`

Θαλασσογραφία

Κι αυτά τα ψεύτικα νησιά της Κυψέλης

-με τα λερά πλακόστρωτα γεμάτα τσίχλες,
στραπατσαρισμένα ημιθανή °κοχύλια
θάλασσες° ετοιμόρροπα σκονισμένα αυτοκίνητα
πνιχτά °κύματα εξωτικών φοβισμένων μεταναστών
(διστάζουν να σ’ αντικρίσουν κατάματα,
λες και προστατεύονται απ’ το λιοπύρι)

γλάστρες να κρέμονται απ’ τα μπαλκόνια και ζαρντινιέρες
φυτεμένες με ανεμώνες του άγριου γιαλού°
(κάποτε λίγο ξερές, σα να τις ξέβρασε το °κύμα
κατά τι παλιότερα από προχτές)

φοβού τα σαγόνια του καρχαρία° τ’ αμείλικτα
στη μάχαιρα που κραδαίνει ο κρεοπώλης της γωνίας
πρόσεξε μην πατήσεις °αχινούς
(σκάνε σαμπρέλες έτσι αιχμηροί και γυάλινοι,
θραύσματα παλαιοπωλείων)

όσο κι αν τα πράγματα περιπλέκονται
γύρω από πλοκάμια πλαστικών και φυλλαδιακών χταποδιών°
κι ας ζω με βουβή πεθυμιά για τη γκρίζα ασχήμια των °βυθών
Σικίνου, Κέας, Αστυπάλαιας, Κυθήρων°
(κι άλλων πολλών ακόμα αρχιτεκτονικών απαυγασμάτων,
εξόχως αστικών γειτνιαζόντων διόδων)-

θα τα ξεχάσω κάποτε.

`

*

Λαϊκή Αγορά

Φρέσκα βλίτα
τρία καλαμπόκια ένα ευρώ
νεκταρίνια, γιαρμάδες, βανίλιες σκέτη νοστιμιά
ανέβηκα τον ανήφορο με δυο καρπούζια στην ίδια μασχάλη

οι τρίχες σου στο πάτωμα
«είναι της ηλικίας»
(είναι που δεν έχουμε διάθεση/καθαρίστρια)
είναι που τίποτα δεν έχει νόημα

ανύποπτα που ξεφούσκωσαν όλα
το καρπούζι έσκασε
εσένα σ’ έπιανε ζάλη και κούραση
εμένα σουβλιές πίσω απ’ την καρδιά

είναι που η δύναμη της συνήθειας
βαραίνει τους ώμους των Ελλήνων
ή μήπως φταίνε οι έρευνες που επικυρώνουν τα ευρήματα
«λαός που φοβάται το ρίσκο όπως ο διάολος το λιβάνι»
πιο βόρεια λες να ‘ναι αλλιώς;
λες; να ‘ναι αλλιώς, πιο βόρεια;

`

*

οι τελευταίες αγκαλιές του φθινοπώρου

μια ακόμη μεγάλη αγάπη πνέει τα λοίσθια.
τη βλέπουμε, ψυχορραγεί, της κάνουμε χάδια.
την αγκαλιάζουμε σφιχτά κάθε βράδυ ανάμεσά μας στο διπλό κρεβάτι.
της ψιθυρίζουμε λογάκια τρυφερά,
να μην πονά, να μη λυπάται,
να μην τρέμει το μεγάλο μαύρο σκότος.

είναι μικρή αυτή και περίλυπη.
την κοροϊδέψαμε, λέει
της τάξαμε ζέστη να κουρνιάζει
φωλιά από σάρκα κι αίμα να μεγαλώνει μέσα της.

τώρα να τη σκοτώσουμε εν ψυχρώ πως μπορούμε, κλαίει
τόση απονιά κάνει τα μάτια να βγάζουν αίμα
τραβιέται, δεν εμπιστεύεται πια την αφή
ανακατεύεται -εμετό της φέρνει- η ανάσα μας
καπνός μαζί με μπύρα, βρωμάμε τυχοδιωκτισμό, λέει

αυτή κρατούσε ρόδα
κι εμείς την προσφορά την κάναμε πατσαβούρι, λέει
σκουπίσαμε ανίερες εκκρίσεις
και δεν της το κρατήσαμε ούτε καν για έκπληξη
με πρόγραμμα, λέει, τη φαρμακώνουμε μέρα με τη μέρα
κάτι τέτοια κόλπα δεν τα λες ευθανασία.

εγωισμό τα λες, κι αυτός δε θεραπεύεται.