`

Querelae poeticae

Στην Ιωάννα Γ.

Τα πουκάμισα παραπονιούνται:

«Εμάς καμιά Ελένη δε μας φόρεσε, σε καμιά Τροία δεν πήγαμε
ούτε ποτέ σταθήκαμε σʼ εξώστη τους Αχαιούς τους τρομερούς να δούμε…
Ούτʼ ένας Πάρις μας αγκάλιασε και δάκρυα καμιάς Κασσάνδρας δεν μας μούσκεψαν… Τον Έκτορα δεν είδαμε να φεύγει και τον γερο-Πρίαμο να θρηνεί…

Οι Αχαιοί περνούσαν κι οι Μήδοι έρχονταν·
οι Μήδοι έφευγαν κι άλλοι στρατοί ερχόντουσαν..
Και μεις εκεί… δοσμένα ολοτελώς, παραδομένα ελαφρά…
Και τα ρολόγια της Ιστορίας σταματούσαν κι άλλοι τα κούρδιζαν…

Εμάς, μας κράτησαν διπλωμένα σε ντουλάπες, μας σιδέρωσαν,
μας φόρεσαν τις Μεγάλες εκείνες Κυριακές κι ύστερα ξανά στην άκρη…

Κι όμως εμείς είμαστε κείνα που στρώσαμε πάνω σε γυμνά σώματα φοιτητών,
που γεμίσαμε τσιγάρα και χορτάσαμε έρωτα..
Που αργότερα μας πέταγαν έτσι,
σαν ανεκπλήρωτες υποσχέσεις,
σε ντουλάπες…

Γεμίσαμε μπογιές από συνθήματα,
κόκκινο της μπογιάς και κόκκινο του αίματος,
σε κείνες τις Μέρες που ο ήλιος έδυε νωρίς…
Κι αν όχι η Ελένη, μας πήρε αγκαλιά η Μαρία κι η Κατίνα,
ωραίες κι αυτές και πάντα στις σωστές τις ώρες…

Τελικά μόνον εμείς δεν μείναμε αδειανά …»

*

Η προφητεία του Νηρέα

Horatius, Carmina, 1.15

Έφυγε νύχτα το τρωάδικο καράβι,
μη λάμψουνε στο φως του ήλιου τα λάφυρα – μη λάμψει κι η Ελένη –
και προδοθούν στους φύλακες,
που φεύγοντας, τον πάππο του να θάψει είχʼ ο Μενέλαος αφήσει.

Φύσαε αέρας ούριος·

ξύπνησε από τον ύπνο του ο Νηρέας στων κουπιών τα χτυπήματα.
Σηκώθηκε, ανέβηκε σε βράχο και φώναξε στο πλοίο:

« Πάψε την πλεύση σου Πριαμίδη
και γύρνα πάλι πίσω. Αυτή που πίσω σέρνεις
μεγάλο κακό στη γενιά σου θα φέρει και στου πατέρα σου τον οίκο τον παλαιό,
όταν με μαύρα πλοία κινήσουν οι Αχαιοί πίσω να την επάρουν.
Θα κάνει δύστυχες τις μάνες, θʼ αφήσει πίσω της ορφανά
κι ας λέγει η Κύπριδα όσα θέλει.
Γύρνα την πίσω και κράτα τα πλούτη, ξεναπάτη!
Καράβια, πόλεις κι άνδρες στο χαμό θα τραβήξει…»

Ο Πάρις, που στο νου του γυρόφερνε την κόρη του Δία,
γύρισε, κοίταξʼ αδιάφορα το θεό και διάταξε:

«Πρόσω!»

*

Πάτροκλος

Στον Ιωάννη Α.

Κάθεται στην αγορά, πάνω σʼ ένα τελάρο·
θα ʽναι γύρω στα είκοσί του χρόνια, ωραίο παιδί.

Καπνίζει, φαίνεται που δεν το σηκώνει. Κάθε τόσο γυρνάει στο πλάι και βήχει.
Μα να τʼ αφήσει κάτω αρνείται από πείσμα.

Στο πρόσωπό του έχει σχηματιστεί ένα μουστάκι εφηβικό κι κείνος καμαρώνει.

Το κοστούμι του, δανεικό από αγαπημένο ξάδερφο, του πέφτει μεγάλο.
Οι ώμοι, που του πέφτουν φαρδιοί δεν τον νοιάζουν. Σε λίγο θα το βγάλει και θα το ρίξει στο πλάι.
Κι ωστόσο, δε φαίνεται γελοίος. Δικαιολογείται, θέλει να μεγαλώσει γρήγορα.
Η μάνα του παρακαλεί καθημερινά τη Θεοτόκο να τον προσέχει,
μην κακοπάθει από τη βιάση του.

Φοράει τη τραγιάσκα του στραβά. Έχει αφήσει τα δυο πρώτα κουμπιά του πουκαμίσου τʼ ανοιχτά, να σημαδεύσει καλύτερα η λόγχη.
«Μορτάκι» που λένε.

Χαμογελάει αυτάρεσκα.

Ένα φορτηγό με τʼ όνομα «ΈΚΤΩΡ κʼ Σ.Ι.Α.» φαίνεται στο δρόμο.
Πετάει κάτω το τσιγάρο του και το πατάει κάπως αδέξια να σβήσει.
Πηδάει μέσα και χάνεται…

*

Νυκτοπορία Πριάμου

«΄Αλγος εν τη Ιλίω κʼ οιμωγή»

Κ.Π.Καβάφης

Στη νύχτα ακούστηκε θόρυβος κάρου.
«Αλτ! Τις ει;» φώναξʼ ο φρουρός προτάσσοντας το όπλο του.

«Αφήστε με να θάψω το παιδί μου!» ακούγεται φωνή.

Είνʼ ένας πατέρας απʼ τα γύρω χωριά.
Το γιο του τον εκτελέσανε εχθές στρατιώτες·
συνεργαζόταν με τους αντάρτες είπαν. «Ζήτημα εθνικής ακεραιότητος».
Το πτώμα το ʽχουνε με άλλα πέντε άθαπτο, ριγμένο παράμερα.

«Φέρνω λάδι, κάποια ψωμιά κι όσα λεφτά, μπόρεσα να βρω πρόχειρα.
Πηγαίντε με στο φρούραρχο, να πάρω πίσω το σώμα του.
Αφήστε με να θάψω το παιδί μου…»

Με κοντακιές οι στρατιώτες τον διώχνουνε.
«Αφήστε με να θάψω το παιδί μου…» σπαράζει ο γέρος.

Στο τέλος, κάποιος αξιωματικός τον λυπάται
και διατάσσει να φέρουν το σώμα και να το φορτώσουν στο κάρο,
τυλιγμένο στη χλαίνη,
να το πάρει στο χωριό να τʼ αποδώσει τις τιμές τις πρέπουσες.

«Λαλεί
ολίγα. Μόνην σκέψιν τώρα έχει
ταχύ, ταχύ το άρμα του να τρέχη.»

`

***********

Ο Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος είναι δευτεροετής φοιτητής της Ελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ. Γεννηθείς το 1993 στην επαρχιακή Κοζάνη. Το ενδιαφέρον του κινείται κυρίως γύρω από τη μεσοπολεμική και μεταπολεμική λογοτεχνία και ειδικότερα στη σχολή της Θεσσαλονίκης.