*

Ξύπνησε ο γαρμπής

και τρόμαξε ο σιρόκος

κι άντε να τον βρεις .

*

Κοιτάς τα χιόνια

να δεις τάχα πως λιώνουν

να δεις τα χρόνια.

*

Είναι αβέρτο

μονάχο το φεγγάρι

σύρε και φέρτο.

*

Αραξοβόλι

ψάχνουνε οι αγγέλοι

μα κι οι διαβόλοι.

*

Τώρα σιμώνει

Κυριακή, μέρα γιορτής

κι αυτή ζυμώνει.

*************

ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Κοίτα να δεις στο ρίξιμο, που φέραμε εξάρια

πρώτη φορά λες κι η ζωή μας έκανε χατίρι

πρώτη φορά βρεθήκαμε κι εμείς σε συναξάρια

μαρμαρυγή αγίων σε ουράνιο ποτήρι.

Κοίτα να δεις η ευχή, που πάει να γίνει πράξη

κάτι που μόνο μια φορά ίσως το περιμένεις

φεγγάρια συνωμότησαν κάτι για μας ν’ αλλάξει

μαλαματένιο χέρι μιας ουράνιας ειμαρμένης.

Λες ο ουρανός και ζήλεψε κάτι απ’ τα όνειρα μας

εκείνο το πολύ το μπλε μας έδωσε ανοιχτήρι

λες κι ότι για το κέρασμα να ήρθε κι η σειρά μας

Θύεστον κεραστήκαμε σε ουράνιο ακρωτήρι.


Κοίτα καμιά φορά να δεις, πως η ζωή τα φέρνει

τις περισσότερες φορές αυτά που δεν προσμένεις

ετούτη όμως τη φορά, η ζυγαριά μας γέρνει

απάνεμες ελπίδες που δεν τις περιμένεις.

Μαρμαρυγή αγίων σε ουράνιο ποτήρι

μαλαματένιο χέρι μιας ουράνιας ειμαρμένης

θύεστον κεραστήκαμε σε ουράνιο ακρωτήρι

απάνεμες ελπίδες που δεν τις περιμένεις.

* συναξάρια: συνάθροιση πιστών προς τιμή Αγίου / * μαρμαρυγή: ….. λάμψη, ακτινοβολία

* ειμαρμένη: πεπρωμένο, μοίρα / * θύεστον: ποτό από αρώματα / * απάνεμο: χωρίς άνεμο

*************

Ο κόσμος των ονείρων μου

Πώς να ζωγραφίσω τον κόσμο των ονείρων μου.

Τι χρώμα άραγε να βάλω στον Αγιόηχο

πώς να δείξω εκείνα τα φτερά της αετούσας.

Πώς να περιγράψω Θεέ μου μια αλικόπλαστη μορφή

γιασεμομύριστο φιλί πώς να το ζωγραφίσω

πως δείχνεις άραγε με χρώματα, μια όμορφη ζωή.

Κι αν έχω κάνει με παιδιά ροδόχτιστη αυλή

κι αν στην ποδιά μας έχουμε φεγγαροκέντητες ελπίδες

πως δείχνεις των αγγέλων εκείνο το φιλί

που τραγουδά την άνοιξη πάντα μ’ ακροστιχίδες.

Με λέξεις πώς να γράψεις για ηλιόχαρη αυγή

και πώς να περιγράψεις μια αηδονούσα καλημέρα

δυοσμοσταλιά σαν πέφτει απ’ τη βροχή.

Πώς να δείξω εκείνα τα φτερά της αετούσας

τι χρώμα άραγε να βάλω στον Αγιόηχο.

Πώς να ζωγραφίσω τον κόσμο των ονείρων μου.

*************

Κέντημα

Πάλι τα όνειρα μας, ξαναστήσανε καρτέρι

πάλι με ξόβεργες βγήκανε στους δρόμους

για μια φορά ακόμη, ν’ αλλάξουνε τους νόμους

αυτούς που λένε τ’ άστρα, πως πεθαίνουν στο νυχτέρι.

Πάλι οι ελπίδες πιάστηκαν, στο ουράνιο παρτέρι

και άφησαν σημάδια σε ουράνιους διαδρόμους

ντύσανε τους αέρηδες και πάλι ταχυδρόμους

όμως γκρεμίστηκαν ξανά, σαν είδαν πεφταστέρι.

Πως να κρατήσεις γαλανό, τ’ όνειρο στο σκοτάδι

πως να περάσεις αρμαθιά, σε νήμα τόσα αστέρια

και πως να κάνεις κέντημα, να ‘χει ο ουρανός ταβάνι.

Πως να μαζέψεις γιασεμιά, στην άνοιξη το βράδυ

πως να ψαρέψεις ουρανούς, με γυμνωμένα χέρια

που να ‘βρεις ήσυχη βραδιά, να πας για πυροφάνι.

****************

Η μπαλάντα του μικρού Θεού

Κι αν κάνεις αρμαθιά χίλια φεγγάρια

κι αν προσπαθήσεις να μάσεις γαλανό,

ν’ αφήσεις κάπου τα δικά σου χνάρια

στου θανάτου λίγο φως τον πηγαιμό

τη θηλεία να χαλαρώσει στο λαιμό,

τι κρίμα, δεν μπορείς να μάσεις άστρα

δεν ξεχωρίζεις απ’ το άσπρο το λευκό

στο χώμα εσύ, και πιο ψηλά τα άστρα.

Κι αν μάσεις κύματα μες τα πιθάρια

και τα σμιλέψεις με γάργαρο νερό

κι αν βάλεις βασιλιάδες σε αμπάρια

θα δεις η μοίρα πως πάει στο κενό

απ΄ την ίδια θύρα πάνε στο Θεό

πως όλοι πάνε και στην ίδια γάστρα

τον σπινθήρα έχασες τον Θεϊκό

στο χώμα εσύ, και πιο ψηλά τα άστρα.

Κι αν πάρεις απ’ την άνοιξη στιχάρια

κι αν προσπαθήσεις να μάσεις ουρανό

χίλια τραγούδια και να πεις καθάρια

θα δεις στο τέλος πως χάνεις την οδό

κι απ’ τις φωλιές ξεχνάς τον αριθμό

κι ότι η ζωή απλά είναι ξελογιάστρα

κι έχει ετοιμάσει για σένα επωδό

στο χώμα εσύ, και πιο ψηλά τα άστρα.

Ήθελες Θεός να γίνεις στο κενό

κι εκεί ψηλά να κάνει συ χαλάστρα

μάθε όμως πρώτα και τι θα πει καλό

στο χώμα εσύ, και πιο ψηλά τα άστρα.

****************

Εγώ ο εχθρός μου

Το μόνο που φοβάμαι είμ’ εγώ, εγώ ο εχθρός μου

δεν φταίνε τα φεγγάρια αν δεν γίνονται οι ευχές

δεν φταίει η αγάπη αν δεν τη βλέπω εμπρός μου

φταίω μονάχα εγώ για τις δικές μου αμυχές.

Δεν φταίνε τα φεγγάρια αν δεν γίνονται οι ευχές

δεν φταίνε ούτε τα κύματα με την ωραία ρότα

φταίω μονάχα εγώ για τις δικές μου αμυχές

γιατί ποτέ δεν κοίταξα των αστεριών τα φώτα.

Δεν φταίνε ούτε τα κύματα με την ωραία ρότα

ούτε η αλμύρα φταίει που θάμπωσε η καρδιά

γιατί ποτέ δεν κοίταξα των αστεριών τα φώτα

ποτέ δεν άπλωσα το χέρι εκεί για δυο φιλιά.

Ούτε η αλμύρα φταίει που θάμπωσε η καρδιά

ούτε τα καλοκαίρια που τις καρδιές ζεσταίνουν

ποτέ δεν άπλωσα το χέρι εκεί για δυο φιλιά

και δεν φοβήθηκα ποτέ φιλιά που ανασταίνουν.

Ούτε τα καλοκαίρια που τις καρδιές ζεσταίνουν

τον ήλιο δεν φοβήθηκα να του φωνάξω δώσ’ μου

και δεν φοβήθηκα ποτέ φιλιά που ανασταίνουν.

το μόνο που φοβάμαι είμ’ εγώ, εγώ ο εχθρός μου.