Ως την τελευταία συλλαβή των ημερών

να γράφεις είναι μια μοίρα που τρέφεται από τον ίσκιο των ωρών
το ερωτικό αγκάθι όποιου δεν αφήνει τίποτα πίσω του
για να ʼναι στάχτη, στοιχείο του ανέμου
είναι χαραγμένο πάντα με γράμματα φωτιάς
μες στις ίριδες των σημαδιών που σέρνει –ένα υμνολόγιο
ταπεινό, μια σύνοψη βημάτων δίχως ίχνη
ξεχειλίζει συλλαβές αθωότητας και μνημούρια άμμου
από το σιωπηλό λαγήνι που ξεδιψά τα χείλη,
όταν νοσηρές λέξεις άριας αποσπώνται απʼ τα χέρια
συνθλίβονται στην αδιόρατη άβυσσο
μίας σελίδας–
να γράφεις είναι μια ώρα που τρέφεται απʼ τη μοίρα
το αγκάθι που καθηλώνει το σώμα σε πλέγματα από χαραυγές
μες στη νυχτιά
και τρυπά ψηλαφά συρράπτει τραύματα ανοιχτά
ξεσχίζει τη σάρκα
μέχρι να ματώσουν ακόμη και τα όνειρα
μέχρι η εικόνα νʼ ανθίσει στους ήχους της πηγής
οι σβολιασμένες αλφαβήτες στην κραυγή

*

(είναι αυτές οι φωνές που λείπουν από μια πέτρα
για να νιώσει τόξο που σκόπευσε προς τον ουρανό,
είναι αυτοί οι τονισμοί
που συνοδεύουν το σπόρο στον τάφο του φωτός του – στον πύρινο γκρεμό
όπου ο θάνατος είναι οιωνός εποχών,
προφητεία των καρπών και της θύμησης)

Fino allʼultima sillaba dei giorni

scrivere è un destino covato dallʼombra delle ore
la spina amorosa di chi non lascia niente alle sue spalle
perché essere cenere, sostanza di vento
è inciso da sempre a lettere di fuoco
nelle pupille dei segni che trascina – un canzoniere
infimo, un breviario di passi senza orma
tracima sillabe dʼinnocenza e memoriali di sabbia
dalla brocca si
lente che disseta il labbro,
quando parole malate dʼaria si staccano dalle mani
precipitano nellʼimpercettibile abisso
di una pagina –
scrivere è unʼora covata dal destino
la spina che costringe il corpo in reticoli dʼalbe in piena notte
e punge fruga ricuce orli slabbrati lacera la carne
fino a che sanguinano anche i sogni,
fino a che lʼimmagine fiorisce in echi di sorgente
gli alfabeti rappresi dentro un grido

*
(sono queste le voci che mancano a una pietra
per sentirsi un arco lanciato verso il cielo,
sono questi gli accenti
che scortano il seme alla sua tomba di luce – al precipizio ardente
dove la morte è presagio di stagioni,
oracolo dei frutti e del ricordo)

*******

Από τα «Αποτυπώματα στο νερό»

είναι ο νους που
αριθμεί τη σιωπή
των νεκρών, και το μέτρημα
είναι ένας πόνος που ζει και
διακλαδώνεται σε κηλίδες
σύννεφων πάνω στο δέρμα, μερικές φορές
είναι άμμος, ένα ηλιοβασίλεμα
ένα λουλούδι του χιονιού
νʼ απλώνεται μέχρι
τις ίριδες, να
γεμίζει το στόμα
με τη γλώσσα του ξέχειλη
από θύμησες, με τα περιφερόμενα
αποκαΐδια μιας
πυρκαγιάς, με το
περίβλημά του από πατημασιές, φωνές
μαλλιά, με τη
σβολιασμένη, ακάθαρτη
αλήθεια του πάγου

da “Impronte sullʼacqua”

è la mente che
numera il silenzio
dei morti, e la conta
è un dolore che vive e
ramifica in chiazze di
nuvole sulla pelle, a volte
è sabbia, un tramonto
un fiore di neve
a distendersi fino al
le pupille, a
riempire la bocca
con la sua lingua colma
di ricordi, con i resti
vaganti di un
incendio, con la sua
veste di orme, di voci
di capelli, con la
rappresa, impura
verità del gelo

*******

Imago

σκοντάφτει σε μια κραυγή
που αιμορραγεί στο φως
κάθε φορά που κοιτάμε τʼ αστέρια
κανένα όριο δεν μας χωρίζει από την απουσία
καμία λέξη τόσο βαθιά,
που να μπορεί να την αποσιωπήσει

*
έτσι είναι η χάρη των εικόνων
που αντεστράφησαν μες στις παλάμες, ξέφυγαν απʼ τον ίσκιο,
που τώρα τον θυμάσαι στρατοπεδευμένο ανέκαθεν
στο κατώφλι σου, όμως
επρόκειτο για προσδοκίες, ασκήσεις
δίχως σύμβολα, σαν να στολίζεις αποψυγμένα
κάτοπτρα με τον αλμυρό χτύπο
μιας ναυγισμένης ίριδας

Imago

si inciampa in un grido
che si dissangua in luce
ogni volta che guardiamo le stelle
nessuna soglia ci separa dallʼassenza
nessuna parola così profonda
da poterla tacere

*

così è la grazia delle immagini
rovesciate nel palmo venute via dallʼombra
che ora ricordi accampata da sempre
alla tua soglia ma
si trattava di attese esercizi
privi di simboli come adornare sbrinati
specchi col battito salino
di una pupilla naufragata

*******

Η κοπή κι η σκιά

κανένας οιωνός
μόνο ένα ρίγος στην ενέδρα της μέθης
αναψηλαφώντας τʼ ολισθηρό χείλος
του κάλυκα, το ανήσυχο κεντρί
που ήταν ουσία ορατή,
τον ξέχειλο ολολυγμό του ήλιου το μαύρο
του φωτός που προδίδει τα δάχτυλα,
έτσι σμηνουργεί σε ροές αγρύπνιας
η εικόνα στην οποία το χέρι προσθέτει
την κοπή και τη σκιά και μέσα στη σκιά
το σημάδι που μιλά για ένα σώμα
όπου το πρωί καταγράφεται
σε πληγές και σταυρούς όπου το γιατρικό
του οίκτου πεσμένο τριγύρω
έφερε κατάρρευση φράγματος και λαβύρινθος
φωνών προκύπτει τώρα στην αφή

Il taglio e lʼombra

nessun presagio
solo un fremito di ebbra insidia
ripensando lʼorlo franato
del calice il pungolo inquieto
che fosse visibile sostanza
lʼurlo tracimato del sole il nero
di luce che tradisce le dita
così sciama in rivoli dʼinsonnia
lʼimmagine a cui la mano aggiunge
il taglio e lʼombra e dentro lʼombra
il segno che racconta un corpo
dove il mattino è scritto
in piaghe e croci dove il farmaco
pietoso rovesciato intorno
era cedimento dʼargine e labirinto
di voci appare ora al tatto

*******

Από «Το δώρο του Ηράκλειτου»

το οβάλ που ναυαγεί
την ηρεμία του καθρέφτη
είναι ένα μάτι με οσμή γάγγραινας

την αυγή
πιέζοντας με δύναμη την άκρη
λευτέρωσα τον άνεμο

ίσως να το γιάτρεψα

θυμάμαι
σʼ όνειρο ήταν η μάνα μου

μου χάιδευε το πρόσωπο
κουνώντας κυκλικά τα δάχτυλα
σαν κάποιον που ανάβει φωνές
στον έρημο βωμό
της γέννησης

με τα δάκρυά της μετέωρα
ανάμεσα στο πυκνό ίσκιωμα,
όπου φυτεύει ρόδα δίχως μίσχο,
και στην πηγή καταμεσής στα στήθη

τα λαβωμένα αστέρια
απʼ όπου αντλούσε φως

da “Il dono di Eraclito”

lʼovale che naufraga
la calma dello specchio
è un occhio in odore di cancrena

allʼalba
premendo forte il fianco
ho liberato il vento

forse lʼho guarito

ricordo
cʼera mia madre in sogno

mi accarezzava il viso
muovendo in circolo le dita
come chi accende voci
sullʼaltare deserto
della nascita

con le sue lacrime sospese
tra lʼombra cava
dove piantuma rose senza stelo
e la fonte in mezzo ai seni

gli astri feriti
da cui attingeva luce

 

 

 

 

 

*******
ΕΠΙΜΕΤΡΟ

…μια μακριά, λευκή γενειάδα απʼ όπου ξεπροβάλλει πάντα ένα δώρο, ένα μικρό βιβλίο, ένα χέρι έτοιμο για ένα χάδι· […] ένα βαθύ, αυστηρό βλέμμα που αρχικά σε “αποθαρρύνει”, αλλά με μια απίστευτη τρυφερότητα· …μορφή που θυμίζει Καραβάτζιο, με μια ενδότερη φλόγα που ζεσταίνει αλλά δεν καίει…· …να διαβάζεις την ποίησή του, είναι σαν να μπαίνεις σʼ έναν τόπο που έχει μυστήριο, μια αύρα που ευωδιάζει σαν ιερό, όπου δοξάζεται σε όλες του τις εκφάνσεις ο πόνος…· μια ποίηση “δώρο της λέξης”· μια ποίηση–ναός, όπου “απαγγέλλονται σκέψεις”: έτσι περιγράφουν οι ένθερμοι σχολιαστές του τον ιταλό ποιητή και καθηγητή Φιλοσοφίας και Ιστορίας, Φραντσέσκο Μαρότα, που γεννήθηκε το 1954 στη Νότσερα Ινφεριόρε, μια πόλη κοντά στο Σαλέρνο, και τώρα ζει κι εργάζεται στο Μιλάνο.

Κάποτε, ο Εουτζένιο Μοντάλε διατύπωσε «το κακό τού να ζεις». Σήμερα, ο Φραντσέσκο Μαρότα καταγράφει «την ξεχασμένη τέχνη τού να πεθάνεις», τη σκοτεινή πλευρά τού να γράφεις και να ζεις, την κραυγή πόνου που δεν εξηγείται μπροστά στην «άβυσσο» μίας σελίδας. Όλη η ποίησή του εκρήγνυται από ανασημασιοδοτούμενες λέξεις που «βλασταίνουν» εικόνες, μια τεχνική που πηγαίνει πέρα από την ελλιπή στίξη στη δομή της γλώσσας, στην ενδελεχή «ανασκαφή» της λέξης και της δυναμικής της, ωθώντας τον αναγνώστη στην αποκρυπτογράφηση των μυστικών νοημάτων μες στους στίχους-σπαράγματα, που κάνουν την ποίησή του ακόμη πιο ελκυστική καθώς «υπάρχουν στίχοι γραμμένοι/με τα μάτια».

Στο ποίημα Ως την τελευταία συλλαβή των ημερών, ο Μαρότα αποτυπώνει την εικόνα του πάθους για αδιάλειπτη γραφή ως αναγκαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης: «να γράφεις είναι μια μοίρα που τρέφεται από τον ίσκιο των ωρών/να γράφεις είναι μια ώρα που τρέφεται απʼ τη μοίρα», ένα πάθος που γίνεται για τον ποιητή «το αγκάθι» που καθηλώνει το σώμα του, του «ξεσχίζει τη σάρκα», τον αναγκάζει να γράφει ακατάπαυστα μέχρι να ματώσει, «μέχρι να ματώσουν ακόμη και τα όνειρα».

Με κυρίαρχο το υπερρεαλιστικό στοιχείο ενός ανεστραμμένου σύμπαντος στο Imago -«η χάρη των εικόνων/που αντεστράφησαν μες στις παλάμες»- στην αλληγορική του γλώσσα η άποψη του πόνου μετουσιώνεται σε μια «ναυαγισμένη ίριδα»· παίρνει σχήμα οβάλ, σαν το σχήμα του ματιού στο Δώρο του Ηράκλειτου, «το οβάλ που ναυαγεί την ηρεμία του καθρέφτη» και, συνάμα, την ψευδαίσθηση μες στην οποία ζούμε, με διάχυτη τριγύρω την «οσμή γάγγραινας».

Ο συγγραφέας, ποιητής και εικαστικός Ντάβιντε Ράκα, στο κριτικό του σημείωμα για την ποιητική συλλογή Αποτυπώματα στο νερό γράφει ότι «ο άνθρωπος δεν είναι το ψηφιακό του αποτύπωμα. Είναι κυρίως το αποτύπωμα που πάνω στο δέρμα τού χαράσσει η ίδια η ζωή. Η ποίηση του Μαρότα δεν είναι ποίηση ταυτότητας […] αλλά είναι μια ποίηση αποτυπώματος». Ο πόνος από τα τραύματα της ζωής «ζει και διακλαδώνεται σε κηλίδες σύννεφων πάνω στο δέρμα» και μερικές φορές γίνεται «άμμος, ένα ηλιοβασίλεμα, ένα λουλούδι του χιονιού», αφήνει τα αποτυπώματά του ακόμη και στο νερό. Όμως, όπως σχολιάζει κι ο κριτικός – ποιητής Τζάκομο Τσεράι: «Ούτε καν ο Ιησούς δεν άφησε αποτυπώματα της περπατησιάς του πάνω στο νερό της λίμνης της Τιβεριάδας. Τα άφησε στις λέξεις, ή, αν προτιμάτε, στον Λόγο».

Ο Μαρότα χειραγωγεί με έναν χαρακτηριστικά δικό του τρόπο την κάθε λέξη, «παίζει» με συνεχείς μεταβλητές συνδέσεις, με σημασιολογικές αλληλουχίες, έτσι ώστε κάθε γλωσσική δομή να αποκτά νόημα από αυτό που προηγείται, αλλά με πιθανό ενδεχόμενο να καραδοκεί το ανακόλουθο, δηλαδή η μεταβολή του νοήματος της λέξης όσο πλησιάζει στη γλωσσική δομή που έπεται· όπως, για παράδειγμα, στο ποίημα Η Κοπή κι η Σκιά, όπου η αμφίσημη λέξη “calice” ως «κάλυκας», αλλά και ως «κύλικα», αποκτά οντότητα μόνο μετά την ανάγνωση όλου του ποιήματος.

Ο Τζουζέπε Ουνγκαρέτι έλεγε ότι «η λέξη είναι μια μικρή ρωγμή στη σιωπή», όπως την έβλεπε και ο Στεφάν Μαλαρμέ ο οποίος «ξεμοναχιάζει» τη λέξη σαν μονάδα και, παίζοντας πάνω στις διπλές και τριπλές σημασίες της, της προσδίδει πολλαπλές, διφορούμενες ερμηνείες, χαρίζοντάς της έτσι σπάνια ακτινοβολία.

Το ποιητικό έργο του Φραντσέσκο Μαρότα ανιχνεύει τις ρίζες της σκέψης αναδεικνύοντας τη δυναμική της λέξης μέσα από την ιστορική, εξελικτική της διαδρομή και θυμίζει την κοινή στιλιστική αναζήτηση «μιας ποιητικής της λέξης» των ερμητικών ποιητών, όσων είχαν δασκάλους τους γάλλους συμβολιστές (Μαλαρμέ, Ρεμπώ, Βαλερί), ή/και τους Ιταλούς (Ουνγκαρέτι, Μοντάλε), αλλά κι εκείνους της ύστερης περιόδου του ερμητισμού μετά τον Μοντάλε (Βιτόριο Σερένι, Αντρέα Τζαντζότο, Μάριο Λούτσι κ.α.). Οι ερμητικοί στόχευαν στην ανάδειξη της λέξης σε ποιητική μονάδα, με σημείο αναφοράς τη θέση της στον στίχο και τη φωνητική της αξία. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην «λέξη-ίριδα» της ποιητικής ματιάς του Μαρότα, που πραγματώνει μια καθαρά δική του, εσωστρεφή, υπαινικτική κι ελλειπτική γραφή, διηθημένη ωστόσο από τα έργα σημαντικών ποιητών του εικοστού αιώνα, όπως του Ρενέ Σαρ, κι ακόμα περισσότερο, του Πάουλ Τσέλαν.

Η Εξορία Φωνής, που «σκοντάφτει» πάνω στην «κραυγή που αιμορραγεί στο φως» μιας Imago-Εικόνας με τα σημάδια της Κοπής και της Σκιάς, που αφήνουν το Αποτύπωμά τους ως και Στην τελευταία συλλαβή των ημερών, είναι το καταστάλαγμα της εμπειρίας και της υψηλής συναισθησίας ενός ποιητή που σμιλεύει με λυρικό υπερρεαλισμό τις λέξεις-εικόνες σαν να είναι από πηλό, ώστε, μέσα από την πολυπρισματικότητα και την προοπτική τους, την απρόσκοπτη ταύτιση των εξωτερικών ερεθισμάτων και των εσωτερικών ανταποκρίσεων, να ερεθίζει την ενδοσκόπηση, τη συνειρμική μνήμη και τη φαντασία, δοκιμάζοντας τα όρια της αντίληψής μας για τη λέξη, τη γλώσσα, τον κόσμο, τον εαυτό μας.

 

 

 

 

 

******

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ

 
* Από την ποιητική συλλογή «Αποτυπώματα στο νερό», εκδ. Le Voci della Luna, 2008 – Διεθνές Bραβείο Ποίησης «Ρενάτο Τζιόρτζι»
* Το ποίημα Ως την τελευταία συλλαβή των ημερών συμπεριλαμβάνεται στο τετράδιο ποιημάτων με τίτλο: «Η ξεχασμένη τέχνη να πεθάνεις», (2004). Αργότερα συμπεριλήφθηκε και στη συλλογή «Αίρεσις», ένα e-book, με επιμέλεια του Μπιάτζιο Τσεπολάρο, (2007) http://www.cepollaro.it/poesiaitaliana
*Από την ποιητική συλλογή «Αποτυπώματα στο νερό», ο.π.
* Από την ποιητική συλλογή «Εξορία Φωνής», εκδ. Smasher, (2011)
* Από την «Εξορία Φωνής», ο. π.
* Από την ποιητική συλλογή «Το δώρο του Ηράκλειτου» (2007), http://rebstein.files.wordpress.com

 

 

 

***************

 

Η Ευαγγελία Πολύμου, είναι καθηγήτρια Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας και διδάσκει στη Μέση Εκπαίδευση. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στην ποίηση και την πεζογραφία, κυρίως της ελληνικής και της ιταλικής λογοτεχνίας, και τη μετάφραση τους.