Ώρα βραδινή
Σιγά και ψυχρά πάνω μου φυσά η ανάσα σου η μακρινή.
Κάτω βαθιά βρίσκομαι δεμένος την ώρα αυτή τη μαγική.
Κι ό, τι γνωρίσαμε, το βραδινό πάθος σκορπά,
Απʼ όλα μας τα λόγια μένει μονάχα αυτό: να ʽσαι καλά!
*
Στο ποτάμι
Στου ποταμού την όχθη θλιμμένος στέκεις,
Θλιμμένα ο δρόμος μου οδηγεί στην άλλη όχθη.
Κανείς δεν ξέρει αν σου μιλήσει ο άλλος.
Αγριεμένα βουίζουν τα νερά.
Θέλεις να δέσουμε μια βάρκα στο γιαλό,
Εσύ απʼ την μια μεριά, απʼ την άλλη εγώ;
Θέλεις μετά στη μέση του ρεύματος
Να χαιρετηθούμε χτυπώντας τα κουπιά ελαφρά;
Θέλεις το ποτάμι να κατεβούμε,
Με τις βάρκες, χαμογελώντας μόνο,
Μέχρι να φτάσουμε στο πέλαγος το λαμπρό,
Να σταθούμε και να κλάψουμε εδώ;
*
Ο θάνατος θα μας…
Ο θάνατος θα μας πάρει στα χέρια,
Οδηγός των ψυχών που λάθεψαν,
Που λένε: «Αυτός είναι ο δρόμος ο σωστός!»
Και ξαναλένε: «Αυτή είναι χώρα
Που λαχταράμε και γιʼ αυτή κλαίμε».
Όμως τα βλέμματα χαμηλώνουν μετά,
Κι όλο θλίψη ρωτούν: «Αυτό ήταν μόνο;»
***
Επίμετρο: Γεννημένος στο Βερολίνο το 1881, ο Walter Calé σπούδασε νομικά και φιλοσοφία. Εκτός από ποιήματα, δημοσίευσε εργασίες για τους Νεοπλατωνικούς, καθώς και ένα «ψυχολογικό» μυθιστόρημα, το πρώτο του είδους, με τίτλο: Ο Καθηγητής Πιστοκέλιους και το Σπίτι του. Οι στίχοι του θεωρήθηκαν ως «ο λυρικός κανόνας του μέλλοντος» για τη γερμανόφωνη ποίηση. Αυτοκτόνησε το 1904, σε ηλικία μόλις 23 χρονών.











