Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Παλιά ήμουν
στα κανόνια υπεύθυνος
για τις βολές και τις μπάλες
βυθίστηκαν πολλά καράβια
στους καιρούς μου κατάρτια
έσπαγαν ωσάν κλαράκια
άνθρωποι έκρωζαν από τον
πόνο
πολέμησα για κάτι παραπάνω
από τον πόλεμο και την ιδέα
του πολέμου για κάτι πιο
αφηρημένο κι από τα
αφηρημένα ουσιαστικά
πολέμησα για τη χίμαιρα
την ουτοπία πάντα βλέποντας
μέσα από το μονοκυάλι τη
γη των Μακάρων να πλησιάζει
και πάντα να απομακρύνεται
Έφτασα πιο πέρα από τις
στήλες του Ηρακλή και
ποτέ δεν τα κατάφερα να
γίνω κάτι άλλο από αυτό
που ήμουν όπως δεν μπορεί
να περπατήσει ή να ντυθεί
το πιο επιδέξιο ψάρι
ανακάτεψα τους ωκεανούς
ανακάτεψα τα στομάχια των
συντρόφων μου ανεβαίνοντας
και κατεβαίνοντας τους
αφρούς των κυμάτων
τους αφρούς του στόματός μου
πολέμησα και με τα τέρατα
–κι αποδείχτηκα τερατώδης–
το καλαμάρι και το χταπόδι
και τη σουπιά το ένα τους
χιλιοστό το βλέπετε πάνω
στο τραπέζι σας καθώς τρώτε
και κάθε μάχη είχε για τέλος
της την αρχή μιας άλλης
και δεν κουράστηκα όπως
είθισται οι βροτοί
Παλιά ήμασταν λες
χυμένοι μέσα σε ειδικά
καλούπια καμωμένοι από
χαλκό και από ορείχαλκο
ξέραμε τα μέταλλα και τις
ιδιότητές τους
σκληροί σχεδόν όσο κι αυτά
Παλιά ήμουν στις μπάλες
και στα κανόνια
κραδαίναμε πάλες χαντζάρες
ματσέτες και αρκεβούζια
μαχαίρια ακόνισαν φωνητικές
χορδές
μαχαίρια χάραξαν ανεξίτηλα
τατουάζ
τόσο αντιστέκεται η σάρκα
στο μαχαίρι όσο και το
αφράτο ψωμί
όλα τα κάναμε όμως δε
φάγαμε τους εχθρούς μας
όχι γιατί ξέραμε την ασθένεια
μπέρι μπέρι
αλλά επειδή μέσα στο νου μας
και τη θολούρα του νομίζαμε
πως ανοίγαμε τον φεγγίτη
ενός άλλου καλύτερου κόσμου
Τώρα σχεδόν ξεμπέρδεψα
με καθετί το ανθρώπινο
εμπρός μου απλώνονται
τα λαγκάδια των γηρατειών
τα ήσυχα χωριά και οι φάρμες
και πάλι όμως ο πόλεμος
για τη χάραξη των ορίων
κι η βουλιμία για προσωπική
ιδιοκτησία πάντα παρούσα
κι οι ναοί
με τις ψαλμωδίες που ζητούν
κάτι πιο πνευματικό αλλά δεν
το διαθέτει ο άνθρωπος
Θα αυξηθούν στο μέλλον
οι ναοί και οι δοσοληψίες
κάποιοι θα θέλουν να δώσουν
και κάποιοι να πάρουν
διάλεξε από τώρα τους φίλους
σου
με ποιους θα συμπαραταχτείς
δε θα υπάρχουν στο μέλλον
φράχτες ανοιχτοί όπου ήσυχα
θα κοιμούνται και θα τρων
τα μεγάλα διλήμματα
διάλεξε από τώρα από ποια
πλευρά του κανονιού θα είσαι
και μάθε να μην αναβάλλεις
κι από τις δυο μεριές
ωσάν παλιά φωτογραφία
απεικονίζεται το ζεύγος
ο εξευτελισμός από τη μια
και δίπλα του η αναλγησία
Παλιά ήμουν στα κανόνια
τώρα κάνω άλλα πράγματα
σε λίγο θα βράσω τα χόρτα
και τις πατάτες θα τα
σερβίρω σε μεγάλες γαβάθες
με λάδι αλάτι θαλασσινό
και με ψιλοκομμένο
μαϊντανό
Το παρελθόν μου όπως το
έγραψα
δε θα το ζήσω ξανά
**************
Ο Γιώργος Καλοζώης είναι Κύπριος φιλόλογος και ποιητής. Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1963. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δημόσια Εκπαίδευση της Κύπρου.
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ











Κατέχεις, ποιητή, πάντα καλά τα μυστικά του στίχου, για να βγάζεις τον αναγνώστη σου στο πέλαγο των στεναγμών, εκεί που πλέουν πειρατές που μπορούν ακόμη και λένε φωναχτά τους στίχους σου “πολέμησα για τη χίμαιρα
την ουτοπία” ! Ανήσυχοι κι ωστόσο ευτυχείς βοούν όχι “ωσαννα”, μα το δικό σου
“Το παρελθόν μου όπως το
έγραψα
δε θα το ζήσω ξανά”.
Καλοτάξιδο, λοιπόν, το νέο βιβλίο σου.
Tα ποιήματα του ΓΚ δεν υπόκεινται σε ανάλυση. Το μόνο που μπορείς να κάνεις, είμαι να τα καταπιείς. Αν μπορείς να καταπιείς έναν ποταμό. Είναι περισσότερα από τη δίψα σου.Στο τέλος πάντως θα σε πνίξουν, δεν γλυτώνεις.Είναι ποιήματα με δολοφονικά ένστικτα.
Αγαπητέ μου Γιώργο,
Σερφάροντας στο διαδίκτυο, στους ιστοτόπους των διεθνών χρηματοοικονομικών ΜΜΕ, ψιλαφώντας στο σκοτάδι το μέλλον των Λαών, παγιδευμένος στο σιδηρούν παραπέτασμα των τεσσάρων τοίχων: τριών της ΤΡΟΪΚΑΣ κι’ ο τέταρτος; μα των διεθνών Οίκων! Λιγότερο σαν το Μαντείο των Δελφών, μα πιο πολύ σαν σύγχρονων Κασσάνδρων με τον δικό τους Δούρειο Ίππο. (« Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη, βίβλους γραμμάτων και αριθμών…») και μέσα στην παραζάλι του μυαλού και τη μιζέρια της ψυχής αναζήτησα δροσερό νερό να ξεδιψάσω. Έρποντας έφτασα στο ΠΟΙΕΙΝ.gr! Και σε βλέπω εκεί, ποιείν και «δημιουργείν» πολιτισμό! Θα μου πήρε μερικά λεπτά να διαβάσω το νέο σου ποίημα. Μα για μένα ήταν αιώνες. Ένοιωσα να απελευθερώνομαι από κάθε καταθλιπτική κατάσταση και αυτοκτονική τάση που είχε προκαλέσει προηγουμένως ο εγκλεισμός της ψυχής στο παραπέτασμα των τεσσάρων εκείνων τοίχων. Στη δεύτερη και τρίτη ανάγνωση όμως, η καρδιά δέθηκε κόμπο. Τώρα πια στα αυτιά του νου αντηχεί το «… πολέμησα για τη χίμαιρα την ουτοπία … βλέποντας τη γη των Μακάρων να πλησιάζει και πάντα να απομακρύνεται…». Λόγια φιλόσοφου, λογοτέχνη, ιστορικού του μέλλοντος, πάνω απόλα λόγια ενός μεγάλου Ποιητή πολιτισμού. Τι Πολιτισμού; Εκείνης της δύναμης που θα κρατήσει αναμμένη την ελπίδα για το μέλλον του Λαού μας. Είμαστε όλοι περίφανοι για σένα Γιώργο.
Ένας άλλος Καλοζώης (Φ.)
Πετάγομαι κι εγώ! Αν διαβάσατε το δελτίο τύπου λέει ότι πουθενά δεν υπάρχει ελπίδα και ότι η αισιοδοξία αντλείται από τη διαδικασία της γραφής. Συμφωνώ όσο τίποτα. Δεκανίκι για τους ανεπανόρθωτα τραυματισμένους ανθρώπους είναι και η ανάγνωση της γραφής. Φάρμακο για τα φαρμάκια μας. Λουλούδι στον ποιητή.
Αντε ένας ένας να γινόμαστε καλά. Αμήν.