Ποιήματα, Λάρνακα 1972
In perspective
Σα μια σταγόνα διαλυμένη
μέσα στην κάψα του μεσημεριού
φέρνεις στα χείλη τη μακάρια
γεύση από πρώιμο καλοκαίρι∙
κιʼ έτσι ως γυρνάς το πρόσωπο
απʼ τη ζωή, μακριά που δίνεται
διάφανη μες στο φως του βάθους
μοιάζεις αλήθεια κι όνειρο —
το χτες, το σήμερα, τʼ αύριο: ένα.
ΠΟΙΗΜΑ
Ποίημα είναι το κενό
πέρα από την τελεία
της τελευταίας προτάσεως
τα περιθώρια,
ό,τι χωρίζει τον
ένα στίχο από τον άλλο
πάρτε τα για προδιάθεση·
ο ποιητής θʼ αρχίσει να μιλά
ύστερα από την τελευταία
τελεία.
ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ
Κάποτε αφήνεις το σπίτι όπου γεννήθηκες
όπου έζησες δέκα χρόνια, είκοσι χρόνια,
ολόκληρη ζωή.
Ένα, ένα σηκώνουν τα έπιπλα.
Μένει το κρύο βλέμμα των γυμνών τοίχων
να σε συντροφιάζει.
Δένεις τις μνήμες κόμπο στο μαντήλι σου
και φεύγεις…
Όμως, πριν περάσει το βλέμμα σου
τελευταία φορά τα δωμάτια,
πριν κλείσεις πίσω σου στερνά την πόρτα
μη ξεχάσεις τα σημάδια των βημάτων
π ου άφησες.
Σκούπισε τη σκόνη τους σε μια γωνιά
να μην την ταράξουν
τα πατήματα εκείνων που έρχονται.
ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ
Δε θα βρεις πια το πρόσωπο
πίσω από το πράσινο φύλλο της σιγής
έσβησε κιόλας η μουσική, χαμήλωσαν
τα φώτα∙ ποια υπόσχεση, δεν ξέρω
ποιες ψευδαισθήσεις θʼ αναπληρώσει
η σοβαρότητα μιας άλλης αποφάσεως.
Κάτω στην κοιλάδα με τις πεταλούδες
δε θα βρεις πια τα χαμένα βήματα∙
εκεί τώρα η χλόη ανεβαίνει ως τα γόνατα
κʼ ίσως νάταν απροσπέλαστη η μοναξιά σου
μέσα στη γυμνή δυνατότητα
μιας καινούργιας αναμονής.
ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ
Πρωτίστως να καθορίσουμε την κατεύθυνση:
ύστερα από το σπίτι είναι η δουλειά, τη δουλειά
ακολουθεί το σπίτι, σε κυνηγούν τα διακόσια παράθυρα
των σπιτιών, σε κυνηγούν τα μάτια που δε σε κοιτάζουν,
τα στρογγυλά μικρά σου γράμματα που μιλούν για μιαν ανώφελη
μάχη∙ εδώ όλα υπάρχουν για να σε πληγώνουν
για να δημιουργούν καταστάσεις αναπότρεπτες
κʼ υστέρα πιάνεσαι και δεν μπορεί να ξεφύγεις
η προοπτική είναι μόνο για όσους αφομοιώνονται.
Δε μπορείς να κάμεις μια μικρή, λογική επανάσταση
να πεις: τούτο το βράδυ θα ξαγρυπνήσω στους δρόμους
τούτο το βράδυ θα χαιρετήσω εκατό μίλια την ώρα
μʼ ένα παρδαλό πουκάμισο αδιαφορίας∙
στις πόλεις μας οι στέγες των σπιτιών είναι χαμηλές
ρίχνουν ίσκιους στις γωνιές και φοβίζουν τους περαστικούς
οι άνθρωποι περπατούν προσεκτικά πάνω στα πεζοδρόμια,
ξαφνικά κατεβαίνουν, περπατούν μέσα σου και σε κοιτάζουν.
Μπορείς μόνο, φεύγοντας από το άδειο γραφείο σου
φεύγοντας την αβεβαιότητα των ματιών και τους ίσκιους
νʼ ασχοληθείς ειρηνικά στο σπίτι «ζωγραφίζοντας με αριθμούς»—
στο κουτί βρίσκεις ένα τελάρο διάστικτο από αριθμούς
ένα σχέδιο διαγραμμένο χωρίς υπονοούμενα και αμφιβολίες
απλό, τυπωμένο σʼ εκατό χιλιάδες αντίτυπα,
βρίσκεις όλα τα χρώματα που θα χρειαστούν, στις αναγκαίες ποσότητες
κι όλο το απόγευμα ασχολείσαι παθητικά
χρωματίζοντας αριθμημένα τετράγωνα που θʼ αποδώσουν
ένα επιμελώς καθορισμένο σχέδιο
επιφανείας.
Θ Ε Σ Η
α
Περαστικοί κι εσύ κι εγώ
μʼ έναν ασήκωτο ζυγό
βαριά στον ώμο,
περαστικοί κι εγώ κι εσύ∙
για τʼ όνειρο το θαλασσί
εχάσαμε το δρόμο.
Περαστικοί κι όλο ρωτάμε
πούθε ήρθαμε, πού πάμε;
β
Μας γέλασε το χρώμα και το φως
κιʼ αφήσαμε τα «πούθε» και τα «πώς»,
μας γέλασε η φωνή από τα μάκρη
κʼ είμαστε ανέτοιμοι για δάκρυ
μας γέλασε το άδειο καλοκαίρι
κι’ ο δρόμος που σε τέλος δε θα φέρει.
γιʼ αυτό μη μας ρωτήσεις αν πεθαίνουμε
ούτε αν ζούμε, τώρα που σωπαίνουμε,
μη μας ρωτήσεις γιʼ αύριο κι ελπίδες
αφού δε σ’ απαντήσαμε κι ούτε μας είδες.
(1969)
ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ
Να φοβάστε την άλλη σκιά
που δεν σας ακολουθεί
που δεν κρατιέται
στον επιμελημένο περίγυρο της παρουσίας σας
Παίρνει κάποτε το προβάδισμα και
με την ανάλογη κλίση του φωτός
προδίδει το αληθινό παράστημά σας∙
τη συναντάτε κάποτε να περπατά
αντίθετα με σας
και διερωτάστε ποιο παιγνίδι παίζεται
αναθυμούμενοι
ίσως με κάποια διάθεση να συγχωρήσετε
ίσως με κάποια υπαναχώρηση από τις αρχές σας
πρόσωπα που θα ʼταν καλύτερα να τα είχατε ξεχάσει.
Κι ακόμα
πιο πολύ να φοβάστε την άλλη σκιά
όταν στʼ αστεία μπλεχτεί με την απλή σκιά που σας ακολουθεί
και σας στερήσει την δυνατότητα
νʼ αναζητήσετε
πιθανότερο σύνορο ελευθερίας.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΔΙΑΛΕΞΕΩΣ ΤΟΥ Κ
Κι ούτε υπάρχουν προμαχώνες∙ θα τους βρείτε
ίσως σε μουσεία με παλιά έπιπλα στυλ Λουδοβίκου 15ου
ίσως σε καπνούς χαλυβουργείων όπου ατσαλώνεται η καθημερινότητα.
Ολόγυρα ενεδρεύει πανταχού παρούσα η φθορά
δωμάτια συνεχόμενα με τον ακαθόριστο περίγυρο
απασχολήσεις, ανησυχίες, προοπτικές.
Επιτέλους, δεν έχουν χέρια να καλλιγραφήσουν ονόματα στη σκόνη
δεν έχουν μάτια να φυλάξουν τις μνήμες στους καιρούς
κι αν σας φωνάξουν «στα όπλα, στα όπλα»
μην τους πιστέψετε!
ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
Είκοσι χρόνια μετρημένα σε λιγνές αιωρούμενες στιγμές
ποδοπατούμενες εντυπώσεις χρωμάτων, αισθήσεις πράξεων
όσο για να χαρτογραφήσεις ένα περίγυρο και να φωνάξεις «ξεκινώ»
όσο για να ταξινόμησεις τον κόσμο σου — μακριά
από περίοπτες προεξοχές και απαστράπτουσα μακαριότητα.
Είκοσι χρόνια για να πάρεις το δρόμο της επιστροφής
λιγότερο σοφός, λιγότερο κυρίαρχος των αμφιβολιών σου.
ΠΟΡΕΙΑ
Πετάξτε το χαμόγελο και προχωρείτε.
Έν, δυο. Το τέλος έρχεται μʼ ένα κουδουνάκι
όπως τον παλιάτσο που ακούτε να ʼρχεται, να ʼρχεται
και περιμένετε το κωμικό του πρόσωπο
και φοβάστε το πληγωμένο του πρόσωπο.
Ποιος σας έπεισε να φορέσετε
τούτο το αστείο σκουφί της βεβαιότητας;
Πετάξτε, είπα, το χαμόγελο και προχωρείτε.
Έν, δυο. Το τέλος έρχεται με την οδύνη της βεβαιότητας
ένα μερμήγκι που γλίστρησε μέσα στον κόρφο
κι όπου νάναι θα το πιάσουν τα δάχτυλα
να το λιώσουν με βεβαιότητα. Έν, δυο.
Ποιος σας γέλασε μʼ ένα αγκάθι ξεγνοιασιάς
με μιαν αναδρομική υπόσχεση καλοσύνης;
Έν, δυο. Το τέλος έρχεται
όνειρο δίχως αρχή
νύχτα δίχως τέλος.
ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ, Λευκωσία 1978
graffiti
Για ναʼ σαι αληθινός μες στον καιρό σου
ρίξε την ποίηση στα σκυλιά
Από τις λέξεις κράτησε μονάχα
όσες φωτίζουν ώς την άκρη της οργής
Κι αν πούνε πως την ποίηση πρόδωσες
μη φοβηθείς όσο θα λες αλήθεια.
Αυτός που πνίγεται δεν τραγουδά∙
Ουρλιάζει.
υστερόγραφο
Μεγεθύνοντας την πράξη προδίνουμε το όραμα.
Οι ήρωές μας ήταν άνθρωποι, ανεπιτήδευτοι
στη μάταιη θυσία τους∙ δε θα μολύνουμε τη
μνήμη τους
με παρελάσεις, λόγους ηχηρούς
και τη σημαία μπροστά να κρύβει βολικά
τη γύμνια-μας.
Θα τους τιμήσουμε ανθρώπινα, με δάκρυα πολλά
και την καρδία ξεκούμπωτη στον ήλιο.
προσφυγικό α
Έχουμε ξεπεράσει το όριο της υπομονής
τώρα πλέουμε καθώς καράβια σε ανοιχτές
θάλασσες
μόνοι μέσα στην απλωσιά∙ βόηθα καρδία
αν πρέπει να οροθετήσουμε τη μοναξιά-μας
χωρίς τη γη, χωρίς τα σπίτια-μας
που δεν ακολουθούν το δεδομένο σχήμα,
βόηθα να κρατήσουμε το μάτι καθαρό
για τον εχθρό και για το φίλο,
για την επιβουλή της νύχτας
τη χούφτα τρυφερή φωλιά για το μαχαίρι.
η γριά γιαγιά-μου
Η γριά γιαγιά-μου η εκατόχρονη
πια δεν κοιμάται με τα παραμύθια,
ολημερίς κοιτάζει κατά το βοριά
με ήλιο, με βροχή — πού ‘ναι τ’ αδράχτι της
σε τούτο το τσαντίρι σύνεργο διαβόλου;
Κάθεται και κοιτάζει τα βουνά
με ξεπλυμένα μάτια,
κάθεται κι αφουγκράζεται τη γη, κι ακούει
στη μακρινή αυλή-της ξένα βήματα.
το σπόρο να τσακίζουν που τολμά ν’ ανθίσει.
«Θα περιμένω, γιε μου», λέει η γριά γιαγιά-μου η
εκατόχρονη
«να πάω σπίτι-μου∙ εδώ δεν είναι τόπος μου για
να πεθάνω».
Κι έτσι ως γυρνά και συνεχίζει να κοιτάζει τα
βουνά
ξέρω πως η γριά γιαγιά-μου η εκατόχρονη,
αυτό θα κάνει.
επιτύμβιο
Πού ήσουν όταν σύντρεχε το ναι ή το όχι;
πού ήσουν όταν περιμένανε να τοποθετηθείς;
Κι εσύ μπορούσε να ‘χες γράψει Ιστορία
παίρνοντας διαχρονικά τη θέση-σου
στην κλειδοκρατορία των αποφάσεων
όμως προτίμησες να διαμορφωθείς με το τοπίο
σε άψογο σχολιαστή χωρίς εμπάθειες,
φρουρός στο κενοτάφιο της ελευθερίας-σου.
Τώρα αντίκεισαι σε νόμους φυσικούς
πιάνοντας χώρο όπου δεν υπάρχεις.
Θερμοπύλες
Δεν είναι πως όλα ετούτα τάχτηκαν
πως τώρα γνωρίσουμε εκ των ένδον
ότι κανένας δεν επιστρέφει —
ονόματα που αρνούνταν να περάσουν
παραχώθηκαν και κανένας πια. δεν τα θυμάται.
Λένε είσαι μικρός για να σηκώσεις τʼ άδικο,
λένε γιʼ αυτούς που κράτησαν τον ήλιο
πως κέρδισαν μονάχα διατεταγμένη σιωπή.
— Παραμύθια για γριές ξεδοντιασμένες.
Μη φοβηθείς
το λόγο, έστω τσαλακωμένο, έστω άσκημο
εδώ σκάζει το ρόδι της υπομονής κι εσύ μιλάς
για ποίηση;
Λοιπόν, όσο κρατούν τα δόντια, όσο έχουμε
νύχια,
κοντά σύνθημα και παρασύνθημα,
κι ορθοί ως το τέλος
να χτενιζόμαστε με φαγωμένα νύχια.
καινούργιο σπίτι
Καινούργιο σπίτι, ποιος οδήγησε
το βήμα-μου σε ξένη γη να σου μιλήσω
φορώντας στο λαιμό την πέτρα απόγνωση
καθώς πνιγμένος κυνηγός της ώριμης βροχής;
Καινούργιο σπίτι, κοφτερό χορτάρι μοναξιάς
δένεις τον τρύγο μυστικό στην άκρη του ματιού
όπως γρια σε άβολο καιρό
που ταξιδεύει όπου δεν αρκεί, πίσω σκορπίζοντας
νεκρές εικόνες, βότσαλα: κλειδιά μορφών
αλλοτινών
κάποτε παράπλεαν τη ζωή
μ’ ένα ρυθμό ανεπανάληπτο.
Καινούργιο σπίτι, οχιά-παράθυρο της διπλωμένης
πολιτείας
μην καρτεράς το παραμύθι ν’ ανεβείς μέσα από
πόρτες σφαλιχτές
πʼ ανασκουμπώνουν όνειρο ραβδί την περιφρόνια.
πρώτη τ’ Απρίλη 1975
Περνά ο κουτσός λαός-σου φορτωμένος
παράσημα
και τα παράσημα δε χορταίνουνε ψωμί, μονάχα
σημαδέβουν μ’ αίμα και θάνατο τους όπου γης
μικρούς
τους όπου γης πνιγμένους που ούτε καν
επιπλέουν.
Τα δεκανίκια-τους ξύνουν το χώμα της οργής,
σα ξυλοκάρφια μπήγονται στη σίγουρη καρδιά-μας.
υστερόγραφο
Μεγεθύνοντας την πράξη προδίνουμε το όραμα.
Οι ήρωές μας ήταν άνθρωποι, ανεπιτήδεφτοι
στη μάταιη θυσία-τους δε θα μολύνουμε τη μνήμη-τους
με παρελάσεις, λόγους ηχηρούς
και τη σημαία μπροστά να κρύβει βολικά
τη γύμνια-μας.
Θα τους τιμήσουμε ανθρώπινα, με δάκρυα πολλά
και την καρδία ξεκούμπωτη στον ήλιο.
ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, Λευκωσία 1992
ΑΝΟΙΞΕ Η ΠΟΡΤΑ
Άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Αλεξανδρινός
με αργή πατημασιά αιωνόβιου γέρου.
Ώρα πολλή κάθισε σιωπηλός
στη σκιά, όπου γυαλίζαν τα υγρά του μάτια.
Κάποια στιγμή, ανεπαισθήτως
τράβηξε το λουρί του πεθαμένου λόγου.
Χάνεται η Σμύρνη, χάνεται η Ιωνία,
χάνονται οι Θεοί…
Για ποιους Θεούς μιλούσε,
ποια Σμύρνη και ποια Ιωνία;
Ή μήπως ήταν παραλήρημα της άρρωστης
ψυχής του;
Β.Μ.
Βασίλη, η φωνή που ακούγαμε δεν ήτανε δική σου
κι ούτε το πρόσωπο αναγνωρίσαμε καθώς
πετούσαν βότσαλα και τα νερά καθόλου δεν ταράζονταν.
Είχαν στα μάτια τους μια κούραση
που δεν μπορούσε να κρυβεί,
θυμήθηκαν και κάποιους στίχους σου,
ίσως για να σιγουρευτούνε πως δεν πέθανες
ίσως για να σκεπάσουνε κάποια ντροπή τους που επιμένει
κι όταν όλοι σώπασαν ή κοιμήθηκαν
το τίμιο πρόσωπο σου αναδύθηκε
μέσα από το διπλό σκοτάδι.
ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟΝΤΟΣ
Τότε έμπαινε το ποτάμι μέσα στο σπίτι,
κυλούσε κάτω από τα έπιπλα,
σήκωνε το μπαούλο με τις φωτογραφίες.
Ο Γιάννης δεν μπορούσε να φωνάξει.
Οι σκέψεις του έμεναν στα χειρόγραφα
που δεν πρόλαβε να κάψει.
Κι όταν ήλθε το ποτάμι και τον πήρε.
το θερμόμετρο επέμενε να δείχνει
την τελευταία θερμοκρασία του κορμιού του.
ΧΡΟΝΙΚΟ
Η πολιτεία έμενε άγρυπνη το βράδυ
από τις οιμωγές των πληγωμένων.
Κάθε πρωί ανέβαινε ο ήλιος
πάνω στις στέγες, μέσα σε δέντρα
που ακόμη στάζαν δρόσο και βροχή,
ανέβαινε ένας ήλιος κουρασμένος από αγρύπνια,
με χέρια μουδιασμένα.
Πάσχιζε όλη μέρα,
το αίμα να στεγνώσει από τις πληγές·
κι όταν ξανάπεφτε το βράδυ
κάτω από τʼ αμέτοχο νέο φεγγάρι
ξανάρχιζαν οι οιμωγές κι οι χθόνιοι κρότοι.
Μιλώ για αδικαίωτα πάθη
που ενεδρεύουν
κάτω από την επιφάνεια καθημερινών πραγμάτων.
ΟΤΑΝ ΠΕΡΝΟΥΣΕ Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ W.W.
Στον Νάσο Βαγενά
Τόσοι πολλοί μαζεύτηκαν να σε καλωσορίσουν
και το δωμάτιο δε χωρεί-
Οπλοστάτες κυνηγοί
αδρανείς οικόσιτοι
μεταξουργοί, φανοποιοί, επικοντιστές
καλόγηροι πυρομανείς με τη σφραγίδα
νεκρού ιχθύος στο μέτωπο
αυτοσχέδιοι ονειροσυλλέκτες
διαλογείς συννέφων
μελαχρινά κατοικίδια και άλλα πτηνά
του κάτω κόσμου
περιστασιακοί εκδρομείς
μεταπράτες αισθημάτων
φίλοι παλιοί της ανατολής κι άλλοι
επίστρατοι του δρόμου
– άκουσα κι άλλοτε τα βήματά τους.
ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΙΚΑ
[1]
Στο ύφος της δικής σου μελαγχολίας
ανεβαίνει ένα πουλί, σχεδόν
δεν μπορώ να το περιγράψω
Θα μπορούσε να ʼναι λιθαράκι
μετέωρο, παραμύθι που ακροβατεί
τις ώρες του ξύπνου
πριν κυλήσει στις αναστραμμένες παλάμες
της σιωπής, θα μπορούσε
να ʼναι φωνή που δεν ορίζει υποταγή
στο ναι και το όχι του θανάτου,
εκμαγείο της αμφίδρομης μέρας
όμως είναι μονάχα ένα τρομαγμένο πουλί
που ανεβαίνει στο ύφος
της δικής σου μελαγχολίας.
[2]
Πάλι θα πω πως δεν πιστεύω
στο μάγουλο του πρωινού, στην κοφτερή αισιοδοξία
μια δεύτερη φορά, μια τρίτη
θα δώσω τη ζωή μου να πειστείς
γιατί δεν έχει πίσω
και τα πουλιά βολεύονται με νέο σχήμα
μηχανικά φορώντας
τις περισπούδαστες πληγές.
[3]
Για να μη φοβάμαι τις σκιές στα μάτια σου
την πολυπρόσωπη μοναξιά της μέρας
μεγαλώνω μαζί σου
η μουσική στο διάστικτο σώμα σου
παραβγαίνει σε χορό την έναστρη νύχτα.
STRIP TEASE
Αυτός που ελπίζει κρύβεται μη τον ιδούν
γυμνό και πεινασμένο· αυτός που κρύβεται
κρυφοκοιτά μες στο σκοτάδι, στήνοντας τʼ αυτί
σε φτερουγίσματα πουλιών, στο πάτημα των γάτων
μετέωρος στην ίδια πάντα διαδρομή, στο ίδιο ξόδεμα
χαράζει στίχους κινδυνεύοντας τη μοναξιά του
Εγώ σας δίνω τη ψυχή μου, εσείς τι δίνετε;
ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΦΥΤΟ
Αυτοί που μοιάζουν με φυτό
κυκλοφορούν σχεδόν ακίνητοι στον ίδιο τόπο
αδιάφοροι σε υπολογισμούς
ξένοι σε πάθη από την τριβή του πλήθους
φορούν παπούτσια μαλακά που δεν χαράζουν
το χώμα όπου πατούν∙
αυτοί που μοιάζουν με φυτό
δεν υπογράφουν στίχους ούτε ζωγραφίζουν,
ποτέ δεν τραγουδάνε με φωνή που ακούεται.
Η ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Όλα εντάσσονται στη συμμετρία του Κόσμου.
Το κόκκινο πουκάμισο του δειλινού
μουσκεμένο στη δίψα της στεριάς
πλάι σε γυμνό κορίτσι που λιάζεται
ήχοι που ξεθυμαίνουν στο φως
αυτή η γριά που κάποτε πενθούσε το γιο της
και τώρα δεν ελπίζει ούτε στο θάνατο
κοιτώντας ένα σκυλί να τριγυρίζει άσκοπα στη γειτονιά
τα χρόνια που δεν περιμέναμε και ήρθαν
κι άλλα που περιμένουμε και δε θα ʼρθούν
ψηφίσματα, ψηφιδωτά, ψιμμυθιασμένα είδωλα
μύθοι, πληγές, το ίσιο και το ανάποδο
μιας ανεπίδοτης ζωής
η άφωνη κραυγή
η πολυέλεη ανυπαρξία
η Μιράντα, ο Χάρης, ο Στέφανος
κι η παραισθητική σφραγίδα της δωρεάς.
ΣΕ ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΠΛΑΚΑ
Διαβάτη, η μικρή Μυρτώ,
από τη μακρινή αιολική Ελαία,
κατηγορεί την τύχη της γιατί
εδώ στην Κύπρο την ευρήκε ο θάνατος.
Επιγραφή του τρίτου αιώνα προ Χριστού
σε πλάκα σπαραγμένη από το χρόνο
αδέξια χαραγμένη, βιαστικά,
λες και ο Χάρος άλλο δε μπορούσε νʼ αναμένει
τʼ άγουρο σώμα της Μυρτώς.
ΑΚΡΟΤΕΛΕΥΤΙΟ
Ολοένα λιγοστεύουν οι στίχοι
όπως οι επιθυμίες
όπως τα όνειρα
όπως οι μέρες μας
με κάθε χτύπο της καρδιάς.
Ο Φοίβος Σταυρίδης (Λάρνακα, 1938 – 2012) υπήρξε ποιητής, εκδότης, ερευνητής, μελετητής. Σπούδασε φαρμακευτική στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού. Ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (1978) και της Εταιρείας Συγγραφέων. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1958 με διήγημα που βραβεύτηκε από τον Ελληνικό Πνευματικό Όμιλο Κύπρου. Εξέδωσε στη Λάρνακα σε συνεργασία με ολιγάριθμη εκδοτική επιτροπή (1980-1986) το λογοτεχνικό περιοδικό Κύκλος. Με τους Λευτέρη Παπαλεοντίου και Σάββα Παύλου ίδρυσε το περιοδικό Μικροφιλολογικά (Λευκωσία, 1997-κ.ε.).
Μαζί με τον ποιητή Θεοδόση Νικολάου επιμελήθηκε τη συγκεντρωτική έκδοση των Ποιημάτων του Παντελή Μηχανικού (Λευκωσία, 1982). Εξέδωσε, επιπλέον, τα έργα των Επαμεινώνδα Φραγκούδη, Οδοιπορικόν Μαυροβουνίου (Λευκωσία 1994), και Σάββα Τσερκεζή, Ημερολόγιον του βίου μου, αρχόμενον από του 1886 ( Λευκωσία 1988, 2007).
Έργα ποιητικά: Ποιήματα, Λάρνακα, 1972. Απομυθοποίηση, 1978. Τρίτο πρόσωπο, 1992.
Επίσης, δημοσίευσε μελετήματα και βιβλιογραφίες για ελλαδικούς και κύπριους λογοτέχνες. Ενδεικτικά:
Ο ποιητής ως αγαλματοποιός. Δέκα χρόνιο, από τον θάνατο του Π. Μηχανικού (1990). Βιβλιογραφία Κυπριακής Λογοτεχνίας από τον Λεόντιο Μαχαιρά έως τις μέρες μας (2001), με τους Λευτέρη Παπαλεοντίου και Σάββα Παύλου. Βιβλιογραφία Κυπριακής λαϊκής ποίησης. Φυλλάδες και αυτοτελείς εκδόσεις (1884 – 1960) (2002).
Τιμήθηκε το 1972 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης της Κύπρου.
Συνεργασίες του δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Κυπριακά Χρονικά, Πνευματική Κύπρος, Φιλολογική Κύπρος, Ακτή, Επτά Ημέρες (Καθημερινής) , Αντί, Διαβάζω, Η λέξη, Νέα Εστία, Νέα Εποχή, Άνευ, Κυπριακή Βιβλιοφιλία, Η Παρέμβαση.
Το μικρό σε όγκο ποιητικό του έργο θεωρείται ως ένα από τα πιο ξεχωριστά στην κυπριακή λογοτεχνική παραγωγή, με τη συνδρομή της εκφραστικής λιτότητας, της στοχαστικής διάθεσης, της απομυθοποίησης και της ειρωνείας. Οι μονογραφίες, οι μελέτες, η συμμετοχή του σε ομαδικές παρεμβάσεις επέτρεψαν την προώθηση της έρευνας για την κυπριακή λογοτεχνία και του πολιτισμό της νήσου σε υψηλότερο επίπεδο. Καθοριστική ήταν η συμβολή του στα βιβλιογραφικά πράγματα της Κύπρου και στη διαδικτυακή παρουσία της Κύπρου «προς τα έξω».
Συν-ιδρυτής και υπεύθυνος του ιστολογίου του περιοδικού Μικροφιλολογικά
http://microphilologica.blogspot.com/
Ιδρυτής των ιστολογίων:
Η Άλλη Κύπρος. Μαρτυρίες ανθρώπων και τόπων.
http://allikypros.wordpress.com/about/
Λάρνακα: Ιστολόγιο για τη Λάρνακα
Retalia et alia: Κείμενα για το βιβλίο και τη λογοτεχνία













Mπράβο Γιώργο για την πρωτοβουλία. Ο Φοίβος Σταυρίδης είχε και μια απέραντη αγάπη για τα γράμματα, την Κύπρο , την ιστορία και τους ανθρώπους της, δούλευε με πάθος με ότι καταπιανόταν. Θα βρίσκετε πάντα μαζί μας μέσα από το έργο του. θα μας συγκινεί και θα μας εμπνέει.
Αξιόλογος ποιητής