ΞΑΝΘΗ

στη Δάφνη Γεωργιάδου

Μια κατσαρίδα σταματημένη
ανάμεσα στο νιπτήρα
και τον καθρέφτη, ακίνητη,
εκεί στα μισά της διαδρομής
πάνω στον γκρίζο τοίχο.
Πάλι τα ίδια και τα ίδια
βήματα στα καλντερίμια
τακ-τακ τα τακουνάκια
στα δρομάκια,
ο γρήγορος βηματισμός
μιας περαστικής που μαζεύει
τακ-τακ τα βλέμματα
των ανδρών τακ-τακ
τα μαζεύει και τα παίρνει
στην κοντή φούστα της,
σκαρφαλώνουν
στα μπούτια της,
μια κατσαρίδα γίνονται
σταματούν στο γοφό της
βλέμματα-έντομα
βλέμματα έρποντα
ως την εύκαμπτη μέση,
το πλούσιο στήθος,
τα προτεταμένα βυζιά
που τερματίζουν πρώτα
στο νήμα των αντρικών
νευμάτων. Άντρες
που νεύουν
από παντού,
κάνουν νοήματα
πάλι τα ίδια και τα ίδια,
επινοούν οι άντρες
κόλπα, τερτίπια,
σοφίσματα,
φιλοφρονήματα.

Τα καφενεία
γεμάτα άντρες,
να κάθονται σε καρέκλες
τέσσερις-τέσσερις μαζί,
άντρες όρθιοι
να στέκονται
στο πεζοδρόμιο
σε στάση αναμονής,
να σκύβουν να σβήσουν
τη γόπα του τσιγάρου τους,
ένας που σκύβει
να δέσει το κορδόνι του,
ένας σταματάει
απότομα και σε χαιρετάει
με μια απλή καλημέρα,
ένας γυρίζει
το κεφάλι του καθώς περνάς
και σου σφυρίζει,
ένας στέκει αποσβολωμένος
στην είσοδο του κρεοπωλείου
και παραμερίζει με καθυστέρηση
για να περάσεις, ψελλίζοντας
μια άφωνη συγγνώμη,
ο φούρναρης σου χαμογελάει,
ο ψιλικατζής σου λέει
«στις ομορφιές σας σήμερα,
κυρία μου»,
ο μανάβης σου προσφέρει
μισό σπασμένο ρόδι,
ο άλλος σε χαιρετάει
με το κουδουνάκι
του ποδηλάτου του,
ρυθμικά και μελωδικά.
Οι ίδιοι δρόμοι,
οι ίδιοι άντρες,
η ίδια διαδρομή
είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια
υδράργυρος τα βλέμματα
πάνω σου, και κάποια άλλα
να κρέμονται
κόκκινες χάντρες
στο λαιμό σου,
το ταξίδι στη ράχη
με το έξωμο μπλουζάκι
αφού το επιτρέπουν ακόμη
οι φιλήδονες λιακάδες
του Οκτωβρίου,
τα πουλιά κελαηδούν,
τʼ αυτοκίνητα τρέχουν,
οι άντρες κοντοστέκονται,
οι γλουτοί σου λικνίζονται
πάνω σε ψηλοτάκουνες μπότες,
οι ημέρες κονταίνουν,
σε δρόμους και πλατείες
οι χθεσινοί σου θαυμαστές
γηράσκουν έφηβοι
στα ίδια καφενεία,
ανεξάντλητο απόθεμα
ενθουσιασμών η επαρχεία,
μεταμοσχευμένη όραση
μας οδηγεί στους ίδιους
πάντα δρόμους,
κι όταν χανόμαστε
πάντα δυο βήματα
πιο πέρα, ένα μισάνοιχτο
παράθυρο, ένα ανθισμένο
γιασεμί, τακτοποιείς
τα μαλλιά σου,
μεσάτη και κομψή
μια σιλουέτα
στο Ηρώο σκύβει
το κεφάλι της
να αποφύγει την κάνη
του πολυβόλου
και βάζει κραγιόν
στα κλεφτά, στέλνει
στα κρυφά εσεμές
με το κινητό
κάτω απʼ το τραπέζι,
απορρίπτει μια κλίση,
βρίσκεται εκτός δικτύου
ή έχει το τηλέφωνό της κλειστό
το ένα τρίτο του χρόνου,
δέχεται ανθοδέσμες από αγνώστους
κόκκινα τριαντάφυλλα
στόματα μισάνοιχτα για φιλί,
κόκκινα χείλια,
χείλια που ξέρουν λαίμαργα
να δαγκώνουν ένα μήλο,
να σπάνε μια κλωστή
στα δόντια τους, να ράβουν
τη σιωπή και να χαμογελάνε,
βαμμένες ομιλίες,
φιλιά σʼ ένα παγκάκι,
μια πεταλούδα σταματημένη
στην άκρη ενός φύλλου,
διέξοδος για γυρολόγους
και ζητιάνους, μες στη βουή
των δρόμων, πάλι το πρόσωπό σου.
Το πρόσωπό σου υφαντό
κέντημα στο χέρι,
πάνω σε μια βιτρίνα,
μέσα από μια βιτρίνα
πίσω από τα τζάμια
ενός καφενείου δεκάδες
αντρικά πρόσωπα,
το πρόσωπό σου πάνω
σʼ ένα τζάμι, κοντοστέκεσαι,
διορθώνεις λίγο τις βλεφαρίδες σου,
δοκιμάζεις ένα χαμόγελο,
ξανοίγεις πάλι το βήμα σου,
αναδύεσαι, ταξιδεύεις,
χάνεσαι, έρχεσαι,
το πρόσωπό σου αλλοιώνεται,
η μορφή σου ακαθόριστη,
τα βλέφαρά σου μόνον
και τα μάτια θάναι δικά μας,
των συμπολιτών μας
η μύτη του πατέρα σου,
το πλήθος των χεριών
που δεν σʼ έχουν ακόμη αγγίξει,
οι λέξεις δεν σʼ έχουν πληγώσει,
οι αγκαλιές δεν σʼ έχουν ζαλίσει,
ασχημάτιστα προφίλ εραστών,
απροσχημάτιστες εξάψεις,
ανεξήγητα πάθη, εμμονές,
απρόβλεπτοι έρωτες,
πρόχειρα φλερτ,
βιαστικό σεξ πάντα
αγάπη αναπάντεχη.
Άνοιξε το βήμα σου
μοίρασε το σώμα σου
στάσου και αφουγκράσου
τη μουσική της πολιτείας,
οσφρήσου μια μουσική φράση,
μια νότα που προαναγγέλλει
ένα οργανικό του Χατζιδάκι,
στις ματιές των αντρών
καμάρωσε τη λυγερή σκιά σου,
άκουσε τις αντρικές εξομολογήσεις
σʼ έναν που ξεκόβει
απʼ το πλήθος και σʼ ακολουθεί
βήμα-βήμα σʼ απόσταση
ερωτευμένου μέχρι το σπίτι,
γιατί το σπίτι είναι κτισμένο
από πέτρα, χείλια και χέρια
μια ακατάστατη κοριτσίστικη
κάμαρα, ατακτοποίητα σεντόνια,
μες στους ατμούς
του μπάνιου γδύνεται
με την κατσαρίδα να έχει
διαγράψει την πορεία της,
ο καθρέφτης γυμνός,
η κόρη μου λούζεται
μετά τη βόλτα της
στην Φιλοπρόοδο Ένωση
Ξάνθης.

XANTHE*

to Daphne Georgiadou

A cockroach resting
between the washbowl
and the mirror, motionless,
there, half-way up
the grey wall.
In the cobbled streets
the same old footsteps,
the feet going pit-a-pat
along the alleyways,
the trot
of a woman passing and gathering 
pitter-patter  menʼs
glances, she gathers them 
pitter-patter  and tucks them
into her midi skirt.
They climb up
her thighs,
they turn into a cockroach,
they halt on her hips.
Glances-cum-insects
glances slithering up
to her pliant waist,
her lush bust,
her protruding tits
that break first
menʼs hinting
tape. Men
beckoning
everywhere,
tipping the wink 
men devising
the same old
tricks, ploys,
fallacies,
compliments.
The cafés
are full of men
sitting on chairs
in fours.
Men erect
standing
on the pavement
in a state of expectation,
leaning over to stamp out
their fag-end.
One is bending down
to do up his shoelaces,
another comes to a sudden stop
and bids you a simple “good morning”,
another turns round as you are passing
and whistles at you,
yet another is standing stunned
at the butcherʼs entrance
and is slow getting out of the way
allowing you to pass, mumbling
a tongue-tied apology.
The baker smiles at you.
The haberdasher tells you:
“You look lovely today,
Madam!”
The greengrocer offers you
a split pomegranate.
Someone else greets you
by ringing
his bicycle bell,
rhythmic and melodious.
Same streets,
same men,
same distance
for twenty-seven long years,
the glances mercury
on you, and some others
red beads
round your neck.
The trip on your back
in a low-necked blouse
since Octoberʼs
voluptuous sunny days
allow it.
The birds are singing,
the cars are speeding by,
the men pause and look around,
your buttocks are swaying
on high-heel boots,
the days are shortening.
In the streets and squares
your yesterdayʼs admirers
are aging adolescent
in the same cafés.
The province is an inexhaustible
supply of enthusiasm.
Transplanted vision
always leads us
to the same streets,
and when we lose our way,
a couple of steps further on
thereʼs a half-open
window, jasmine
in bloom, you arrange
your hair,
a slim-waisted, stylish
figure
ducking
at the War Memorial
to avoid the machine gunʼs
barrel.
She dabs her lips with lipstick
on the sly, on the quiet
she sends an SMS
on her mobile phone
under the table.
She ignores a call,
she is either not connected to this line
or has her phone deactivated
for one-third of the time.
She receives flowers from strangers,
red roses,
mouths half-open for a kiss,
red lips,
greedy lips that know
how to bite an apple,
to cut a thread
with their teeth, to sew up
silence and smile,
dyed conversations,
kisses on a bench,
a butterfly at rest
on the tip of a leaf,
your face once again
an outlet for pedlars
and beggars in the hum
of the streets.
Your face,
an embroidery
on a shop window,
in a shop window.
Behind a caféʼs
glass windows dozens
of manʼs faces.
Your face on
a glass window, you pause,
you straighten your eyelashes somewhat,
you try a smile,
you start walking again,
you rise, travel,
get lost, arrive,
your face deforms,
your figure is nondescript,
only your eyebrows
and your eyes will be ours.
Your fatherʼs nose is
that of our fellow-citizens,
the mass of hands
that have yet to touch you,
words have not wounded you,
hugs have not made you dizzy,
loversʼ shapeless profiles,
flat excitements,
inexplicable passions, stickabilities ,
unforeseen love affairs,
offhand flirting,
rough and ready sex as usual,
unexpected love.
Start walking,
share out your body,
stop and listen
to the countryʼs music,
sense a musical phrase,
a note announcing
a Hadjidakis** instrumental piece.
Admire your lissome shadow
in menʼs looks.
Hear the masculine confessions
from one who weans away
from the crowd and follows you
step by step, keeping a loverʼs distance
as far as your house,
because your house is built
of stone, lips and arms,
an untidy girlish
bedroom, sheets in a mess.
She undresses
in the steamy bathroom,
the cockroach having
traced out its route,
the mirror naked,
my daughter bathes
after her stroll
to the Xanthe
Progressive Union.

*Xanthe: The capital of the province of Thrace.
**Manos Hadjidakis (1925-1994): Internationally famous Greek composer.

Translated from the Greek by Yannis Goumas

(Ενδεικτική βιβλιογραφία για το ποίημα “Ξάνθη” : Γιώργος Μαρκόπουλος-Κωστής Νικολάκης, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Εκάτη, 2009)

* Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή “Τόποι τόπι”

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗΟι εκδόσεις «Παρουσία» και ο Βασίλης Χατζηϊακώβου σάς προσκαλούν στην παρουσίαση του πρώτου βιβλίου από τα Άπαντα του ψυχίατρου-ποιητή Σωτήρη Παστάκα.

H ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ
13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ στις 20,00
ΣΤΟ POLIS CAFÉ (Στοά Πεσμαζόγλου)

Θα μιλήσουν μεταξύ άλλων:

Βασίλης Χατζηϊακώβου

Χάρης Βλαβιανός, Ποιητής-Διευθυντής του περιοδικού “Ποιητική”

Σπύρος Αραβανής, Ποιητής-Δημοσιογράφος, Εκδότης του “Ποιείν”

Βασίλης Λαλιώτης, Ποιητής-Μεταφραστής

Γιάννης Γκούμας, Ποιητής-Μεταφραστής

Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, Ποιητής-Μεταφραστής, Υπεύθυνος bibliotheque.gr

Κωνσταντίνος Μπούρας, Θεατρολόγος-Λογοτέχνης

Κωνσταντίνος Μελισσάς, Ποιητής

Νατάσα Μιχελάκη, Φιλόλογος

Σοφία Γιοβάνογλου, Δρ Νομικής

Βίκτωρ Τσιλώνης, Αρχισυντάκτης intellectum

Θα τραγουδήσει η Φιλιώ Τερζή.

* Στην «Τριλογία» συγκεντρώνονται οι ποιητικές συλλογές «Χαμένο Κορμί», «Συσσίτιο» και «Ροή ρακής».
Όπως γράφει ο ποιητής και κριτικός Κωνσταντίνος Μπούρας: «…Λόγος λιτός, ακριβοδίκαιος και εξομολογητικός. Μια λυρική φωνή πνιγμένη στα σκουπίδια της καθημερινότητάς μας στα χρόνια της Κρίσης. Η χρεωκοπία του σώματος συναγωνίζεται την οικονομική αθλιότητα κι η υποφώσκουσα επανάσταση τη συχώρεση και το μοίρασμα των πενιχρών μας αγαθών με τους άλλους. Η αλληλεγγύη μοιάζει να είναι η μόνη διέξοδος στις παντοειδείς κρίσεις που ο ποιητής-ψυχίατρος γνωρίζει καλά πώς να τις διαχειρίζεται. Την κρίση όμως της μέσης ηλικίας την κοινωνεί στους αναγνώστες του, κερνώντας τους μια γουλιά ρακή από το κελάρι της γενναίας μεταμέλειας για τις στιγμές που φύγανε και για όσα δεν προλάβαμε να πούμε στους ζωντανούς… Μελετήστε τον. Διαβάστε τον μετά μανίας. Είναι από τους λίγους ειλικρινείς γραφιάδες του καιρού μας, που δεν αρέσκεται σε ωραιοποιήσεις και δεν τρέφει το εγώ του εις βάρος τού εμείς.»