Λογίων και καλλιτεχνών το ανάγνωσμα
Ξένες σκέψεις, ξένες λέξεις, ξένα έργα, ξένα φερσίματα,
να με τι παλεύει η ζωή του Έλληνα λογίου και καλλιτέχνη.
Καλύτερα, πολύ καλύτερα, νʼ ανήκει κανείς στον κύκλο των αποπατοκαθαριστών, παρά στον καλλιτεχνικό και λογογραφικό κύκλο των Ελλήνων. Εκείνα που λέει κι εκείνα που κάνει δεν λέγονται. Ό,τι κακό κι αν πει κανείς γιʼ αυτόν, είναι λίγο. Όσο σκληρά κι αν του φερθεί, έχει δίκιο. Κύκλος που ζει για την εντύπωση, με ιδανικό του το χρήμα, που περιφρονεί τον αφανή και θαυμάζει τον τραπεζίτη, κύκλος που ʼχει πάντοτε για γνώμη του τη γνώμη του άλλου, που μεταμελείται μέχρι θανάτου για τα έργα του, κύκλος που όλα τα πουλεί, όλα τα συμβιβάζει, μα και όλα τα εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του.
Καλύτερα, πολύ καλύτερα, να διαφωνήσει κανείς μʼ ολόκληρη την ανθρωπότητα, παρά μʼ έναν Έλληνα καλλιτέχνη. Δυσφημεί με τέτοιο τρόπο, πιστεύεται τόσο εύκολα όταν βρίζει. Ναι, ναι, περισσότερο ο κόσμος οφείλει τη δυστυχία του στους καλλιτέχνες παρά στους Θεούς, στους βασιλιάδες και στους κυβερνήτες. Δούλοι, δούλοι, μόνον δούλοι είναι, των ιδεών που περνούνε, και μάλιστα οι ταπεινότεροι δούλοι. Γιʼ αυτό είναι και στους δυστυχισμένους οι πιο βλαβεροί. Άλλα λένε, κι άλλα κάνουν. Ένα ψέμα τους αλλάζει. Ζουν ανανεώνοντας το ψέμα. Στα ξαναζωντανεμένα ψέματα βρίσκουνε τη χαρά.
Όταν ακούνε, δίκαια ή άδικα, να τους βρίζουν έναν του κύκλου τους, αγάλλονται, ακούνε με προθυμία. Ξεπέφτουν από τη λύπη τους άμα τους τον επαινούν. Για την ασκήμια μαλώνουν, και στην ασκήμια βρίσκουν μονάχα την ησυχία. Τίποτε δεν μπορούν νʼ αρνηθούν, γιʼ αυτό και τίποτε δεν πιστεύουν. Μασκαρεύονται κάθε τόσο μʼ ένα ξένο μεγαλείο που δεν τους πάει. Σοβαρούς έχουν όσους δεν μιλούν, όσους λεν ανοησίες άμα μιλούν. Όταν κινδυνεύουν συνασπίζονται και με τον εχθρό τους, όταν είνʼ ασφαλισμένοι τον βρίζουν.
Όλη τους η τέχνη στηρίζεται σε λέξεις, σε κακές επαναλήψεις, στα μικρότερα πράγματα. Η ζωή τους εξαρτάται από το τι θα πει γιʼ αυτούς ο ένας κι ο άλλος. Στην αξία τους πιστεύουν όσο ακούγονται, όσο κουδουνίζουν στις τσέπες τους λίγα μονόλεφτα. Μόλις ακουστούν, κάνουν εκείνο που σʼ άλλους έβριζαν. Περιφρονούν όσους επλησίαζαν. Άμα πάψουν να παίζουν γιʼ αυτούς τα φύλλα του φαρμακερού δέντρου της δημοσιογραφίας, αμφιβάλλουν για την αξία τους και τότε σιμώνουν κάθε λογής άνθρωπο, ζητιανεύοντας με χίλιους τρόπους την εκτίμησή του, που κρατάει μέσα τους μονάχα τόσο διάστημα όσο τον έχουν μπρος τους. Για νʼ αρέσουν σʼ όλους, δουλεύουν για όλους, ό,τι αρέσει σʼ όλους.
Κάθε τι τους μεταβάλει. Μιμούνται το κάθε τι. Μιμούνται σʼ όλα όσους εκτιμά ο κύκλος τους, που πάντα θα ʼνʼ αυτοί που εκτιμά κι ο κόσμος. Με τα ψέματα, με τους εκβιασμούς, με τις ξένες ιδέες φαίνονται. Διαρκώς το δίκιο ζητούν από την αδικία, διαρκώς εμποδίζουν τον άλλο ανοίγοντας λάκκους στο δρόμο της επιτυχίας του. Δεν καταλαβαίνουν, όσο κι αν ζήσουν, πως εμποδίζοντας τον άλλο, εμποδίζουν και τον εαυτό τους. Πάντα επαινούν μπροστά όσους βρίζουν πίσω. Αλίμονο αν τους πάρεις τον αέρα. Άμα ξεπέσουν στη συνείδησή τους, για να πιστέψουν πως είναι κάτι, βρίζουν τους πιο αδύνατους, τους πιο αδικημένους, τους πιο φτωχούς. Βρίζουν όσους η ανοησία καταδίκασε στην πιο μεγάλη ανέχεια. Βρίζουν, βρίζουν, βρίζουν.
Καλύτερα, χίλιες φορές καλύτερα, να βρεθεί κανείς σε κύκλο ηλιθίων παρά λογίων, σε κύκλο κακών παρά καλλιτεχνών. Μιλούν και δουλεύουν για την ασκήμια και το άδικο με τέτοιο τρόπο, που είνʼ επικίνδυνοι και στον πλέον σταθερό ιδεολόγο. Γιατί δεν έχουν πεποίθηση στον εαυτό τους, φοβούνται την επίκριση και αγοράζουν με χίλια μέσα τη φιλία όσων έχουν την μεγαλύτερη πέραση. Όλοι μαζί μιλούν άμα συναντηθούνε. Όλοι κοιτάζουν νʼ αρέσουν, στους πλούσιους νʼ αρέσουν, σαν τις γυναίκες νʼ αρέσουν. Νʼ αρέσουν για να κάμουν εντύπωση, όπως όπως. Με βρωμόλογα ή ανοησίες, με ψευτόλογα ή σάχλες, μʼ ευθυμία ή με λύπη, με θόρυβο ή με σιωπή. Να κάνουν εντύπωση για να πληρωθούνε, να πληρωθούνε για να κάνουν εντύπωση.
Με πόσο ενδιαφέρον αδιαφορούν για ό,τι τους βλάπτει, δεν λέγεται. Ο ένας τον άλλον τρομάζει και, σαν τον πλούσιο, δεν έχουν καμιά ιδεολογία γιατί ο πλούτος τους πηγάζει από την ανιδεολογία. Ένας απʼ τους σκοπούς της ζωής τους είναι και η ομιλία. Πόσα πράγματα που τους συγκινούν τα μεσάνυχτα, ξεχνούνε πριν φέξει, πόσα κλάματα κάνουν για μια χαρά, και πόσα γέλια για τα κλάματα που κάναν. Το απλό το ʼχουν για συνηθισμένο και το ασυνήθιστο γιʼ ανόητο. Η ανωνυμία τους τρομάζει, τους σαστίζει, τους βουβαίνει. Για νʼ ακούγονται, για να τους φοβούνται, και για να τα ʼχουν όλα δικά τους, γίνονται δημοσιογράφοι. Καμιά στιγμή δεν είνʼ ευχαριστημένοι. Διαρκώς ζητούν την ευχαρίστηση. Κάτι που δεν ξέρουν, κάτι που τους λείπει πάντα ζητούν. Την αλήθεια. Και όμως, η μεγαλύτερη αλήθεια γιʼ αυτούς είναι ότι λένε διαρκώς ψέματα.
*******
Παραβολή με γνωστές φράσεις
– Ποια λένε Πόρνη;
– Τη Γυναίκα εκείνη που παραδίδεται με χρήματα.
– Ε! Τότε την εφημερίδα μπορούμε διαφορετικά να την πούμε;
– ………
– Η πόρνη τι κάνει;
– Κυνηγάει πάντα τον πλουσιότερο, χωρίς να τη νοιάζει αν είναι άσκημος ή βλάκας, και του μένει πιστή όσο δεν λιγοστεύει το πουγκί του.
– Η πόρνη, όταν παρακμάσει, τι γίνεται;
– Μένει χωρίς εραστή και γίνεται φιλενάδα όποιας έχει φίλο, όχι μόνο τον πλουσιότερο στο χρήμα παρά και στους θαυμαστές, για να κερδίσει κάτι κοντά της.
– Τι άλλο κάνει η πόρνη;
– Τιμωρεί όσους τη βρίζουν, γιατί όλα είναι στο χέρι της. Άνθρωποι, ζώα και χώρες. Γιʼ αυτό όλοι τη φοβούνται, εκτός απʼ εκείνους που την πολεμούνε, όχι γιατί δεν την έχουνε δική τους, μα γιατί συντηρεί τη διαφθορά.
– Για σκέψου και πες μου, έχει καμιά διαφορά η πόρνη από την εφημερίδα;
– Ναι, πού ΄ναι οι αρρώστιες της εφημερίδας που μας κολλά η πόρνη;
– Και οι δημοσιογράφοι τι είναι, και τα δημοσιεύματά τους, τι άλλο είναι από δηλητήρια;
**********
Σύντομες σκέψεις και στοχασμοί
– Πολλοί το πρωτότυπο τής έκφρασης μιας ιδέας το παρεξηγούν, το παίρνουν ως νέα ιδέα. Νέες ιδέες δεν υπάρχουν, αλλά νέοι τρόποι που εκφράζουν τις παλιές ιδέες.
*
– Όποιος ανακαλύπτει μόνος του τις αλήθειες, τις αγαπά και τις εκτιμά περισσότερο απʼ όσους τις γνωρίζουν απʼ τα βιβλία. Γιʼ αυτό αξίζουν το θαυμασμό μας κι όχι την περιφρόνησή μας όσοι μʼ ενθουσιασμό παινεύουν ένα έργο τους γινομένο έτσι.
*
Κάποιος μου είπε μια μέρα:
– Όσοι είναι ποιηταί και καλλιτέχναι, είναι καλοί, δεν μπορεί να μην είναι καλοί.
– Όχι, του είπα, μόνον όσοι δεν είναι κακοί ποιηταί και κακοί καλλιτέχναι, είναι καλοί, πολλοί καλοί άνθρωποι.
*
– Ήθελα να μάθω ποιος είναι ο πλέον αδύνατος άνθρωπος, εκείνος που ΄χει μιαν αδυναμία, ή εκείνος που δεν υποφέρει την αδυναμία του άλλου;
*
– Τίποτε δεν με βασάνισε περισσότερο από το ψέμα, μα και τίποτε δεν αγάπησα περισσότερο απʼ την αλήθεια. Προτιμώ να με παιδεύει μια αλήθεια παρά να με χαϊδεύει ένα ψέμα. Οι μεγαλύτεροι εγκληματίες είναι οι ψεύτες.
*
– Ένας ερωτευμένος είπε μια μέρα για τον Χριστό, πως η τιμωρία που του κάναν οι Εβραίοι ήταν τιποτένια. Έπρεπε να τον βάλουν νʼ αγαπήσει, τότε θα τον τιμωρούσαν.
*
– Όλοι έχουμε την αξίωση να γίνουν οι άλλοι σαν κι εμάς. Εμείς όμως, ούτε μια στιγμή δεν βαστούμε να γίνουμε όπως θέλουν οι άλλοι.
*
– Μόνον αν ζούσαν δυο αιώνες οι άνθρωποι, θα ΄σαν δικαιολογημένοι κάπως για τα ψέματά τους.
*
– Οι Έλληνες σοσιαλισταί -που με τη συντηρητικότητά τους ωφελούν τους αστούς, που απʼ τη μια μεριά μερικοί τους εξυψώνουν το σοσιαλισμό, ενώ απʼ την άλλη μερικοί τους τον προδίδουν- βλάπτουν το πλέον ωφέλιμο πράγμα, το σοσιαλισμό, που βλάπτει όσους δεν τον ωφελούν, όσους δεν έχουν την ικανότητα να προξενήσουν σε κάτι βλάβη.
*
– Ο λαός είναι αφιλοκερδέστερος απʼ την αστοκρατία στα πατριωτικά του αισθήματα, γιʼ αυτό αγαπά και πολύ το κάθε ψέμα. Οι αστοί ούτε το ψέμα που σερβίρουν στο λαό δεν αγαπούνε. Κι αυτό τʼ αρνούνται, άμα τους θίξει τα συμφέροντά τους.
*
– Ωραιότερα συναισθήματα μού γεννούν τα ζώα απʼ τους ανθρώπους. Έπειτα είνʼ εκφραστικότερʼ απʼ αυτούς. Τον σκύλο μας, μʼ όλο που δεν τον πολυχαϊδεύω, τον θυμούμαι όπως ένʼ αγαπητό πλάσμα. Ο σκύλος μου με σέβεται και με κοιτάζει σαν ένας άνθρωπος άμα με πρωτογνωρίζει.
*
– Ο εαυτός μου είναι ο αμείλικτος δικαστής της ακατάπαυτης και ατέλειωτης δίκης μου.
***********
Συμβουλές σε νέους
– Θέλετε να γίνετε πλούσιοι, όσο κι αν είσαστε φτωχοί, χωρίς καμιά σπουδή, χωρίς μεγάλο κόπο; Εμπορευθείτε τη λέξη πατρίδα Είναι το μόνο εμπόριο που ΄χει εξασφαλισμένα κέρδη, μα όχι εξασφαλισμένες πλάτες.
– Θέλετε να γίνετε σε όλα φτωχοί, όσο πλούσιοι κι αν είσαστε; Αγαπήσατε την αλήθεια και την πραγματική ελευθερία.
(Τα κείμενα ανθολογούνται από το βιβλίο «Στοχασμοί για την τέχνη και την κοινωνία», Αθήνα 1920. )
**************
Βιογραφικο [επιμέλεια ΠΟΙΕΙΝ]
Το πραγματικό του όνομα ήταν Νίκος Βογιατζάκης. Γεννήθηκε στην Πλάκα το 1890 από φτωχή οικογένεια. Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο με τη Μαρίκα Κοτοπούλη σε ηλικία δεκαέξι ετών και στη συνέχεια στο Εθνικό Θέατρο με σκηνοθέτη το Θωμά Οικονόμου. Το 1916 δημιούργησε το θίασο Στρατιωτικό Θέατρο. Την ίδια χρονιά κατέληξε στις φυλακές Αβέρωφ λόγω των αναρχοσοσιαλιστικών του ιδεών. Συνεργάστηκε με το Δημήτρη Ροντήρη στο περιοδικό Παρασκήνιο. Το 1926 μετατρέπει το σπίτι του σε Άσυλο Τέχνης που αποτέλεσε χώρο εκθέσεων για πολλούς σημαντικούς νεοέλληνες ζωγράφους, ανάμεσα τους και το 16χρονο τότε Γιάννη Τσαρούχη. Από τις 25 Δεκεμβρίου 1926 αρχίζει να εκδίδει το περιοδικό Φραγγέλιο που πρόσφερε πολλά στην πνευματική ζωή της Αθήνας της εποχής του και μέσα από το οποίο ασκεί και έντονη κριτική. Συνεργάτες του είναι ο Στρατής Δούκας, ο Αναστάσιος Δρίβας και ο Τεύκρος Ανθίας. Αρχικά κυκλοφορεί ως τετρασέλιδη εβδομαδιαία εφημερίδα ενώ από το 1928 μετατρέπεται σε μηνιαίο δεκαεξασέλιδο. Η έκδοση του λήγει την άνοιξη του 1929. Παράλληλα εκδίδει και το περιοδικό Φύλλα Τέχνης.
Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε με το πεζό Ερωτόπαθος τραγουδιστής το 1910. Υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του Σαίξπηρ του οποίου το έργο Αντώνιος και Κλεοπατρα διασκεύασε σε πεζό λόγο σε συνεργασία με το Στρατή Δούκα. Έγραψε ακόμα ποίηση καθώς και μελέτες. Παράλληλα ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική ως αυτοδίδακτος.
Το 1930 πέθανε αιφνίδια από τροφική δηλητηρίαση.
[http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%92%CE%AD%CE%BB%CE%BC%CE%BF%CF%82]











Μια ελάχιστη ματιά σε ιστοσελίδες φαντασμένων σαλτιμπάγκων που αυτοτιτλοφορούνται μέντορες του ποιητικού πνεύματος, αρκεί για να πείσει ότι εκφάνσεις της σύγχρονης ελληνικής χρεωκοπίας συμπορεύονται, σε θλιβερό βαθμό, με όσα διαρκώς αποκηρύσσουν, δηλαδή την κοινωνική υπόσταση του ατόμου, τον πολιτικό του λόγο και την αρμονική του συνύπαρξη. Αντίθετα, διαθέτουν μωρία ικανή να διαλαλούν(αλλά ποιός τους ακούει;) ότι όλα αυτά αποτελούν εκπτώσεις ενός Διαφωτισμού που ποτέ δεν συντελέστηκε, όμως αγιοποιώντας την “αποκαλυπτική γραφή” τους, ενθρονίζονται παρατηρητές και κριτές εξελίξεων που δεν τους αφορούν(έτσι λένε) αλλά παρόλα αυτά τις κατακρίνουν. Μάλλον η θεόσταλτη έμπνευσή τους δεν τους βοηθά να κάνουν κάτι καλύτερο. Έχουν πρόβλημα.