`
Γλυπτό του έρωτα

Αργά τη νύχτα
δουλεύω
με τα μάτια στυλωμένα
στα φευγαλέα σώματα ,
γλυκαίνομαι
να πολεμώ
με τον πηλό στα χέρια
το πρόσωπο σου..
Εκείνο αντιστέκεται…
με νεύματα κι εκφράσεις ,
παρ’ όλη τη συνήθεια
στα γλυπτά
δύσκολα τα ανθρώπινα
τελειώνουν με την πρώτη …
Αλήθεια είναι πως στάζει
η μήτρα τους
μια σαλεμένη ελπίδα .

*

Απώλειες

Είδα να αρμέγω τα στήθη μου
μια το αριστερό
κόσμος ζύγωνε να δει
το ανθρώπινο το γάλα
στην τόση πίεση μου μονάχα αίμα πεταγόταν
κι ύστερα το δεξί
να ρέει σύννεφα τα καλούδια
καπέλα ταχυδακτυλουργικά
τα μάζωναν
πείνα, τάχα, δεν έμεινε
χόρτασαν όλοι μαγικά .
Μετά διπλώθηκα από ντροπή
γιατί μάνα δεν ήμουν
ούτε είχα παιδί για να βυζάξω
για το ψωμάκι μου πάλευα
μόνο γύρναγα, ανήσυχη
στην κάθε μου
πλευρά
κοιμόμουν κόντρα στο όνειρο
οι αντοχές μου στέρευαν
στο εκτεθειμένο σώμα.

Όλα τα πήρε και τα σήκωσε !
κανείς μη με κατηγορήσει πως δεν πάλεψα
πίσω από γραφεία τελετών
με διαδρομές συνήθεις
νέκρα το ψέμα ,νέκρα!
ούτε πως δεν έμαθα πολύ ν’ αγαπώ
να γιατροπορεύομαι
στη σήραγγα του έρωτα μου.
Κι αυτή του λόγου της η επανάσταση
δεν ήρθε
σάλεψε με τόσο πόνο
στριμωγμένη
πίσω στα αφυδατωμένα όνειρα
στολίστηκε τη νέκρα μου,
τέτοιους φόβους της φορώ τα βράδια
πως έρχεται στα μάρμαρα μου
για την παραμυθία γονατιστή
μη ξεχαστεί κερί σβηστό
καμία μου απώλεια .

*

Σκοτάδι….

Κάθομαι σε μια άκρη του δρόμου μιας νύχτας χωρίς κανένα περαστικό όνειρο…
μόνο των φρένων, ξεχασμένα αποτυπώματα στην άσφαλτο θυμίζουν την κίνηση για κάπου.
Ίσως αυτό το κάπου πέθανε από την μοναξιά του
πάνω στους αναρίθμητους τροχούς του τυχαίου.
Είμαι εδώ , απομένω φύλακας
των περιπατητών εν τέλει αποκαμωμένων από το πολύ σκοτάδι.
Ενώ γνώριμη κοντοστέκομαι στο τελευταίο τους τσιγάρο!