Από τη συλλογή Ακίνητη εποχή, Jaka Book, 2004

Ώρα προαυλίσματος

Απόψε βρέθηκα εδώ στον αυλόγυρο
πάνω κάτω στην περίφραξη του στρατοπέδου
η ίδια διαδρομή, τα ίδια πακέτα να μεταφέρω
και γιατί εσύ δεν μας δίνεις ένα χεράκι
και ένας ξένος γιατί δεν αναλαμβάνει την αυγή;
Με τα μάτια προς τα μέσα επαναλαμβάνει-
Φεβρουάριος! Φεβρουάριος!− ένας μήνας
της προσωπικής μου ιστορίας κι άρθρωσης
όταν ζητάω−Χριστέ μου σώσε το μυαλό μου!−
Πάνω κάτω στον κίνδυνο εκτεθειμένη
δίχως ζεστασιά στα αγαθά, στην κρίση
στην ανάσα ενός διάκενου, να χάνω την αναπνοή μου
χάνω τη μνήμη μου, επιστρέφω ξανά εκεί
στην μοναδική φιλική στιγμή που είχα με τον χρόνο
−τι μου συνέβη μετά, πότε; −

Καλοκαίρι του ʼ95

Θα ζητούσα από τη Σίβυλλα
μια τρυφερή και παιδική βραδιά
όταν γλυκά βράζει το πηγαδίσιο
νερό αλλά η Σίβυλλα είμαι εγώ
και τα αποκαλύπτω όλα,
τα βασανιστήρια, τους αποχωρισμούς
επιστολές ευτυχισμένες και χυδαίες
ολόκληρο ρεπερτόριο από σιωπές
και εκβιασμούς όταν οι συγγενείς δυνάστευαν
και αγαπούσαν όλους τους ξένους.
Η μάγισσα λέει: ο νόμος επικρέμαται
ο νόμος απαιτεί, αύριο θα πάει
με τα νερά σου. Περπατώ
διαγωνίως, έχω στόχους και βουτιές,
−δώσε μου δύναμη και καλοσύνη −

Η θάλασσα είναι σκέτη καταιγίδα
οι ζητιάνοι στέκονται ακίνητοι
στις ακτές της Σπερλόνγκας
τάπητες και ωμοπλάτες γυρμένες, κάθε
κύτταρο είναι μακριά από τη βάναυση
μητέρα του, κάθε οικογένεια
συγκρατημένη από εκείνο τον ειδικό
νόμο της τύχης, της σπίθας
της παραλίας, του κυττάρου
που πολλαπλασιάζεται.

Ρώμη

Η ρωμαϊκή νύχτα το ρίχνει στα νερά της μητέρας
μετά στις μητέρες,
αλλά το πράγμα είναι εύθραυστο και ορφανό:
τα άνθη, τʼ αγάλματα του Ιουνίου, τις ζεστές
ασήκωτες μέρες της οδού Μερουλάνας
όπου κάποιος μπορεί να είναι φτωχός εν ειρήνη
και το κορίτσι με τα σανδάλια σταματάει
το χρόνο στο σκισμένο ημερολόγιο,
δεν είναι κυρία, δεν είναι πουτάνα,
ούτε γλάστρα σε κοσμική συνεύρεση
επιδεικνύει στίχους στην ανατολική πτέρυγα
όπου το κλάμα του νεογέννητου
μοιάζει με το κλάμα του νεογέννητου
όπου το κλάμα γεννιέται πεθαίνει και ξαναγεννιέται
εκεί που ένα άλλο χελιδόνι στήνει τη φωλιά του
με παράφωνες οιμωγές. Εκεί το κινεζάκι,
ο Αχμέτ, ο Μουσταφά, συλλέγουν άνθη και σκουπίδια
δίχως να ονειρεύονται κάποια επιστροφή,
σαν εγκαταλειμμένοι προσκυνητές
στους οποίους κανείς δεν ρωτάει
αν είναι σημαντικός ο θάνατος
συνεπαρμένοι κι άρπαγες βυθισμένοι
σε έναν ανάλαφρο μετανάστη ύπνο.

Απερίγραπτου πένθους αγάπη

Είναι σαν μια ιστορία δίχως χρόνο
κάθε μέρα μια πόρνη με κοιτάζει
έχει δεμένη μια πολύχρωμη ταινία στο χέρι
της ίδιας ράτσας κι εγώ περιπλανώμενη
καβγατζού εν εξελίξει
μπλέκομαι στα όνειρά της, τις αυγές
σκύλα που βλέπει μέρα με τη μέρα τον Απρίλη
στα στήθη της, και χαραγματιές,
κουρελιάσματα, βιασμούς, το καινούριο
αλλάζει και πράοι απομένουμε όπως κι αυτή
την ωραία «ωραία της μέρας»
καθώς το πένθος της καταβροχθίζεται
σε έναν στρόβιλο, κι όταν βρέχει
το ανοικτό της σώμα κτυπάει την πόρτα
του χρόνου− επιδεικνύοντας την κορδέλα
στο ασθενικό της χέρι−

δεν γνωρίζει από πού πηγάζει το κλάμα
από τι βάθη μιζέριας και μνησικακίας,
τι λίστες κατατάξεων του μίσους,
τι ατιμωτικά απογεύματα φωτός.

Απομακρυνθείτε, Έρωτες!

Υπήρξαν μέρες που άνοιξαν διαδρόμους
στον περιορισμένο παιδικό μου χρόνο
απαιτώντας τα πάντα από εμένα
αλλά εγώ δεν γνώριζα τι ήταν άνεμος,
τι ήταν ουρανός, τι ήταν βαρβαρότητα,
χάνονταν μες στους καθρέφτες
εγώ έβλεπα να περνούν τα κατοικημένα σπίτια
τραχιά, αδιόρατα, συντριμμένα.
Ήθελα να ήμουνα ένα πράμα ανάμεσα στα άλλα
όχι κάτι ιδιαίτερο για τον Θεό, για εσάς,
να ήμουνα ένα κόκαλο, ένα φτερό
που παθιασμένο και καλοσυνάτο περιστρέφεται.
Αποζητούσα όλους τους πιθανούς έρωτες,
όλους τους σελιδοδείκτες του δάσους,
ήθελα να γνωρίσω και να νικήσω
ένα-ένα όλα τα δέντρα.

Ψάξε το καινούριο

Ψάξε τον καινούριο μεγάλο σαν φέρετρο
τρελό έρωτα που θεραπεύει, βυθίσου
σʼ έναν θάνατο που λησμονεί, και θα βρεις
το ολοκαίνουριο εξοχικό σου, τη νέα ζωή,
το σκοτεινό τραγούδι των δέντρων
το απέλπιδο τραγούδι των πουλιών,
τη σκιά των ιερών δέντρων,
ούτε πενία, ούτε σάρκες, ούτε διχογνωμίες,
παρά μόνον εκείνη η παιδική μελωδία
που κάποιος ανακαλύπτει σιγά-σιγά
μέσα σε ένα φλεγόμενο εμβαδόν,
θα τους δούμε να μπαίνουν όλοι στο σπίτι
ψέλνοντας ύμνους.

ΤΖΙΟΒΑΝΝΑ ΣΙΚΑΡΙ

Μετάφραση:Σωτήρης Παστάκας

Η Τζιοβάννα Σικάρι γεννήθηκε στον Τάραντα το 1954. Το 1978 πήρε το πτυχίο της από τη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ρώμης, και για 12 ολόκληρα χρόνια παρέδιδε μαθήματα στο σχολείο των φυλακών της ίδια πόλης. Σύζυγος του ποιητή Milo De Angelis, και μητέρα ενός αγοριού, πέθανε το 2003 στη Ρώμη. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές: Decisioni [Αποφάσεις] (Barbablu, Σιένα1986), Ponte d’ ingresso [Γέφυρα εισόδου] (Rossi e Spera, Roma 1988), Sigillo [Σφραγίδα] (Crocetti, Μιλάνο 1989), Uno stadio del respiro [Ένα στάδιο της αναπνοής] (Scheiwiller, Μιλάνο 1995), Roma della vigilia [Ρώμη της παραμονής] (II Labirinto, Roma 1999), Epoca Immobile [ Ακίνητη εποχή] (Jaca Book, Μιλάνο 2003).

στην αναπάντεχη πρόκληση του rebstein, το ποιείν απαντά δεκαπενταύγουστα με Τζιοβάννα Σίκαρι