`

Η αλήθεια είναι ότι οι γενιές από το 1980 και μετά γαλουχήθηκαν και ανδρώθηκαν βομβαρδισμένες με υποσυνείδητα μηνύματα ωνιομανίας και με αυτοσκοπό την ποσότητα της ύλης. Οτιδήποτε υπερβολικό ικανοποιούσε πρόσκαιρα τον ανασφαλή και κενό μας εαυτό. Κάπως έτσι και εγώ, ως γνήσιο τέκνο του δυτικού πολιτισμού, υποσυνείδητα τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά στον πάγκο των προσφορών ενός μεγάλου αθηναϊκού βιβλιοπωλείου, ένιωσα μια μαγνητική έλξη από ένα ογκώδες σύγγραμμα με ένα χαρακτηριστικό μπλε χάρτινο χρώμα και στη μέση του μια απροσδιόριστη καλλιτεχνική απεικόνιση. Ευτυχώς για μένα το υποσυνείδητο γρήγορα υποχώρησε και το συνειδητό με έκανε να αντιληφθώ πως για το εν λόγω βιβλίο η ποσότητα συνεπικουρεί την ποιότητα. Η πνιγηρή ατμόσφαιρα του βιβλιοπωλείου, με τα δυνατά φώτα και τις φωνές των πελατών, δεν στάθηκε ανασταλτικός παράγοντας κρίσης και σκέψης και γρήγορα διαπίστωσα πως στα χέρια μου κρατούσα έναν καλλιτεχνικά ανεξερεύνητο θησαυρό.
Ανεξερεύνητο και ερμητικά κλειστό καθώς προς λύπη μου διαπίστωσα την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς για τη ζωή ή και την ύπαρξη ακόμα του εν λόγω συγγραφέα-Γιώργου Μακρή, στα βασικά εγχειρίδια νεοελληνικής λογοτεχνίας (ιστορίες και γραμματολογικές μελέτες). Μοναδικές μνείες για τον Γιώργο Μακρή δίνουν το λεξικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας (1), συντάσσοντας μια σύντομη βιογραφία του, όσο σύντομο υπήρξε και το πέρασμα του από τη ζωή, ενώ σκόρπιές πληροφορίες σχετικά με την ιδιότητα του ως αρχισυντάκτης του περιοδικού Πάλι ή ακόμα αναφορές που τον παρουσιάζουν ως τον ενυπόγραφο βομβιστή και εμπνευστή της προκήρυξης για την ανατίναξη του Παρθενώνα αλιεύονται μέσα από ειδικευμένα λογοτεχνικά εγχειρίδια (2). Να σημειώσω και το παντοδύναμο, σχεδόν υπερκόσμιο, διαδίκτυο μέσω του οποίου οι αριθμοί μετατρέπονται σε σύμβολα, τα σύμβολα σε λέξεις, οι λέξεις σε ιδέες και οι ιδέες σε δύναμη, ένας κυβερνοχώρος- ένα απύθμενο πηγάδι πληροφοριών και φωνών.

`

Αυτός λοιπόν ο τόμος των 540 και κάτι σελίδων, εκδοθέν το 1986, είναι για τον αναγνώστη ο γάς ομφαλός για τη ζωή και το έργο του Γιώργου Μακρή. Κατατάσσει χρονολογικά το ποιητικό αλλά και αφηγηματικό έργο του Μακρή με τη φιλολογική επιμέλεια του Ε Χ. Γονατά, ενώ οι ένθετες προσωπικές του μεταφράσεις, επιστολές, εικόνες, αλλά και μαρτυρίες- σημειώσεις φιλών και συγγενών του τροφοδοτούν την ακόρεστη φιλαναγνωσία του εναπομείναντα ποιητικά αδηφάγου ελληνικού κοινού. Για εξοικονόμηση χρόνου, φαιάς ουσίας αλλά και μελανιού, επέλεξα να μην προβώ σε μια μακροσκελή και κουραστική αναφορά σχετικά με τη βιογραφία του Γιώργου Μακρή. Στο τέλος της εργασίας μου παραθέτω ένα σύντομο βιογραφικό του, ενώ σημειώνω το γεγονός ότι απαραίτητες προσωπικές του πληροφορίες που βοηθούν στην αποκρυπτογράφηση και αποδόμηση των ποιημάτων του θα είναι ένθετες μέσα στη μελέτη μου.
Εξαρχής, η ποιητική ύλη του Γιώργου Μακρή αποτέλεσε για μένα ένα παρθένο πεδίο, ένας άσπρος πίνακας πάνω στον οποίο θα επέλεγα εγώ τα χρώματα και τις φόρμες, λιωμένο γυαλί μέσα στο οποίο μπορούσα να φυσήξω για να πάρει μορφή. Η σχεδόν παντελή απουσία πληροφοριών για τη ζωή του Μακρή, καθώς και η έλλειψη ενδοκειμενικών αναφορών και αναλύσεων έκανε το close reading αυτοσκοπό αποδόμησης και αποκρυπτογράφησης του έργου του. Γαντζωμένος πάνω από τις λέξεις και αναλύοντας τα δομικά στοιχεία των ποιημάτων μέσα από την προσεκτική και εκ του σύνεγγυς ανάγνωση, ήλπιζα σε μια απάντηση, μία έστω παραδοχή ερμηνείας. Ωστόσο η τέχνη δεν εκπληρώνει αλλά θέτει ερωτήματα. Δομικά της συστατικά ένα σπέρμα εξομολογήσεως που χάνεται στο κινητό σκοτάδι, διαστάσεις που συγχέονται και μια γροθιά που χτυπά σε ένα μαχαίρι. Νοτισμένες εικόνες από μία βροχή με χαμένο νόημα, που η ψυχή μας έμαθε να ξέρει, την ώρα που χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες το αίμα μας ενώ εμείς αθροίζουμε ολοένα τις μέρες μας με πάντα πενιχρό το άθροισμα. Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν/είναι και αυτό κάτι, αναφέρει ο ποιητής και εγώ διερωτώμαι, στο εν λόγω εμείς είμαστε λαμβάνω θέση και εγώ; είναι ένα εμείς πανανθρώπινο με εκλογικευμένη ιδιότητα; είναι προϊόν μίας ελίτ-μίας καλλιτεχνικής νομενκλατούρας; Η χρήση του εμείς (ά πληθυντικό) αναγκάζει τον αναγνώστη να ακολουθήσει ψευδώνυμους συλλογισμούς-σοφίσματα καταλήγοντας σε εύκολες και υπεραπλουστευμένες ερμηνείες. Η παρούσα μελέτη εξετάζει την χρήση και την παρουσία του ά πληθυντικού μέσα στο ποιητικό έργο του Γιώργου Μακρή. Προσπαθεί να απαγκιστρωθεί από τους ενδεχόμενους γραμματικούς κανόνες και να συλλάβει την αλήθεια βασισμένη σε αλλά κριτήρια.
Το εμείς ως γλωσσικό σημείο αποκτά στερεοτυπική ιδιότητα με την στροφή που επιτέλεσε στη νεοελληνική λογοτεχνία ο Γιώργος Σεφέρης. Κυρίαρχος εκπρόσωπος του αγγλοσαξονικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, απομακρύνεται συνειδητά από το αυτοδάπανο και καταχρηστικό πλέον λυρικό εγώ. Η χρήση του ά πληθυντικού ως ποιητικού υποκειμένου στη ποίηση του Σεφέρη είναι οργανικής και σχεδόν συμπαντικής σημασίας. Το σεφερικό εμείς είτε ως σημαίνον, είτε ως σημαινόμενο είναι πολίτικα επιφορτισμένο ενώ ταυτόχρονα διέπεται από την αρχή της συλλογικότητας. Ένα αίτημα υπέρβασης της ατομικότητας που εναντιώνεται στο αναχρονιστικό και καχεκτικά δομημένο πλέον ποιητικό εγώ, λυρικής μεγαλοστομίας και συναισθηματικής έξαρσης. Η γενιά του ’30, στην οποία ο Γιώργος Σεφέρης αποτέλεσε οργανικό και αναπόσπαστο μέλος της, διέπεται από την ανάγκη σύμπνοιας και σύγκλισης ετερόκλητων δυνάμεων, αφήνοντας πίσω τα ζοφερά λάθη του παρελθόντος, ιστορικά, κοινωνικοπολιτικά αλλά και καλλιτεχνικά. Σημειώνω επιπρόσθετα το γεγονός ότι ανάλογη προσπάθεια ποιητικής ώθησης στο εμείς εντοπίζουμε και στη γενιά των ελλήνων καταραμένων ποιητών3, χωρίς ωστόσο ανάλογη κυρίαρχη παρουσία. Στην περίπτωση μας ο Γιώργος Μακρής γεννημένος το 1923, φαίνεται να ανδρώνεται πνευματικά στην εν λόγω περίοδο, απομυζώντας τα ανάλογα καλλιτεχνικά ερεθίσματα. Σύμφωνα με μαρτυρία στενού του φίλου (4), ο Μακρής διαβάζει και γνωρίζει εις βάθος το ποιητικό πλούτο που του προσφέρει η γενιά του. Διέπεται από μια θέληση αντικομφορμισμού, χωρίς ωστόσο να μιμείται δουλικά τον Ελύτη ή τον Σεφέρη. Επιπλέον, στο παρόν σημείωμα, ο Μακρής παρουσιάζεται ως μεταμοντερνιστής. Παρωδιακή διάθεση της ενυπάρχουσας καλλιτεχνικής παρωδίας. Τα δεδομένα της συνείδησης φαντάζουν αποτέλεσμα διαστροφής, σαν κουρέλια και ο σύγχρονος άνθρωπος περιφρουρείται σε ένα καλά ποιητικά στημένο αποχωρητήριο περισυλλογής και προσευχής. Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα εύθραυστη προσωπικότητα του Γιώργου Μακρή, την αντισυμβατική του συμπεριφορά ως καλλιτέχνη, καθώς και με την ποιητική του σύνθεση, οδηγούν και τον πιο αμύητο αναγνώστη-μελετητή να συνειδητοποιήσει ότι το λογοτεχνικό προσωπείο-περσόνα Γιώργος Μακρής αποσπάται περίτεχνα από τη μαζικότητα της γενιάς του, διαρθρώνοντας αυτόνομη καλλιτεχνική υπόσταση και αναπνοή. Απαγκιστρωμένος από καλλιτεχνικές ματαιοδοξίες αναγνώρισης και υστεροφημίας, καταλήγοντας να θεωρεί ακόμα και την τέχνη ως αδίκημα, ως παραβίαση των αδύτων του κόσμου, συμπεραίνουμε ότι η διαδικασία γραφής και σύνθεσης για τον Γιώργο Μακρή αποτέλεσε κάτι καθαρά προσωπικό και ατομικό. Επομένως χωρίς αναγνωστικό κοινό, πλην στενούς του φίλους, το εμείς αυτό απομακρύνεται αρκετά από την κοινωνικοπολιτική διάσταση και μορφή που έλαβε δια χειρός του Σεφέρη και ανάλογων ποιητών. Στον Μακρή το εμείς ως ποιητικό υποκείμενο αποκτά υβριδικές διαστάσεις, καθώς μεταλλάσσεται και αναπροσαρμόζεται διαρκώς. Προϊόν μετάθεσης ενός ανασφαλούς εγώ, μία φυλακή και ευθύνη συλλογικού αποτελέσματος, ή ακόμα και η ανάγκη καταγραφής συγχρονικών ιστορικά γεγονότων, διαπνέονται μέσα από ένα ταπεινό αλλά και ειρωνικό εμείς.
`

Η ματαιότητα του ανθρώπου φτάνει σε επικίνδυνες κορφές. Η πιο ψήλη από όλες είναι η περιφρόνηση που νιώθουμε για τον εαυτό μας. Όταν κανείς περιφρονεί τον εαυτό του, δεν ταιριάζει παρά με εκείνους που περιφρονεί πιο πολύ ακόμα. Μα μια τέτοια συμβίωση δεν σημαίνει, παρά τη λύσσα του ανθρώπου να περιφρονεί τον εαυτό του ακόμα πιο πολύ από ό,τι έχει κατορθώσει ως τώρα, κι έτσι να φτάσει στον υπέρτατο βαθμό την υπερηφάνεια της ταπείνωσης.
Αν τύχει και θαυμάσει κάτι έξω από τα πλαίσια του εγώ του, τότε μεταθέτει το εγώ που περιφρονεί στο αντικείμενο του θαυμασμού του και, μόνο αν πετύχει αυτή την ταύτιση κι από το εν λόγω πρόσωπο, ικανοποιείται.

`

Το εν λόγω προσωπικό σημείωμα του Γιώργου Μακρή, γραμμένο στο πίσω μέρος μιας παιδικής φωτογραφίας του, συμπυκνώνει μέσα σε λίγες μόνο γραμμές ενδεχομένως μία από τις βασικότερες διαφορές του ανθρώπου με το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο- το αίσθημα της ματαιότητας. Η προσωπική κενότητα και το ανώφελο της ύπαρξης, διλληματικά σύνδρομα ενός διαχρονικού και πάντα επίκαιρου Άμλετ, εναποτίθενται με την διαδικασία της μετάθεσης σε ένα αντικείμενο θαυμασμού. Λύτρωση και υπέρβαση του ατομικισμού που μεταφράζεται είτε ως θρησκεία, ως λαγνεία, ως εξουσία, ως χρήμα, είτε ως τέχνη και δημιουργία.

`

`

Απόσταση
Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας
μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους
κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο
πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους
από φόβο
μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αίτια…
Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί
Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.
Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα
Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.
Είμαστε πάντα εκεί
που κρέμεται το κινητό σκοτάδι
εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται
και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.
Είμαστε πάντα εκεί
που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές
ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.
ʽΈχουμε την απόλαυση του θεάματος
μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών
οπού αέναα τον άνεμο δολοφονούν
Κι αυτός πάντα προτάσσει ενʼ άλλο στήθος.
Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή
Μάσκα της καλοσύνης..
Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή
μάσκα της κακίας.
Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού
που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι
δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.
Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά
ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε
όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει
τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.
Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι αυτό το λόγο
Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός
ή και χαμογελάμε…
Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό
και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα
που πνίγηκε μέσα σʼ έναν καθρέφτη.
Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες
ή ο αέρας πήξει σʼ έναν ήχο
πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.

(1941)

`

Το παραπάνω ποίημα γραμμένο το 1941, όταν ο Γιώργος Μακρής ήταν στην ηλικία των δεκαοκτώ χρόνων, διακατέχεται από μια ώριμη για την ηλικία του αναζήτηση των αρχετυπικών και προαιώνιων αξιών. Ένα ποιητικό παιχνίδι-ένα θεατρικό δρώμενο με πρωταγωνιστές τον λόγο και τη συνείδηση μέσα στις απόκρυφες και σκοτεινές πτυχές του ανθρώπινου μυαλού. Ακόμα, η φύση και αυτό που ορίζουμε συμβατική πραγματικότητα, φαίνεται να ανακατασκευάζονται και να επιδρούν πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό. Τα απομεινάρια της λογικής, εγκλωβισμένα σε μια δαντική κοσμογονία, επιζητούν την απόσταση και την εσωτερική αποδέσμευση από το ανέλπιστο και το ανεκπλήρωτο.
Η απόσταση ορίζεται ανάμεσα σε δύο ή και περισσότερα σημεία. Διαφορά που έγκειται στο ποιόν και την αξία. Απόσταση δέους και συναισθηματικής απομάκρυνσης που τροφοδοτείται μέσα από την απόλαυση του θεάματος και την παρατήρηση ενός αέναου αγώνα ανέμου και υγρού στοιχείου. Το σώμα του ποιήματος συνθέτουν σκηνικές πληροφορίες και άυλες ποιητικές φιγούρες που παραπέμπουν σε πλατωνικό σπήλαιο. Ενδόμυχες ανησυχίες και καβαφικοί φόβοι (5) που δημιουργούν ένα ονειρικό και υποβλητικά δομημένο περιβάλλον με αρχέγονα συστατικά στοιχεία, τον άνεμο, τη θάλασσα, τη γη (πέτρες) και τη φωτιά (φώς). Τα λόγια (τέχνη – πολιτισμική υπεροχή), λειτουργώντας σαν αυτεξούσια οντότητα, σε μια παλινδρομική διαδικασία καταβύθισης στην ίδια τους την πηγή-μήτρα (ανθρώπινο στόμα), πνιγόντουσαν επιφέροντας την σιωπή (6). Ταυτόχρονα, μια κοπέλα (μούσα ποιητική), σαν άλλος Νάρκισσος παγιδευμένη μέσα στην προσωπική της αυτοτέλεια, πνιγμένη σε ένα καθρέφτη, ενσαρκώνει την ανάμνηση, την εμπειρία και την θέληση για ελπίδα (τραγουδάμε). Αβέβαιες και ζοφερές φιγούρες οι δαυλοφόροι, σαν απόκρυφα πλάσματα του ασυνειδήτου μας, συνεπικουρούν σε αυτή την μυστικιστική τελετή κάθαρσης και ταυτοποίησης. Είμαστε πάντα εκεί, μία στερεή και αυτόνομη κατάφαση αυτοπροσδιορισμού και υπαρκτικής βεβαιότητας, η οποία μέσα από τη διαδικασία της σύγκρισης (πνιγμένοι/δεν είδαμε πότε το πρόσωπο τους), οδηγείται σε σύγχυση και αοριστία. Το αίσθημα του αδυνάτου (δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα) καθώς και η ειρωνεία (χαμογελάμε) είναι ποιητικά μοτίβα του Μακρή που συνθέτουν και ορίζουν πολλά από τα ποιήματα του.
Το εν λόγω ποίημα ενσαρκώνει το όραμα της προσωπικής ελευθερίας, αυτογνωσίας και υλικής υπόστασης. Υπαρξιακές αγωνίες, κλειστοφοβικές εξάρσεις και μύχιοι φόβοι του ιδίου του Μακρή, που απορρέουν από την καταπιεστική και ασφυκτική παιδική του ηλικία, βρίσκουν μετάθεση σε ένα καλά καμουφλαρισμένο ποιητικό εμείς, που αναζήτα την ενηλικίωση και την πνευματικό/συναισθηματική ωρίμανση. Στο παρόν ποίημα το ποιητικό υποκείμενο εμείς, παθητικός δέκτης και κομπάρσος των υπερφυσικών και υπερκόσμιων ενεργειών, τυφλό και αδύναμο, είναι παγιδευμένο σε ένα διαχρονικό και ατέρμονο κυνήγι αυτοκυριαρχίας και εσωτερικής ισορροπίας. Η ανάγνωση του ποιήματος θα μπορούσε να ακολουθήσει τις κοινότυπες μανιέρες των ποιημάτων περί τέχνης. Ωστόσο το κινητό σκοτάδι, οι συγκεχυμένες διαστάσεις και αισθήσεις ακολουθούν τον δεκαοκτάχρονο πλέον Γιώργο Μακρή σε μια ενήλικη ζωή που φαντάζει εφιαλτική και εύθραυστη. Σαν ένα μικρό και ανώριμο συναισθηματικά παιδί, ο Γιώργος Μακρής κρύβεται πίσω από ένα εμείς που διακατέχεται από σκοτεινότητα, υποβλητικότητα και αστάθεια. Μια εύκολη λύση για να αποφύγει να μιλήσει για ένα εγώ που σπαρταράει επιζητώντας απεγνωσμένα να αναπνεύσει και να ορθώσει ανάστημα σε μια διαρκώς ετοιμόρροπη και διαβλητή πραγματικότητα. Ωστόσο η έννοια της συλλογικότητας και η χρήση του ποιητικού υποκείμενου-εμείς, αποτελεί καταφύγιο και ελπίδα αποδέσμευσης της προσωπικής του μοναξιάς. Υπόσχεση και στήριγμα για κάθε άνθρωπο που ορίζει την συλλογικότητα όχι ως συμφέρον και ανάγκη, αλλά ως υπέρτατη αξία και προϋπόθεση πολιτισμού.
`

`

Στο προσωπικό του σημείωμα για τον Γιώργο Μακρή, ο Νάνος Βαλαωρίτης, σκιαγραφεί τον λογοτέχνη φίλο του που έφυγε άδοξα. Προσπαθεί να αποτυπώσει και να προσδιορίσει τις λογοτεχνικές αρετές και τα χαρακτηριστικά αυτά που καθιστούν το Γιώργο Μακρή μοναδικό και πρωτοποριακό. Ενδεικτικά αναφέρει πως «από τα ποιήματα του Γιώργου Μακρή απουσιάζει τελείως η κατοχή. Καμία πολιτική ρητορεία, κανένα σύνθημα που θα ενέπνεε και θα έδινε ώθηση στον κατεχόμενο και διαρκώς επαναστατικό ελληνικό λαό. Ζει ανεξάρτητα, θαρρείς, από τον καιρό του, κάπου αλλού μες το μυαλό του, μες στη σκέψη του ». Αλήθεια είναι πως στην ποιητική ύλη του Μακρή φαινομενικά εντοπίζουμε μια συνειδητή αδιαφορία για την καταγραφή ιστορικών γεγονότων της εποχής του. Ο Μακρής έγραφε στιγμιαία, επικαιρικά, αλλά όχι ακραιφνώς ιστορικά. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από απάθεια και συνειδητή αποστασιοποίηση από τα κοινωνικοπολιτικά τεκταινόμενα του καιρού του. Ένα ιδιότυπο καρυωτάκικό spleen, μια μορφή ανίας και παθητικότητας, μακριά όμως από τον συμβιβασμό, την εκούσια παραίτηση και την νωθρότητα. Ενδεχομένως ο Γιώργος Μακρής αντιμετώπιζε την ιστορία ως ένα ακόμα αποτέλεσμα της ματαιοδοξίας που η ανθρώπινη φύση κουβαλάει εσαεί. Πράξη υστεροφημίας η ιστορία, αλλά και η καταγραφή της, ερχόμενη σε αντιδιαστολή με τις προσωπικές του κοσμοθεωρίες: Είμαι χαρούμενος…/πού δεν αφήνουμε ίχνη.
`

Ωστόσο με μία πιο διεισδυτική ματιά, διακρίνουμε σπέρματα καταγραφής συγχρονικών γεγονότων. Νύξεις και υπαινικτικές αναφορές καλά κρυμμένες, μακριά από ρομαντικά κατάλοιπα και τις εθνικόφρονες εξάρσεις. Η ιστορικότητα στον Μακρή έπεται του υπαρξιακού ενδιαφέροντος και το ακμαίο και φωτεινό από τον ελληνικό ήλιο εμείς της γενιάς του 30, μετουσιώνεται σε ένα ενοχικό και αντιηρωικό αʼ πληθυντικό.

`

Φθινόπωρο
Είμαστε τα κορίτσια που κουράστηκαν
να γελούν και να αμύνονται.
Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν
ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα.
Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν
Το φθινόπωρο περʼ απʼ το δάσος.
Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν
η γη μυρίζει.
Οι νέοι άνθρωπο φεύγουν
τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.
Μπαίνουν τα γυναικεία ποδήλατα
στην αποθήκη.
Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.
Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν
κάτι είναι και αυτό.

[1941;]

`

Το εν λόγω ποίημα, με τον χαρακτηριστικό υπόρρητο και αμφίσημο τίτλο Φθινόπωρο, γραμμένο το 1941 αποτελεί ένα ενδεικτικό παραγωγικό ποιητικό προϊόν από την παρακαταθήκη του Γιώργου Μακρή σχετικά με το συγχρονικό/υπαινικτικό ύφος που χαρακτηρίζει την γραφή του. Ιστορικό/κοινωνικό ενδιαφέρον ενσαρκωμένο μέσα από ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο εμείς. Η θυμική αστάθεια, η ταπεινότητα, η ακαμψία και μια σκοτεινή ελπίδα μπερδεύονται με τις αισθήσεις και τις ανθρώπινες νευρικές απολήξεις σε μια φθίνουσα και κατακερματισμένη εποχή.
Είμαστε τα κορίτσια, είμαστε οι ρίζες των δέντρων και οι ψυχές μας σαν άδειοι στρατώνες. Εναλλασσόμενες και διαρκώς επαναπροσδιορισμένες ταυτότητες και ποιητικές φύσεις που δημιουργούν μια εσωτερικευμένη, καθαρά προσωπική αντίληψη του αισθητού και έλλογου περιβάλλοντος. Ποιητικά υποκείμενα παραδομένα και παθητικά δοσμένα (κουράστηκαν-ξάπλωσαν), σε ένα παιχνίδι εναλλαγής και φυσικής μετάβασης από το ελπιδοφόρο και ζεστό καλοκαίρι στον ψυχρό και κλειστοφοβικό χειμώνα. Φθίνουσα εποχιακή διάθεση και ψυχοσωματικές μεταπτώσεις αλληλένδετες και προσωποποιημένες μέσα από ένα πολυδιάστατο εμείς. Φιγούρες εμβαπτιζόμενες με βρόχινο φθινοπωρινό νερό, και ένας αέρας, εισβολέας, που μεταφέρει την οσμή της αλλαγής, της αποσύνθεσης των οργανικών σωμάτων (φύλλα) και των ανθρώπινων συναισθημάτων. Στο ποίημα εντοπίζουμε ένα εκλογικευμένο ποιητικό εμείς το οποίο σταδιακά απομακρύνεται, αποστασιοποιείται και γίνεται ένα απόκοσμο αυτοί. Συνδετικός κρίκος ανάμεσα τους, η θεμελιώδης αρχή της ανθρώπινης αυτοσυντήρησης και η ανάγκη για ελπίδα. Το ποίημα χαρακτηρίζεται από διάχυτες εικόνες, λόγο λιτό, κοφτό και έναν ποιητή κοινωνό και παρατηρητή ταυτόχρονα.
Τα κορίτσια, δρώντας αμυντικά με όπλο τη χαρά και το γέλιο, είναι οι εν δυνάμει γυναίκες και μανάδες. Μήτρες που θα κυοφορήσουν την ελπίδα και θα εξασφαλίσουν την διαιώνιση του ανθρώπινου είδους. Τα δέντρα, προσωποποιημένες ανθρώπινες φιγούρες, ιερά και αρχετυπικά, παραδίδονται στην κατάπτωση υπακούοντας στην φυσική τους υπόσταση. Οι στρατώνες (πολεμική ορολογία και αναφορά), συνταυτισμένοι με τις ανθρώπινες ψυχές, παρουσιάζονται άδειοι και κενοί από άντρες, νέους ανθρώπους που αποτελούν την εμπροσθοφυλακή ενός έθνους και την δύναμη της. Στο δεύτερο επίπεδο του ποιήματος η εσωτερίκευση και η ποιητική αποστροφή, κλείνουν και περιχαρακώνουν ένα σκοτεινό και παθητικό τώρα, σχεδόν έρμαιο στα χέρια άλλων, τόσο άυλο και υπερκόσμιο. Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν/ κάτι είναι και αυτό, λεπτή ειρωνεία και υπαρξιακή κατάφαση, που χαρακτηρίζεται από υποσκάπτουσα δυναμική και θέληση για κυριαρχία, ελευθέρια, αποδέσμευση εξωτερικών αλλά και εσωτερικών επιδράσεων.
Αναμφισβήτητα, το παρόν ποίημα- προσωπική μαρτυρία αποδίδει καλλιτεχνικά και άκρως υπαινικτικά τον επικείμενο και βαρύ χειμώνα του 1941 (7). Λειτουργικός ρεαλισμός με απόκρυφη και φιλοπαίγμονα διάθεση, που χαρακτηρίζεται από λεπτή ειρωνεία, αποφυγή εθνικών εξάρσεων, άσκοπη και αυτοδάπανη τραγικότητα και μεμψιμοιρία. Το αʼ πληθυντικό, ως ποιητική περσόνα στο ποίημα γδύνεται από τις εθνικές στρεβλώσεις και τις πατερναλιστικές προπαγάνδες. Φθάνει στην ουσία και ανακατασκευάζεται μέσα από μια ανθρωποκεντρική αντίληψη και κοσμοθεωρία. Η λέξη άνθρωπος ηχεί δυναμικά στο ποίημα, σε μια περίοδο όπως αυτή που κυριάρχησαν τα ζωώδη ένστικτα και η απουσία ρασιοναλιστικής ηθικής. Η συνεχής επανάληψη του εμείς είμαστε, σαφώς παρηγορεί και ανακουφίζει ποιητή και αναγνώστη. Η συλλογικότητα σε περιόδους απόκλισης και φυγής γιατρεύει τις απαισιόδοξες καρδιές και γεμίζει με ελπίδα αυτούς που έμειναν. Συλλογικότητα και ελπίδα για ανάκαμψη δια χειρός Μακρή, με δόσεις αυτοκριτικής, κατάρας και βαριάς ευθύνης για ένα μολυσμένο τώρα και ένα σκοτεινό αύριο.

`

Εμείς που δεν μας κούρασε να λέμε ολοένα
και τι θα γίνει αύριο
και τι έγινε χτές
που δεν μας έγινε ακόμα βαρετό
νʼ αθροίσουμε ολοένα τις μέρες μας
και ναʼ ναι πάντα πενιχρό το άθροισμα
σαν το συμπέρασμα που βγαίνει από τις συμβουλές
που θεσπίσαμε πια νόμους από πάνω μας
κι έχουμε πια τα μικρά μας έθιμα
πόσο ποτέ μας δε θα ανοίγαμε πανιά
πόσο δε θα λιμάραμε συρματένια κιγκλιδώματα
αν μας δινόταν ευκαιρία.
Είμαστε πια ένας μικρός λαός
Οʼ πιο μικρός λαός…
Δε ζητάμε αλλά δικαιώματα
γιατί ξεχάσαμε πια το χειρισμό τους.
Δε ζητάμε πιο πολλή επιείκεια
Γιατί δεν ξέρουμε καλά τον εαυτό μας.

[1942;]
`

Το ακέφαλο αυτό ποίημα με το αυτόνομο και εμφατικό εναρκτήριο εμείς, μετουσιώνει τη διαχρονική ελληνική τραγικότητα μέσω μιας συλλογικής και ενδόμυχης αναζήτησης δικαιωμάτων και ευθυνών. Πιο επίκαιρο από ποτέ, συγχρονικά πηγάζει μέσα από το έρεβος ενός πολέμου και τροφοδοτείται με ανάσες που ψιθυρίζουν ελευθερία, αυτογνωσία, ελπίδα και δικαιοσύνη.
Εμείς, λέξη-εννοία που φανερώνει συλλογικότητα και μέσα της περικλείει πληθώρα μοναχικών εγώ. Εμείς οι πολλοί αλλά και τόσο μόνοι συνάμα όσο και η πρώτη λέξη του εν λόγω ποιήματος. Αυτεξούσια, στιβαρή και τόσο δυναμική όσο και η δύναμη-ευθύνη που φέρει η μάζα- ο λαός. Το χτες, το σήμερα και το αύριο, βασανιστικές χρονικές συμβάσεις συνταυτίζονται με ένα άθροισμα, μια διαδικασία πρόσθεσης με πάντα πενιχρό αποτέλεσμα. Συμβουλές, νόμοι και έθιμα, κοινωνικά αποδεκτές νόρμες και κατεστημένα που δημιουργούν ασφυξία και κρατούν δέσμιο το ποιητικό εμείς. Το άνοιγμα πανιών και η απόδραση από τα συρματένια κιγκλιδώματα, η ανάγκη για φυγή και η επιθυμία αποδέσμευσης, εγκλωβίζονται και περιχαρακώνονται πίσω από ένα αν, ένα αόριστο και αβέβαιο αν. Η λέξη λαός ηχεί δυναμικά και συγκλίνει με το ποιητικό υποκείμενο. Είμαστε πια ο πιο μικρός λαός, εθνική ευσυνειδησία και περίσσεια κριτική με έντονη ειρωνεία και δόσεις αυτοτιμωρίας. Εμείς/ δεν ξέρουμε καλά τον εαυτό μας, ρευστή συλλογικότητα που προσκρούει στην ατομική ευθύνη.
Η παρουσία του εν λόγω ποιήματος στη συγκεκριμένη μελέτη δεν γνωρίζω αν αποτελεί αποτέλεσμα άμυνας ή προσωπικής μου απογοήτευσης για την κατάσταση του ελληνικού λάου εν περίοδο κρίσης. Ο Γιώργος Μακρής στην παρούσα ποιητική μαρτυρία καταδικάζει, σχεδόν αφορίζει την διαχρονικά υπέρμετρη και αυτάρεσκη σιγουριά του έλληνα, αλλά και κάθε ανθρώπου που βρίσκει καταφύγιο σε ένα γυάλινο και πολλές φορές επικίνδυνο εμείς, αδιαφορώντας για την αληθινή γνώση του εαυτού του, αδυνατώντας και φοβούμενος να ολοκληρωθεί ατομικά. Ο συλλογικός μας εαυτός, ονόματι έθνος, λαός, γένος, είναι αποτέλεσμα του καθένα μας ατομικά. Ένα απογυμνωμένο και παθητικά δοσμένο εμείς που ακροβατεί ανάμεσα στο παρελθόν και το τώρα. Ένα ανασφαλές εμείς που τρομάζει και οπισθοχωρεί μπροστά σε ένα αδήλωτο αύριο.

`

`

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ

Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης
με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
κι ολλούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας
και σʼ όλους με τους έρωτες αυτής αγαπούμε.
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο κι δεν είμαστε τίποτα απ
αυτόν τον κόσμο
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.
Είμαστε οι προάγγελοι του χάους
[1950].

Χειρ Γεωργίου Μακρή
Πνεύμα Λένα

`

Το παραπάνω ποίημα λειτουργώντας σαν επίλογος θα μπορούσε να κλείσει επάξια την μελέτη μου πάνω στη ποίηση του Γιώργου Μακρή. Αν και γραμμένο το 1950, ο Επαμεινώντας Γονατάς επιλέγει να σπάσει την χρονολογική σειρά των ποιημάτων και να το τοποθετήσει πρώτο, εισάγοντας έτσι τον αναγνώστη στο ποιητικό σύμπαν του Μακρή. Και σε αυτό το ποίημα το εμείς ως ποιητικό υποκείμενο είναι μείζονος σημασίας, δρώντας καταλυτικά σε ενδοκειμενικό αλλά και εξωκειμενικό επίπεδο. Ποίημα- μανιφέστο που ορίζεται από την διάσπαση-αφαίρεση από το όλο (εμείς οι λίγοι), με δόσεις άρνησης και έντονης επαναστατικότητας (8). Ένα ποίημα διαφορετικό, εργαστηριακό, καλά δουλεμένο, που μοιάζει να αποσχίζεται από το σύνολό και να διαρθρώνεται αυτόνομα. Δημιουργία που ορίζεται από λίγους και απαντά σε λίγους με στεντόρεια φωνή και ένα φορτίο-χρίσμα ευθύνης που απορρέει από μια ομάδα ανεύθυνων. (9)
Εξ αρχής η παρουσία του εν λόγω ποιήματος, πάντα εν συγκρίσει με τα υπόλοιπα, με ξένιζε και είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω διερεύνηση της αξιοπιστίας του. Σύμφωνα αρχικά με μαρτυρίες τις οποίες συνέλεξα ηλεκτρονικά από ποιητικά blogs και sites αλλά και βασιζόμενος σε μια μαρτυρία ενός μελετητή (10) του ελληνικού ροκ από το 1945 μέχρι και το 1990, μπορώ να υποστηρίξω πως το παραπάνω ποίημα με τον τίτλο Εμείς οι λίγοι δεν αποτελεί ποιητικά πνευματική κτήση του Γιώργου Μακρή. Συγκεκριμένα, ανήκει σε μια στενή του φίλη, ποιήτρια, ονόματι Λένα Τσούχλου γραμμένο το 1946. Ο Ε.Χ. Γονατάς, επιμελητής του μοναδικού βιβλίου στο οποίο σώζονται τα γραπτά του Γιώργου Μακρή, αναφέρει σε σημείωση πως η ένδειξη «Χειρ Γεωργίου Μακρή» είναι με δικά του γράμματα ενώ η ένδειξη «Πνεύμα Λένα» έχει προστεθεί αργότερα από άλλο χέρι. Καμία ωστόσο αποσαφήνιση εκ μέρους του για τον κτήτορα του εν λόγω ποιήματος. Ενδεχομένως, η απόφαση του να το τοποθετήσει πρώτο, ως κεφαλή όλων των ποιημάτων σπάζοντας την χρονολογική ακολουθία, να φανερώνει εσκεμμένα την προσωπική του αμφιβολία τον δημιουργό του.
Κλείνοντας, οφείλω να τεκμηριώσω περαιτέρω την άποψη μου, δικαιολογώντας τον ισχυρισμό ότι το ποίημα ανήκει στη Λένα Τσούχλου. Αναμφίβολα, το ποιητικό αποτέλεσμα του εν λόγω ποιήματος διαφέρει παρασάγγας από τα υπόλοιπα ποιήματα του Μακρή. Μέσα από αυτό διαχέεται μια δυναμική και μια σίγουρη ιδεατή πνευματικό/κοινωνική υπόσταση που φέρει στις πλάτες της το μέλλον ενσαρκωμένο από συνειδητούς καθοδηγητές με γνώμονα την ανεξαρτησία και την αυτονομία λόγου, πιστής, και βίου. Νεανικός αντικομφορμισμός που διαρρηγνύει τα ιμάτια του στη θέα ενός αυτοματοποιημένου αύριο, ενός πλαστικού ανθρώπου και μιας φορμαλιστικής-εσκέμμενα περιχαρακωμένης κοσμοθεωρίας. Το παραπάνω ποίημα όπως προείπα χαρακτηρίζεται από στεντόρεια ποιητική φωνή και συνειδητή ανάγκη ανατροπής της υπάρχουσας κατάστασης ενσαρκωμένη μέσα από μάχιμες λέξεις και αναρχικές επιθυμίες. Χάος, άπειρο, και εξωτερικευμένη τραγικότητα που δεν συγκλίνουν με την γραφή του Γιώργου Μακρή. Επιπρόσθετα, η ένδειξη στο κάτω μέρος του ποιήματος Χειρ(χειρόγραφο) Γιώργος Μακρής (γραμμένη από τον ίδιο τον ποιητή), δηλώνει ότι η διαδικασία συγγραφής ανήκει στον ίδιον, ενώ η ένδειξη Πνεύμα Λένα(γραμμένη από άλλον μεταγενέστερα), δηλώνει ότι η πνευματική ιδιοκτησία και η νοητική καταγραφή-επεξεργασία του ποιήματος ανήκει στην Λένα (Τσουχλου).

« Όταν γεννιέται ένα παιδί, ο Θεός του δίνει και ένα τετράδιο με ένα πρόβλημα. Εγώ του το επέστρεψα λέγοντας του: Ποιος σου έδωσε εσένα το δικαίωμα να μου βάζεις προβλήματα;»
`

Τα λόγια αυτά του Γιώργου Μακρή ηχούν ως αντάξιος επίλογος της μελέτης- δοκιμαστικής ανάγνωσης των ποιημάτων και των μαρτυρίων που μας άφησε εσαεί. Λόγια που φαντάζουν αιρετικά, όσο αιρετικά και προβοκατόρικα έζησε και ο ίδιος. Αν ο Θεός είναι το άδηλο εγώ μας, οι φόβοι μας, και το τετράδιο αυτό η ίδια η ζωή, τότε ο Γιώργος Μακρής επέλεξε να μην ενστερνιστεί και να μην ακολουθήσει δουλικά κανένα από τα δύο. Προκλητικός, αντισυμβατικός, πολυσχιδής, αιρετικός, διανοούμενος, ανθρωπιστής, δανδής, κοσμοπολίτης, αντικομφορμιστής, καλλιτέχνης, ελεύθερος αυτό υπήρξε στη ζωή του ο Γιώργος Μακρής. Ένας Δον Κιχώτης χαμένος στο όραμα του και στα ταξίδια του μυαλού του. Η εργασία αυτή με σεβασμό και με την απαραίτητη απόσταση ασφαλείας που απαιτείται εξετάζει μια πτυχή του έργου του Μακρή. Ο Μακρής υπήρξε μοναδικός και η οποιαδήποτε σύγκριση και διακειμενικότητα που επιχειρήθηκε τονίζει την μοναδικότητα αυτή. Καινοφανής και με αδυναμία προσαρμογής, μην μπορώντας να ακολουθήσει τα κοινωνικά στερεότυπα και τις ανθρώπινες συμβάσεις, επέλεξε να υπηρετήσει το Χάος.
Δυστυχώς η λογοτεχνική κριτική και οι επαγγελματίες του είδους αδυνατούν να συντάξουν μια εκτενή μελέτη και αναφορά για το τον ποιητή-άνθρωπο Γιώργο Μακρή εξαιτίας της αποσπασματικότητας και της αβεβαιότητας που περιβάλλει το έργο του. Στη παρούσα μελέτη εξετάσαμε τη χρήση και την παρουσία του ά πληθυντικού στην ποίηση του Γιώργου Μακρή. Η αίσθηση μιας γυάλινης και διαρκώς διαβλητής συλλογικότητας και η κοινωνική ευθύνη που απορρέει μέσω του εμείς αντιβαίνει στην ιδεολογική βάση και στην κοσμοθεωρία που πρέσβευε ο Μακρής. Άνθρωπος χαμηλόφωνος ποιητικά χωρίς μεγαλοϊδεατισμούς και απωθημένα, απορρίπτει την κοινώς αποδεκτή ταυτότητα του εμείς διαμορφωμένη από ποιητές της εποχής του. Στη ποίηση του Μακρή το εμείς μετασχηματίζεται διαρκώς δρώντας σε κάθε περίπτωση διαφορετικά (11).
`

Οι λέξεις στον Μακρή κείτονται αυτόνομες, απογυμνωμένες και ξαναφτιαγμένες περίτεχνα . Ένας μεταμοντερνιστής με εξαρθρωτική διάθεση, στον οποίον η γραφή λειτουργεί λυτρωτικά. Κάθε ποίημα, μια ψηφίδα ενός βιωματικού έργου και μια ζωή που έληξε σχεδόν ποιητικά:
«Που πάτε κύριε Γιώργο;»
«Μη σε νοιάζει, θα κατεβώ αμέσως…» (
12)

`

****

`

Η ανατομία της ζωής του Γιώργου Μακρή  (13)
`

Στις 27 Ιούλιου του 1923 στην Αθήνα , ο δικαστικός (πρωτοδίκης τότε στη Κυπαρισσία) Βασίλης Μακρής καταγόμενος από την Πυργέλα και η Δώρα Καρακάλου από το Ναύπλιο, 36 και 22 χρόνων αντίστοιχα, έφεραν στον κόσμο το μοναχογιό τους ονόματι Γιώργο Μακρή. Γόνος αστικής και οικονομικά εύπορης οικογένειας, ο Γιώργος Μακρής γαλουχήθηκε υπό την παρουσία ενός αυταρχικού, εξουσιαστικού και δεσποτικού πατέρα και μιας υπερπροστατευτικής μητέρας, ανίσχυρης όμως και παθητικής φύσης.
Η επαγγελματική ιδιότητα του Βασίλη Μακρή, είχε ως αποτέλεσμα την συχνή εναλλαγή τοποθεσιών ανά την Ελλάδα (Τρίπολη, Χανιά, Μεσολόγγι), μέχρι και το 1938 όπου και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Οι μετακινήσεις αυτές σε συνδυασμό με την ατροφία του αριστερού ποδιού του Γιώργου Μακρή εξαιτίας ενός ατυχήματος (14) σε μικρή ηλικία, επέδρασαν καταλυτικά στην εύθραυστη προσωπικότητα του. Μεγάλωσε ως παιδί μοναχικό, εσωστρεφές, παγιδευμένο στις προσωπικές του αναζητήσεις. Η οικογενειακή καταπίεση που βίωνε είχε ως αποτέλεσμα να αναπτύξει έντονες ανασφάλειες και σκέψεις εμμονής σχετικά με την σωματική κακομεταχείριση ακόμα και στον σχολικό χώρο. Την εφηβική του ηλικία την πέρασε στο δεύτερο όροφο ενός διωρόφου σπιτιού σε μια πάροδο της οδού Αχαρνών, στην οδό Διογένους Λαερτίου 15. Εκεί πέρασε και τα σημαντικότερα μαθητικά του χρόνια με γερμανίδα δασκάλα που τον μύησε επιτυχώς στον κόσμο των ξένων γλωσσών. Ο Γιώργος Μακρής γνώριζε εις βάθος αγγλικά, γαλλικά αλλά και γερμανικά με αποτέλεσμα την περίοδο της κατοχής να αποτελέσει και διερμηνέας των Γερμανών. Το 1941 αποφοιτώντας από το γυμνάσιο, γράφεται με την πίεση του πατέρα του στην Νομική Σχολή του πανεπιστημίου των Αθηνών. Παρακολουθώντας αποσπασματικά ορισμένα μαθήματα, δεν κατορθώνει να πάρει το πτυχίο του, εξαιτίας προσωπικής του αδιαφορίας. Σε μια δύσκολη περίοδο, παγκοσμίας κλίμακας, εξαιτίας του δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου και της γερμανικής κατοχής, ο ίδιος και η οικογένεια του επιλέγουν να ζήσουν στην Πυργέλα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Απομονωμένος στην ελληνική ύπαιθρο, ο Γιώργος Μακρής αρχίζει να διαβάζει και να εξετάζει με ώριμη και σκωπτική διάθεση ξένους λογοτέχνες και φιλόσοφους, γεγονός που μαρτυρά και η αλληλογραφία του. Επιπλέον, στην εν λόγω περίοδο εντοπίζουμε και τα πρώτα θραύσματα ποιητικής γραφής. Σημαντικό είναι εξίσου και το μεταφραστικό του υλικό το οποίο σχετίζεται με τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις.
Το 1943 ο Γιώργος Μακρής επιστρέφει στην Αθήνα ύστερα από μια τραυματική και σκληρή εμπειρία αιχμαλωσίας σε ένα γερμανικό στρατόπεδο στην Τρίπολη. Εκεί πλέον μη έχοντας επαγγελματικό τίτλο, εργασία, αδιαφορώντας για τις διακρίσεις και τις ψεύτικες καριέρες έζησε στα πρότυπα των Γάλλων μποέμ συχνάζοντας σε λογοτεχνικά στέκια και καφέ, όπως το Μπραζίλιαν, το Βυζάντιο και το Λουμίδη. Άλλοτε ολομόναχος, άλλοτε περιτριγυρισμένος από ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων αναλωνόταν σε φιλοσοφικές και καλλιτεχνικές συζητήσεις αδιέξοδου χαρακτήρα. Η περίοδος χάριτος δυστυχώς δεν κράτησε για πολύ και το 1948 καλείται να υπηρετήσει τη μητέρα πατρίδα. Με δική του επιλογή ενώ είχε τη δυνατότατα να υπηρετήσει μόνο έξι μήνες, υπηρετεί περίπου δυόμιση χρόνια. Εκπληρώνοντας τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις επιστρέφει στη μετεμφυλιακή Αθήνα συνεχίζοντας την ίδιο τρόπο ζωής και πνευματικής επιζήτησης. Από το 1956 αρχίζει να ταξιδεύει στο εξωτερικό, κυρίως στη Γαλλία, ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Επιπλέον, το 1957 αποφασίζει να νοικιάσει ένα διαμέρισμα στα Ηλύσια πεδία του Παρισιού. Για τον Γιώργο Μακρή εκείνη η περίοδος υπήρξε ιδιαίτερα εποικοδομητική, δίνοντας του μια δεύτερη ευκαιρία ανασυγκρότησης. Τύπος δανδής και ιδιαίτερα στοχαστικός, με το αντίθετο φίλο υπήρξε απόμακρος και συναισθηματικά μονομερής. Απέφευγε την μακροχρόνιες δεσμεύσεις και τη μονιμότητα στις ερωτικές του σχέσεις. Σε κάποια περίοδο προσωπικής επιθυμίας για σταθερότητα, αποφασίζει να αρραβωνιαστεί επίσημα με μια φοιτήτρια της φιλοσοφίας. Δυστυχώς η σχέση αυτή έληξε άδοξα, καθώς το 1962 στη Βιέννη η κοπέλα αυτή αποφασίζει να θέσει τέλος στη ζωή της, δίνοντας ένα ακόμα χτύπημα στην ευαίσθητη ψυχολογία του Γιώργου Μακρή. Από τότε η ιδέα της αυτοχειρίας και το προσωπικό τέλμα μιας αδιέξοδης ζωής έγιναν εμμονή για τον Γιώργο Μακρή. Αδιαφορώντας πλέον και για τον ίδιο του τον εαυτό, από το 1965 αρχίζουν συστηματικά οι απόπειρες αυτοκτονίας. Συνολικά βάσει μαρτυριών και αναφορών φίλων του οι απόπειρες ήταν επτά, φυσικά όλες ανεπιτυχείς. Η παράνοια και οι φοβίες είχαν πλέον κυριεύσει τον ψυχικό του κόσμο και θολώσει το πνεύμα του. Η αδυναμία επικοινωνίας και συνειδητής παρακολούθησης των πεπραγμένων είχε ως αποτέλεσμα να απομονωθεί και να στιγματιστεί ως ένας ακόμα παράφρων, γραφικός και τρελός. «Είναι ντροπή να μην μπορώ να δώσω ένα αποφασιστικό τέλος στη ζωή μου», φέρεται να είπε σε έναν προσωπικό του φίλο λίγες μέρες πριν κάνει και την τελευταία απόπειρα αυτοκτονίας. Στις 31 Ιανουάριου του 1968 ο Γιώργος Μακρής πηδώντας στο κενό από την ταράτσα του σπιτιού του, έμενε άθελα του στην αιωνιότητα ως ένας από τους σημαντικότερους πρωτοποριακούς συγγραφείς-ποιητές, με μεταμοντερνιστή φιλοπαίγμονα διάθεση και αντικομφορμιστική ματιά. Το συγγραφικό του έργο, ανέκδοτό στο σύνολό του, γραμμένο πάνω σε κουρελόχαρτα, πακέτα τσιγάρων, φωτογραφίες ακόμα και χαρτοπετσέτες ξενοδοχείων, βρέθηκε σκορπισμένο και αφημένο σε όλο το διαμέρισμα του. Καλοί του φίλοι, συγγενείς και άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών αποφασίζουν να ανασυγκροτήσουν αυτό το κατακερματισμένο συγγραφικό υλικό και μέσα από μια επίτομη, ένα βιβλίο15, να μπορέσει να περάσει ακέραιο στην αιωνιότητα και να αποτελέσει αντάξιο μέλος στο πάνθεον της λογοτεχνίας, του πνεύματος και της διανοητικής εξύψωσης.

`

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

`

1.Λεξικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας: Πρόσωπα, έργα, ρεύματα, όροι, Αθήνα, Πατάκης 2007.

2.Ελισάβετ Αρσενίου, Νοσταλγοί και Πλαστουργοί, Τυπωθήτω, Αθήνα 2003.

3. Αναφορά στο ποίημα του Καρυωτάκη <Είμαστε κάτι> από τη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες

4. Μαρτυρία του Νάνου Βαλαωρίτη-Γιώργος Μακρής: Ο φίλος που έφυγε, ένθετη στο βιβλίο Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή (423-433)

5. Αναφορά στα ποιήματα <Κεριά >και <Τα παράθυρα>.

6. Στο εισαγωγικό του σημείωμα ο Ε. Χ. Γονατάς αναφέρει ενδεικτικά μια γραπτή μαρτυρία του Γιώργου Μακρή μέσα από την οποία ο ίδιος αναζητώντας την έκφραση που θα μπορούσε να αντικαταστήσει το λόγο, εύχεται αυτή να είναι η σιωπή.

7. Ο ιδιαίτερα ψυχρός κατοχικός χειμώνας 1941-1942, για τα μεγάλα ελληνικά αστικά κέντρα υπήρξε ολέθριος. Η κατάσχεση προϊόντων, η καταστροφή υποδομών, αλλά και ο συμμαχικός αποκλεισμός από την Αγγλία σκότωσαν εκατοντάδες χιλίαδες.

8. Επιθυμία για ανατροπή και ενσυνείδητος λόγος που θυμίζει τη Διεθνή

9. Οι Ανεύθυνοι, ένα ροκ εν ρολ μεταπολεμικό φαινόμενο με κέντρο την Αθήνα, αποτελούνταν από μια παρέα διανοούμενων και καλλιτεχνών όπως τον Γιώργο Μακρή, Λένα Τσούχλου, Ναταλία Μελά, Τάκης Βασιλάκης, Φώφη Τρέζου, κ.α. Έχοντας εξαιρετική μόρφωση, οικονομική επιφάνεια, αλλά και περίσσεια νεανική αντικομφορμιστική συνείδηση, μέσα από την παραγωγή τους προσπάθησαν να αποποιηθούν και να αρνηθούν την καταγωγή τους.

10. Νταλούκας Μανώλης, Ελληνικό Ροκ: Ιστορία της νεανικής κουλτούρας από τη γενιά του Χάους μέχρι τον θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου: 1945-1990, Άγκυρα, Αθήνα 2012.

11.<Η ανωνυμία μου επιτρέπει να αρνηθώ τον εαυτό μου, αλλά αρνούμενος τον εαυτό μου, επιβεβαιώνομαι περισσότερο>>. Joan Miro, Εργάζομαι σαν ένας κηπουρός, μτφ-Γ. Β. Μακρής.

12. Οι τελευταίες λέξεις του Γ. Μακρή στον θυρωρό της πολυκατοικίας του λίγο πριν πηδήξει στο κενό.

13. Οφείλω να αναφέρω το γεγονός ότι όλες οι βιογραφικές πληροφορίες καθώς και οι αναφορές για τον άνθρωπο Γιώργο Μακρή είναι παρμένες από την επιτομή-Γραπτα Γιώργου Β. Μακρή και από την ιστορία της αλητείας του Λεωνίδα Χρηστάκη. Οποιαδήποτε πληροφορία συνέλεξα από το διαδίκτυο αποδείχτηκε ανακριβής και συγκεχυμένη.

14. Σύμφωνα με μαρτυρίες φίλων του και συγγενών η ακριβής αιτία που προκάλεσε αυτή την αναπηρία στο αριστερό του πόδι παραμένει αδιευκρίνιστή. Ο ίδιος είχε αναφέρει ότι ήταν αποτέλεσμα αυτοκινητιστικού ατυχήματος, σε άλλους ότι είχε σπάσει το πόδι του, ενώ υπάρχουν και αναφορές που υποστηρίζουν ότι ήταν αποτέλεσμα πολιομυελίτιδας.

15. Αναφέρομαι στο βιβλίο με τον τίτλο Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή, υπό την φιλολογική επιμέλεια του Ε. Χ. Γονατά, από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της <<Εστίας>>, Αθήνα 1986.

`

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Ο Χαράλαμπος Οταμπάσης γεννήθηκε το 1990 στην Αθήνα. Είναι τελειόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας. Έχει ζήσει μέχρι την εφηβεία του στην Κω, έπειτα στην Κεφαλονιά και σήμερα στην Κομοτηνή.