`
η αγάπη μου,
τριαντάφυλλα με ύφος
θριαμβευτή
*
τι έχω μάθει ως τώρα
– μου ʽπανε – γεφύρια
που ʽχω κάψει
*
δεν κάνω βήµα
απʼ έχθριτες των γηρατειών
σαν ο καιρός µε σκιάζει
στʼ ανεπαίσθητα
*
το χιόνι,
οι κήποι,
κάποιο µέρος κάποτε
του διπλανού μου,
µε βλέµµα ζωηρό
ή ένα κοφτό θρονιάσου
όταν κοιτώ του ήλιου
τʼ αντικείµενα
*
στην πλέρια τάχα νιότη
θα πέσεις σα διαβεί
ό,τι η καρδιά
κι ο νους
στα τρίσβαθα σκεπάζει
του ανθρώπου
*
θωρώ το φως
ανθρώπου ντύµα
µα ʽµολογώ -αλίµονο-
η ζωή
για πάντα λάµψη
που πιστεύω.·
τη γνώρα,
τη βελανιδιά,
αυτὰ που ξέρω
πιο καλά,
γυναίκα ή
πύρινη µατιά
*
στην ξενιτιά θαρρήσαι ανηµερής,
με πλήξη δεν σαλπάρεις
*
σιωπή παντού,
φθινόπωρο κʼ ασπράδα µεταλλείου
δεν είνʼ η νίκη µήτʼ είνʼ η έρηµος,
η πέτρα σαν κυλήσει ως φως
που το κορµί ανήµπορο νʼ αντέξει
του ανθρώπου
*
γυναίκες λένε γʼ άψυχα κορµιά,
για στήθη κουρσεµένα
και της ανάγκης άθυρµα
-άµα γεράσουνε- µια σπίθα
στην παλάµη ενός χεριού
που πάλλεται -θαρρώ-
πως αψηφώντας
*
ο ήλιος έχει δύσει πια,
κουράστηκα τη γη να σκάβω,
ο δρόµος µοιάζει του βουνού,
µεγάλωσαν κʼ οι δρυς πριν
τα γεράµατα· κι αν κλαίω
είναι που ως τη συντέλεια
ούλοι θάλλα γένοµε σκουλήκια
`
****
Βιογραφικό
Φρανκφούρτη 1992. Κάτι καλοκαίρια στην Ελλάδα. Σπουδές μηχανικού και ποίηση ενίοτε τα βράδια.










Με γοητεύει το γεγονός πως , σε αντίθεση με κάποιους άλλους , χρειάστηκες μόνο εικοσιένα χρόνια για να κατακτήσεις αυτό που άλλοι ξόδεψαν μια ζωή ! Θα προτιμούσα εκείνο το Φρανκφούρτη να ήταν Buenos Aires .
Nα είσαι καλά .
Να είστε καλά κε Αντωνόπουλε και εφχαριστώ το ποιείν για ακόμα μια φορα που φιλοξένησε ταπ οιήματα μου