εικονογράφηση : Ζήνα Κωτσοπούλου
Η Ελέγχουσα
(Διήγημα από ανέκδοτη συλλογή του Τάσου Μελίτη)
Με τον φάκελο στον χαρτοφύλακα, που είχε κρεμάσει από τον δεξί ώμο, περπάτησε τα διακόσια μέτρα μέχρι τα κτίρια της Περιφερειακής Ενότητας, που πριν λίγους μήνες ήταν κτίρια της Νομαρχίας. Είχε έρθει από την Αθήνα με το λεωφορείο. Το αυτοκίνητό του το είχε πουλήσει αναπάντεχα και ξαφνικά σε μία κρίση αυταρέσκειας και μεγαλοπρέπειας. Αμέσως μετά που στην προηγούμενη εταιρεία, που δούλευε, του δώσανε να χρησιμοποιεί ένα εντυπωσιακό τζίπ 2500 κυβικών : Για να μπορεί να πηγαίνει άνετα σε όλη την Ελλάδα, να εντυπωσιάζει τους κατά τόπους γραφειοκράτες των Περιφερειών και των Νομαρχιών. Και έτσι να προωθεί καλύτερα τις εγκρίσεις για τα επενδυτικά σχέδια των πελατών της πολυχρονεμένης πρώην εταιρείας του. Είτε με τη μέθοδο της επιστημοσύνης για τους έντιμους υπαλλήλους του δημοσίου – πάντα υπάρχουν και τέτοιοι – είτε με τη μέθοδο του λαδώματος για τα υψηλόβαθμα στελέχη του δημοσίου – πάντα υπάρχουν τέτοια.
Αλλά εδώ και κάτι μήνες, που άλλαξε εταιρεία, έπειτα από την διαφωνία του με τον πρώην διευθυντή του, αναγκαστικά άρχισε να χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Γιατί η νέα του δουλειά δεν έδινε αυτοκίνητα στα στελέχη της. Και φυσικά ούτε κι αυτός ήταν σε θέση σε περιόδους κρίσης – είχε υπογραφεί εντωμεταξύ το καταραμένο εκείνο μνημόνιο με την τρόικα – να αγοράσει αυτοκίνητο λαμπερό. Και ακριβό προς εντυπωσιασμόν του δημοσιουπαλληλικού κόσμου. Και φτηνό δεν αγόραζε. Δεν είχε λόγο. Τα είχε εκείνη την εποχή με μία ποδηλάτισσα, που εύρισκε μια χαρά την απεξάρτησή του – έτσι το έβλεπε εκείνη – από το γιώτα χί !
Έχανε από το γόητρό του, νόμιζε στην αρχή. Έπειτα από λίγο καιρό, όμως, διαπίστωσε ότι κέρδιζε σε αποδοχή από τους απλούς υπαλλήλους του δημοσίου, στις υπηρεσίες που πήγαινε, για τις δουλειές που τον στέλνανε. Μάλιστα σε δύο περιπτώσεις του δώσανε τις εγκρίσεις που γύρευε χωρίς να χρειαστεί να τους δώσει τίποτε. Απολύτως τίποτε. Μικρά θαύματα σε συνθήκες κρίσης, δηλαδή! (Τα στελέχη όμως ήξεραν και απαιτούσαν, ότι για να δώσουν μια υπογραφή εγκριτική μισονόμιμη τα λεφτά τους θα τα έπαιρναν, ανεξαρτήτως του μέσου κίνησης του εκπροσώπου της αιτούσης εταιρείας. «Στελέχη», μονολογούσε καμιά φορά. «Οι παππούδες τους δεν είχανε περάσει από τον βενιζελισμό στο ΕΑΜ κι από εκεί στο δοσιλογικό κράτος της Κατοχής και της Μετακατοχής, βάζοντας σφραγίδες σε ικανοποιημένα αιτήματα και θησαυρίζοντας;». Κι εκεί σταματούσε. Δεν προχωρούσε σε μετέπειτα ιστορικές περιόδους. Που ήταν πιο κοντά στην εποχή που ο ίδιος συμμετείχε σε αυτό το παζάρι του «δούναι και λαβείν». Έστω κι αν εκείνος για άλλους δούλευε κι ούτε ποτέ είχε βάλει στην τσέπη ούτε δραχμή ή ευρώ από τα μαύρα χρήματα).
Αλλά, αυτά είναι θέματα για διδακτορικές διατριβές, που σίγουρα κάποια στιγμή θα δοθούν – ή μήπως έχουν ήδη δοθεί – από τα ευκλεή πανεπιστημιακά μας ιδρύματα. Προς το παρόν αυτός ήταν ήδη στο κτίριο της Περιφερειακής Ενότητας , της πρώην Νομαρχίας με άλλα λόγια. Και από τον κλητήρα της εισόδου μάθαινε που είναι το τάδε τμήμα, που θα κατέθετε τον φάκελό του. Και καθώς ήταν νωρίς ακόμη – δεν είχε πάει η ώρα εννιά, ώρα ορόσημο για να φύγει η τσίμπλα από τα μάτια των υπαλλήλων, που θεωρητικά ήσαν εκεί από τις επτά και μισή (εμένα μου λές), βγήκε στο προαύλιο να πάρει τον αέρα του.
Ήταν Απρίλης μήνας και η ελληνική φύση δεν κώλωνε με τα μνημόνια και τις τρόικες : Αντιστέκονταν με τον ίδιο τρόπο που το έκανε από την μυθική εποχή του Άδωνη και της Περσεφόνης. «Ένας από τους λόγους που δεν έκανα χρήματα είναι ότι εξωραίζω την πραγματικότητα με τέτοιες σκέψεις, αντί να σκέφτομαι τρόπους βελτίωσης των οικονομικών μου, π.χ. μια δεύτερη δουλειά», μονολόγησε. «Και τι σχέση έχει ο Άδωνης με αυτή την μαλακία που μας περιβάλλει;». Πράγματι, απέναντι από τον φροντισμένο κήπο της Περιφερειακής Ενότητας ήταν κάτι νεοπλουτίστικες πολυκατοικίες με τερατώδεις εξώστες. «Δηλαδή, τα κάγκελα ήσαν τερατώδη και εξ αυτών εφαίνοντο τερατώδεις και οι εξώστες». Χαμογέλασε με τον συλλογισμό του.
Στις εννιά και τέταρτο ξαναμπήκε στο κτίριο και σε λίγο ήτανε έξω από το γραφείο που του είπε ο κλητήρας. Η πόρτα κλειστή. Χτύπησε περιμένοντας να ακούσει το «εμπρός». Ξαναχτύπησε. Απόλυτη σιωπή. Αισθάνθηκε τη γνώριμη αμηχανία με το χαρακτηριστικό σφίξιμο στο στομάχι. Δεν μπορούσε να επιστρέψει πίσω στην Αθήνα, χωρίς τουλάχιστον να δεί τον αρμόδιο για την υποβολή του επενδυτικού σχεδίου. Δεν θα άντεχε την συγκαταβατική αντιμετώπιση από τον προιστάμενό του : « Το ταξιδάκι σου το έκανες πάλι, αλλά τι μας έφερες από εκεί; Κι ούτε σκέφτηκες να φέρεις κανένα μπουκάλι ντόπιο κόκκινο κρασί». Καθώς πράγματι είχε μια εξάρτηση από τα κόκκινα κρασιά ο τύπος.
Πίσω του έστεκε μια ξανθιά με το δικό της φάκελο στο χέρι. «Χτυπήστε δίπλα», είπε. «Είναι η βοηθός του δίπλα. Και ουσιαστικά εκείνη ελέγχει. Εκείνος απλά υπογράφει. Της έχει εμπιστοσύνη». «Είστε από εδώ λοιπόν, αφού τα ξέρετε τόσο καλά» ,έκανε εκείνος και την χάιδεψε με το βλέμμα του : Δεν ήταν κακή, εάν εξαιρέσεις ότι ήταν μικρόστηθη – ήταν εμφανέστατο ότι φορούσε γουόντερμπρα προς ενίσχυση του στήθους της. «Δηλαδή αυτή είναι η ελέγχουσα!», έκανε πομπωδώς εκείνος. «Εxactly» , είπε χαριτωμένα εκείνη, ανταποκρινόμενη στο αδιόρατο ενδιαφέρον του.
Χτύπησε λοιπόν την πόρτα κι ακούγοντας το «εμπρός» άνοιξε και μπήκε λέγοντας την καλημέρα του. «Θα μπορούσατε……». «Καθίστε και πείτε μου το αίτημά σας», έκανε η ελέγχουσα, η οποία ασφυκτιούσε ανάμεσα σε δεκάδες φακέλους και υποφακέλους στιβαγμένους στα ερμάρια και στα δυό γραφεία , τα χωρίς καθίσματα, ακόμη και πάνω στο δικό της γραφείο, αλλά και κάτω στο δάπεδο – κάποιοι είχαν πιάσει και αράχνες!
Πήρε μια βαθειά ανάσα και άρχισε να λέει το ποίημά του για το επενδυτικό σχέδιο της βιοτεχνίας που θα στήνονταν στην περιοχή και για τις θέσεις εργασίας που θα δημιουργούνταν – πράγμα σημαντικό για μια περίοδο όπως αυτή, που η ανεργία έχει βγάλει κέρατα. Με το «κέρατα» πρόσεξε την βέρα της στο αριστερό χέρι, που κι εκείνη στιγμιαία την κοίταξε – «ωραίοι συνειρμοί», είπε από μέσα του. Εκείνη, αμέσως μετά, δευτερόλεπτα δηλαδή, σηκώθηκε για να πάρει το φάκελο στα χέρια της ίσα ίσα για να τον τυλίξει το άρωμά της και να εκτιμήσει τα όμορφα πόδια της. Είχε ωραίο σώμα, αν και το πρόσωπο το έλεγες απλά συμπαθητικό, η δε ηλικία της ήταν κάπου στα σαράντα – ότι πρέπει δηλαδή για εξωσυζυγικές περιπέτειες , εάν βέβαια το πήγαινε το γράμμα. «Το πήγαινε, όμως;», αναρωτήθηκε ο ήρωάς μας.
Ωστόσο για λίγο για πολύ λίγο φαντασιώθηκε ότι εκεί μέσα, σε εκείνο το δωμάτιο με τους φακέλους που άφηναν πολύ λίγο χώρο για να αναπνεύσεις , πόσο μάλλον για να ερωτοτροπήσεις , της έπιανε το χέρι με τη βέρα και το έφερνε στην θέση της καρδιάς του – ήξερε από εμπειρία ότι κάποιες συγκινούνται από αυτή την κίνηση. Στη συνέχεια εκείνη θα του χάιδευε το μάγουλο και του έλεγε το αναμενόμενο : «Όχι εδώ και όχι τώρα. Μετά τη δουλειά και όπου σου πώ».
Αλλά, όπως είπαμε, αυτό κράτησε για λίγο για πολύ λίγο. Ανακάλεσε τον εαυτό του στην τάξη και ξανακούρδισε το μυαλό του να σκεφτεί, πώς θα της παρουσίαζε τις ελλείψεις του φακέλου. Ανάλογα με τις αντιδράσεις της θα την κατέτασσε σε μια από τις κατηγορίες της εντιμότητας ή της διαφθοράς αντίστοιχα. «Μόνο τα πόδια της δεν κατηγοριοποιούνται», σκέφτηκε. «Είναι, απλά, ποθητά και ωραία. Ωραία και ποθητά. Ούτε έντιμα, ούτε διεφθαρμένα».











ωραία απλή γλώσσα, το απόσπασμα που διάβασα με πείθει, αν και δεν ξέρω τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής.
Μου αρέσει ιδιαίτερα που ο συγγραφέας γράφει ενάντια στην κρίση κι ασχολείται με επίκαιρα θέματα
Σηκώθηκε για να πάρει το φάκελο για να τον τυλίξει το άρωμά της και να εκτιμήσει τα όμορφα πόδια της…..πολύ ωραίο…μα είναι σε πολλούς γνωστό πως εκτός από τα ποιήματα οι Έλληνες…Παπαδιαμάντης κλπ…είναι σαΐνια και στα διηγήματα
«Όχι εδώ και όχι τώρα. Μετά τη δουλειά και όπου σου πώ»…..
Ωραία γραφή, ρεαλιστική και απλή, γρήγορη, χωρίς περιττές φλυαρίες διήγηση… Σύγχρονη και “καθημερινή” ιστορία, που σε κρατά να την διαβάσεις, γιατί την έχει κάπου “ζήσει” ο καθένας μας με τον τρόπο του…
Περιμένω το βιβλίο και φυσικά την συνέχεια…..
Καλη προσπαθεια για μικροδιηγημα ηθογραφιας χαμηλων τονων, της περιοδου 1981-
Προσωπικα, αν εγραφα κατι παρομοιο, θα χρησιμοποιουσα ανηλεη σαρκασμο, οπου έδει.
Εκτος απο το σχολιο υπ. αριθμ. 2 και καποιο διαχυτο ερωτισμο, λογω ανοιξης, εντοπιζω :
1.”Αμέσως μετά …, του δώσανε να χρησιμοποιεί ένα εντυπωσιακό τζίπ 2500 κυβικών : Για να μπορεί να πηγαίνει άνετα σε όλη την Ελλάδα, να εντυπωσιάζει τους κατά τόπους γραφειοκράτες των Περιφερειών και των Νομαρχιών. Και έτσι να προωθεί καλύτερα τις εγκρίσεις για τα επενδυτικά σχέδια των πελατών της πολυχρονεμένης πρώην εταιρείας του.”
2.”Και φτηνό δεν αγόραζε. Δεν είχε λόγο. Τα είχε εκείνη την εποχή με μία ποδηλάτισσα, που εύρισκε μια χαρά την απεξάρτησή του – έτσι το έβλεπε εκείνη – από το γιώτα χί !”
Μια παρσατηρηση : Εδω και σχεδον 3 ετη ενα μεταχειρισμενο καλο SUV πωλειται κατω απο 10.000 ευρω
3.”(Τα στελέχη όμως ήξεραν και απαιτούσαν, ότι για να δώσουν μια υπογραφή εγκριτική μισονόμιμη τα λεφτά τους θα τα έπαιρναν, …. «Στελέχη», μονολογούσε καμιά φορά. «Οι παππούδες τους δεν είχανε περάσει από τον βενιζελισμό στο ΕΑΜ κι από εκεί στο δοσιλογικό κράτος της Κατοχής και της Μετακατοχής, βάζοντας σφραγίδες σε ικανοποιημένα αιτήματα και θησαυρίζοντας;».”
“Είναι η βοηθός του δίπλα. Και ουσιστικά εκείνη ελέγχει. Εκείνος απλά υπογράφει!!”
Η εξουσία της παραεξουσίας στο μεγαλείο της!!
Η ελέγχουσα!!
Λόγος συμπυκνωμένος, μεστός και όχι φλύαρος.
Χιούμορ διεισδυτικό, σκωπτικό που γίνεται και αυτοσαρκασμός.
Μου άρεσε. Θάθελα να διαβάσω και τα υπόλοιπα διηγήματα.
Ρεαλιστική περι(κατα)γραφή της νεοελληνικής πραγματικότητας. Υποφέρουμε όλοι απ΄ αυτήν. Αλλά, μας συνεπαίρνουν ενίοτε το άρωμα και τα όμορφα πόδια των υπαλλήλων. (Το πρώτο μέρος με κούρασε λίγο. Μοιάζει με ημερολόγιο και φαντάζει άνευρο).
Με την τεχνική της ημερολογιακής καταγραφής -αν και το διήγημα είναι γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο- ο Τάσος Μελίτης, αναφέρεται στη “θανάσιμη” μοναξιά ενός υπαλλήλου, ο οποίος ασφυκτιά σε ένα γνώριμο σε όλους μας περιβάλλον, σε ένα εθνικό περιβάλλον όπου πρωτοστατεί η διαφθορά και όπου η “φιγούρα” είναι ο σωστός μηχανισμός για τη διεκπεραίωση μίας υπόθεσης. Ο υπάλληλος, παρατηρεί και αναλύει την κατάσταση των πραγμάτων, δένει το παρόν με το σύγχρονο παρελθόν, στροβιλιζόμενος μέσα στη δίνη της κρίσης, αν και ο ίδιος μένει έξω από το παζάρι, όπου μεταποιούνται αξίες και διακινούνται πάσης φύσεως εμπορεύματα. Παρεμβάλλεται μία σύντομη φαντασίωση η οποία τον οδηγεί στο συμπέρασμα πως η ομορφιά έχει ακόμα τη δύναμη να παραμένει αλώβητη.
Θα περιμένουμε και τα υπόλοιπα.