταν επιμένεις να ρωτάς για τους νεκρούς», νιώθοντας ήδη την κραυγή του Σινόπουλου να διαπερνά σαν σφαίρα πυρακτωμένη τα κράσπεδα του χρόνου και να φθάνει μέχρι τις μέρες μας.
`
****
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Στους συγκεντρωτικούς τόμους «Συλλογή 1» (1976) και «Συλλογή 2) (1980), εκδόσεις Ερμής, Αθήνα, που περιλαμβάνουν όλες της ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου («Το γκρίζο φως» Κέδρος, 1982 και τα «Ποιήματα για την Άννα», Ερμής, 1999, εκδόθηκαν μετά το θάνατο του ποιητή), εντοπίζουμε τρεις ποιητικές ασκήσεις που γράφτηκαν με τη συνεργασία του Γιώργη Παυλόπουλου. Πρόκειται για τα ποιήματα:
α) «Άδης», που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Μεταίχμιο», 1951.
β) «Άσμα VII Πάρις», που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Άσματα Ι-ΧΙ», 1953.
γ) «Κάθε πρωί», που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Ελένη», 1957ʼ
2. Από γράμμα του Γιώργη Παυλόπουλου προς τον συγγραφέα.
3. Τάκη Σινόπουλου, «Συλλογή 2», (1965-1980), εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1980.
4. Όπως σημειώνεται στο Λεύκωμα «Σεφέρης και Κατοχή», που εκδώσανε η Εταιρεία Παιδείας και Πολιτισμού «Εντελέχεια» και τα Εκπαιδευτήρια Γείτονα της Αθήνας, οι θάνατοι στην Κατοχή από πείνα ανέρχονται στις 260.000, οι εκτελεσθέντες σε 70.000, οι φυλακισμένοι ή μαχόμενοι σε 100.000 και οι νεκροί Έλληνες Εβραίοι σε 60.000. Σύνολο 490.000! Αν τώρα προστεθούν και οι νεκροί της πολεμικής περιόδου 1940-ʼ41 (Ελληνοϊταλικός πόλεμος και γερμανική εισβολή), ο συνολικός αριθμός φτάνει το 7% του πληθυσμού της Ελλάδας, που είναι ένα απʼ τα ψηλότερα ποσοστά απωλειών μεταξύ όλων των εμπόλεμων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Στο ίδιο Λεύκωμα, σε σχετικό κείμενό του, ο Μανώλης Γλέζος, ηρωϊκή μορφή της Εθνικής Αντίστασης (κατέβασαν με το Λάκη Σάντα τη γερμανική σημαία απʼ τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, το Μάιο του 1941) αναφέρει πως η Ελλάδα, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, «έχασε το 15% του πληθυσμού της».
5. Όπως και η 3.
6. Ο Μπίλιας, όπως διαπιστώνω, είναι ο πιο προσφιλής ήρωας του Τάκη Σινόπουλου. Τον συνοδεύει στην ποιητική περιπλάνησή του από το 1951, με την έκδοση του «Μεταίχμιου», δηλαδή της πρώτης ποιητικής συλλογής του. Τον συναντάμε συνήθως σε δείπνα και συμπόσια, ντυμένο στο χακί, όπως στο ποίημα «Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα». Ανάμεσα σε άλλα, στο συγκεκριμένο ποίημα, διαβάζουμε και αυτά:
`
«Κι ανάμεσά του είδα με χακί τον Μπίλια
τον Μπίλια εκείνον που ήταν τόσο βρώμικος στο μέτωπο
κι απόρεσα βαθιά και τον ερώτησα με τρέμουσα φωνή:
Μπίλια πως βρέθηκες εδώ, πως ήρθες τέτοιαν ώρα;
Δε μίλησε μόνο χαμογέλασε γλυκά
κι ύστερα σοβαρός εβάλθηκε να στρώσει το τραπέζι
μʼ ένα μακρύ μαύρο τραπεζομάντηλο που ακούμπαγαν
τα κρόσια του στο πάτωμα κι άναψε απάνου τρεις
λευκές λαμπάδες σε τρεις ασημένιους κεροστάτες».
`
Τον Μπίλια όμως θα τον συναντήσουμε και στο «Μεταίχμιο, Β΄», (1957) και συγκεκριμένα στο ποίημα «Το Συμπόσιο», να πίνει αλλά και να κερνάει κρασί τον ποιητή:
`
«Πιο πέρα ο Μπίλιας ξεκουμπώνοντας τʼ αμπέχωνο
για νʼ αλαφρώσει τον παχύ λαιμό μʼ εφώναξε χαρούμενος κι ήπια κι εκεί».
`
* Το απόσπασμα εμπεριέχεται στο βιβλίο του Χρήστου Μαυρή, «Λάμπει ακόμη ο θάνατος»-μια κριτική ανάγνωση στον «Νεκρόδειπνο» του Τάκη Σινόπουλου, Λευκωσία 2005.











