Υποθέτω πως μου θέσατε το ερώτημα, τι είναι ακριβώς ένα μοντέρνο ποίημα, τι μορφή έχει, και πάνω σ’ αυτό θα απαντήσω με αρνητικές αναφορές, δηλαδή ποιά μορφή δεν έχει. Σας κατονομάζω τέσσερα διαγνωστικά συμπτώματα με τη βοήθεια των οποίων θα μπορειτε εσείς οι ίδιοι να διακρίνετε στο μέλλον, αν ένα ποίημα είναι σύμφωνο με την εποχή ή όχι… Αυτά τα τέσσερα συμπτώματα είναι:
Πρώτον η εξύμνηση
Ένα ποίημα με χωρισμό και αντιδιαστολή του εξυμνουμένου αντικειμένου και του ποιητικού Εγώ, με εξωτερική διακόσμηση και εσωτερική αναφορά. Αυτό υποστηρίζω, συνιστά σήμερα έναν πρωτόγονο τρόπο για να δώσει κανείς έκφραση στη λυρική ουσία.
Δεύτερον το ΣΑΝ
…Έαν ΣΑΝ σημαίνει πάντοτε μια βίαιη είσοδο του αφηγηματικού, του πεζού λόγου, μια χαλάρωση της γλωσικής έντασης, μια αδυναμία της δημιουργικής μεταφοράς.
Τρίτον τα χρώματα
με τη χρήση χρωμάτων πιστευει ο συγγραφέας πως επιδρά με ιδιαίτερη ηδύτητα και φαντασία, παραβλέπει όμως πως αυτές οι λέξεις δεν είναι παρά καθαρές λεξικές κοινοτοπίες που βρίσκουν καλύτερα περίθαλψη στον οπτικό και στον οφθαλμίατρο.
Τέταρτο ο σεραφικός τόνος
Όταν το ποίημα αρχίζει αμέσως ή φθανει γρήγορα …σε ησυχία και δεσμά δίχως απαρχή,ακολουθούν σφαιρικοί θόλοι, τελείωση, αστρική νίκη, ίδρυση νέων θεών και παρόμοια συμπαντικά αισθήματα, πρόκειται συνήθως για έναν φθηνό υπολογισμό στην αισθηματικότητα και την αβρότητα του αναγνώστη. Αυτός ο σεραφικός τόνος δεν συνιστά υπέρβαση του πραγματικού αλλά φυγή από το πραγματικό…
Ο μεγάλος ποιητής όμως είναι ένας μεγάλος ρεαλιστής, πολύ κοντά σε κάθε πραγματικότητα- φορτίζεται με πραγματικότητες, είναι στο έπακρο γήινος, ένα τζιτζίκι, γεννημένο, σύμφωνα με το μύθο, από τη γη, το αθηναικό έντομο.
Όταν λοιπόν στο μέλλον πέσετε πάνω σε ένα ποίημα, πάρτε παρακαλώ ένα μολύβι όπως κάνετε στο σταυρόλεξο και παρατηρήστε: εξύμνηση, ΣΑΝ, χρωματική κλίμακα, σεραφικός τόνος, και θα φθάσετε σύντομα στην προσωπική σας κρίση.
Θα μου επιτρέψετε να κάνω την παρατήρηση, πως στη λυρική ποίηση το μέτριο είναι αυτοχρήμα ανεπίτρεπτο και ανυπόφορο….
Μετ. Θεόδωρος Άδραστος











Κι εγω που πίστευα ότι η ποιηση
γεννιέται από το ακατέργαστο “είναι” του ποιητη
και οχι με καλοραμμένα ρούχα από μοδατο ράφτη
και σπουδάς εις Παρισίους
PS
Hey! teachers Leave us poets alone!
………
Καλημέρα και καλή κυριακή.. Απο ό,τι καταλαβαίνω και τις λίγες γνώσεις που έχω, ο Λειβαδίτης που χρησιμοποιεί το ΣΑΝ πάμπολλες φορές ή ο Βρεττάκος και ο Ελύτης μιλούν συχνά για χρώματα γραφουν κακή ποίηση..Είναι κι αυτό μια άποψη..καλή κυριακή..
ίσως το καλύτερο δεν έχει χρώμα άσπρο-μαύρο ή η σιγουριά στον οποιοδήποτε ποιητή λόγω περισσής λύπης-χαράς
ίσως δεν χρειάζεται το πρέπει εκτός από τα πανέμορφα ποιήματα, ο Λειβαδίτης στοχάζεται στην ποίηση του σαν το απόγευμα των έρημων σταθμών – κανένα ταξίδι καμιά κατεύθυνση κανένα σύμβολο καμιά μορφή
δεν ξέρω. ο ήχος της βροχής και τα ωραία χρώματα τα έχει ο χρόνος τα έχει το φθινόπωρο
Όταν η ποίηση γίνεται φιλοσοφική άσκηση…………..
……………μούζτωστα και τρούτζωστα
«Δεν μου αρέσει να μου δίνουν συμβουλές. Μπορώ να κάνω και μόνος μου λάθη.»
Oscar Wilde
http://www.poiein.gr/archives/1143/index.html
το να δίδει κάποιος κριτήρια για το κακό ποίημα ισοδυναμεί με την παραδοχή οτι υπάρχουν πολλοί
αναγνώστες ποιημάτων χωρίς εσωτερικό αισθητικό κριτήριο ή με χαλασμένο εσωτερικό κριτήριο,
πράγμα που είναι δυστυχώς γεγονός.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να χαλάσει κάποιος τη γεύση του , αντι να την καλλιεργήσει , εκ των οποίων
ο ποιο διαδομένος σήμερα είναι , να θαυμάζεις «τα ρούχα του Βασιλιά» , που όλοι λένε πόσο υπέροχα είναι
άσχετα πως το μόνο που βλέπεις είναι τα σώβρακα του εκάστοτε «βασιλιά».
Συμπέρασμα : θέλει αρετή και τόλμη (και) το καλό γούστο .
Μιλώντας για πτώματα, σε ομοιοκαταληξία με τα περιττώματα, είναι να σκέφτεται κανείς τι αδράνεια επενδύει, για να μπορέσει να συγκινηθεί σε μια ζωή γεμάτη φούμαρα. Οι Μοιραίοι του Βάρναλη δεν είναι τυχαίοι, ούτε θα ξαναγραφτούν μέσα σε κλαψουρίσματα, γιατί οι οιωνοί δεν είναι ευνοϊκοί. Ζωή μπορεί να σημαίνει τέχνη της επιβίωσης, όπως και ανδρισμός που διαθέτουν οι γυναίκες περισσότερο από τους άνδρες, είναι η ανάληψη ευθυνών για την επιβίωση, δηλαδή: παλεύω καθημερινά για την επιβίωσή μου, δίχως να γίνομαι παράσιτο. Από κει και πέρα, οι Μούσες μπορούν να περιμένουν, απλά το υποθέτω.