1. I, 19 (secura potes totis tussire diebus)
Είχες, αν καλά θυμάμαι, δόντια τέσσερα στο στόμα:
πέσαν δυο σου όταν μια μέρα βήχας σʼ έπιασε βαρύς•
πάλι σʼ έπιασε ένας βήχας – άλλα δυο φύγαν ακόμα.
Τώρα ησύχασε: να βήχεις όλη μέρα πια μπορείς!
2. I, 24 (nolito fronti credere)
Βλέπεις, φίλε, αυτόν τον κύριο με την αυστηρή την όψη,
που μιλάει για την πατρίδα, γιʼ ανδρισμό και για τιμή,
και τα γένια του σε κάνουν κρύος ιδρώτας να σε κόψει;
Μην πιστεύεις ό, τι βλέπεις: χθες τον ήξερα αδελφή!
3. I, 73 (turba fututorum)
Δεν ποθούσε κανείς χέρι στη γυναίκα σου νʼ απλώσει,
που διαθέσιμη ήταν σʼ όλους, δωρεάν, μέχρι προχτές.
Μα είχες έμπνευση σπουδαία: φύλακες τής έχεις δώσει
κι από τότε σέρνει πλήθος υποψήφιους εραστές!
4. II, 25 (das numquam, simper promittis)
Ποτέ σου δε μου δίνεσαι, μα σʼ ό, τι σου προτείνω,
πρόθυμα πάντα λες το ναι για να μʼ εξαπατάς•
αφού είσαι ψεύτρα σʼ ό, τι λες, Γάλλα μου, θα επιμείνω:
όχι να λες σʼ ό, τι ζητώ και λόγο ας μην κρατάς!
5. II, 42 (Zoilus)
Όπως κάθε μέρα, Ζωίλε, σήμερα λερώνεις πάλι,
πλένοντας τον πισινό σου, στης πισίνας το νερό.
Μα ευτυχώς που κώλο πλένεις: αν βουτούσες το κεφάλι,
θα γινόταν της πισίνας το νερό πιο βρωμερό!
6. II, 61 (cum fellat, purior fuit)
Τον καιρό που ήσουν αγόρι νέο κι αμούστακο κι ωραίο,
είχε μάθει η γλώσσα σου άντρες λάγνους να εξυπηρετεί•
μʼ από τότε που ως κι ο μπόγιας σʼ αντικρίζει φρικαλέο,
που ως κι αυτούς τους νεκροθάφτες η όψη σου τρομοκρατεί,
γλώσσας άλλη χρήση κάνεις: από φθόνο λυσσασμένη,
να συκοφαντεί τους πάντες πάντα η γλώσσα σου ευκαιρεί.
Την κακιά σου γλώσσα κράτα στα υπογάστρια κολλημένη,
γιατί αν έγλυφε μονάχα, θα ʼτανε πιο καθαρή!
7. III, 73 (dormis cum pueris mutuniatis)
Και με παίδαρους βαρβάτους ξέρω, Φοίβε, ότι κοιμάσαι,
μα σου πέφτει, αλίμονο, ό, τι στέκεται ψηλά σʼ αυτούς•
Κίναιδο όμως δεν σε λένε, τέτοιος δεν νομίζω να ʼσαι•
θα τους χαίρεσαι, υποθέτω, κατʼ ανάγκη, ρουφηχτούς!
8. IV, 24 (uxori fiat amica meae)
Κλαίει τώρα η Λυκορίδα κι έχει στην καρδιά μαράζι:
όλες έθαψε τις φίλες και στα μνήματα θρηνεί•
αν της Λυκορίδας φίλη όποια γίνει, τα τινάζει,
της δικής μου της γυναίκας φίλη γρήγορα ας γενεί!
9. V, 73 (non donem tibi cur meos libellos)
Μεγάλος μου είσαι θαυμαστής, σου κακοφαίνεται όμως,
που έργα μου δεν σου δώρισα ποτέ. Γιατί απορείς;
Ωιμέ αν αρχίσεις ξαφνικά και συ –με πιάνει τρόμος–
με τα δικά σου τα γραφτά να με φιλοδωρείς!
10. VI, 60 (nunc nobis carmina nostra placent)
Όλη η Ρώμη με παινεύει, μʼ αγαπά και με θαυμάζει,
και στον κόρφο και στο χέρι τα βιβλία μου κουβαλεί•
βλέπω κάποιον που διαβάζει… ξάφνου τρέμει κι ωχριάζει –
εύγε! Οι στίχοι και σʼ εμένα φαίνονται τώρα καλοί!
11. VII, 14 (mentula nondum sequipedalis erat)
Τρομερό κακό συνέβη σε μια φίλη μου τις προάλλες,
που της πέθανε η χαρά της, ένα πλάσμα λατρευτό,
το πουλάκι της, και κλαίει: συμφορά απʼ τις πιο μεγάλες!
Μα δεν ήταν σπουργιτάκι, περιστέρι πεταχτό –
τόσο ευαίσθητη δεν είναι, για πουλί συνηθισμένο
δεν σκοτίζεται – έπαθε όμως, αχ, δυστύχημα φριχτό:
Ένα δούλο έχασε η δόλια, νέο, πιστό κι αγαπημένο,
μόλις στα είκοσί του χρόνια το αγοράκι το χρυσό,
που ένα τόσο δα πουλάκι του κρεμόταν, το καημένο,
και σε μάκρος ήταν μόλις ένα πόδι και μισό!
12. VIII, 69 (miraris veteres, Vacerra, solos)
Τους παλιούς μόνο θαυμάζεις κι εξυμνείς μόνο τον τρόπο
των ποιητών των πεθαμένων, που από σένα θα εγκριθούν•
να με συγχωρείς, Βακέρρα, δεν αξίζει όμως τον κόπο
να πεθάνω, ώστε από σένα τα έργα μου να επαινεθούν!
13. X, 8 (Paula)
Με θέλει η Παύλα γιʼ άντρα της, εγώ όμως δεν θα ενδώσω:
Είναι γριά κι εντύπωση δεν μου ʼκανε καμιά•
μα το χειρότερο είναι πως γριά δεν είναι τόσο,
για να την πάρω ελπίζοντας σε μια κληρονομιά.
14. XI, 19 (saepe soloecismum mentula nostra facit)
Για γυναίκα να σε πάρω, ξέρεις, Γάλλα, γιατί αρνούμαι;
Διαβασμένη είσαι γυναίκα, με σοφούς διαλογισμούς,
της γραμματικής γνωρίζεις τους κανόνες – και φοβούμαι
πως συχνά ο φαλλός μου κάνει σοβαρούς σολοικισμούς!
15. XI, 66 (Vacerra)
Και δειλός κι απατεώνας και χαφιές και συκοφάντης
και κακός είσαι, Βακέρρα, και με στόμα ρυπαρό,
γυμναστής των μονομάχων διεστραμμένος και μπερμπάντης.
Με όλʼ αυτά σου τα προσόντα, πώς φτωχός είσαι, απορώ!
16. XI, 108 (lector, solve)
Το βιβλίο έχει μακρύνει, μα ποτέ δεν σου φτουράνε,
αναγνώστη, οι στίχοι. Θέλεις κι άλλους; Κάνε μία εισφορά:
με πιέζει ο δανειστής μου, πρέπει οι δούλοι μου να φάνε –
τον ανήξερο μου κάνεις και σωπαίνεις; Γεια χαρά!
Σχόλιο
Ο Μαρτιάλης γεννήθηκε μεταξύ των ετών 38–41 μ.Χ., από Ρωμαίους γονείς, στην Ισπανία – επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το 63 ή 64 μετακομίζει στη Ρώμη. Βιοπορίζεται, υπό την πατρωνία διάφορων επιφανών προσώπων, εκμεταλλευόμενος την ευχέρεια που είχε στη σύνθεση σατιρικών, κυρίως, αλλά και επαινετικών και λυρικών επιγραμμάτων. Μεγάλος δάσκαλός του ήταν ο Κάτουλλος. Γύρω στο 84–85 εκδίδει το πρώτο του βιβλίο. Έγραψε περίπου 1570 επιγράμματα χωρισμένα σε 15 βιβλία. Πέθανε γύρω στο 103.
Η σατιρική ποίηση, σʼ ένα πρώτο επίπεδο, αποσκοπεί στο γέλιο• η βαθύτερη ουσία της όμως στοχεύει το ηθικό πεδίο και όλα τα κακώς κείμενα, ιδιωτικά και δημόσια, σε μια κοινωνία. Γιʼ αυτό, άλλωστε, το περιεχόμενό της είναι ανηλεές και αμείλικτο. Η ανθολόγηση έγινε από το βιβλίο «Μαρτιάλης, Επιγράμματα», με επιλογή, έμμετρη μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια του Ν. Α. Γκούμα, Αθήνα 1980. Καλή Αποκριά!












Αν και οι Ρωμαίοι επιγραμματοποιοί παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον, μέσα στο γεωγραφικό/ιστορικό/πολιτικό/κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκαν, δημιούργησαν, έζησαν και πέθαναν, εντούτοις δεν μπορείς παρά να ψέγεις το ό,τι υπηρετούσαν. Κι αυτό ΄το οτιδήποτε’ δεν ήταν άλλο από την εύνοια πατρώνων των οποίων τις ορέξεις, τα χούγια και τις αντιπαλότητες υπηρετούσαν. Μαθήτες όλοι, κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο, των Ελλήνων Ιαμβογράφων, από τον Αρχίλοχο τον Παριεύς έως και τον Ερμεία τον Κουριεύς, εγκλωβίστηκαν σε μία ανελεύθερη έως δουλοπρεπή έκφραση σκωπτικού λόγου.
Και η ιστορία επαναλαμβάνεται
μέχρι των ημερών μας
Lʼ Italiani quando vogliono esprimerci
Con modo dotto-erudito-cotlo
parlano Greco ( usano parole Grece )
«Έθελα νανʼ ο βίλλος μου όπως τον καλαμιώναν,
πʼ άμαν τον κόψουσιν πολλιούν χιλιάες τον χειμώναν,
αρτσινικοί τζαι θηλυκοί να τρώτε ούλλοι ʽπο ʽναν!»
[βίλλος= ψωλή
πολλιούν= πολλαπλασιάζονται]
Χαράλαμπος Μ. Άζινος
Καλό Τσίκνισμα, Πατριώτες κι
απανταχού Έλληνες!!!
Σωτήρη, όχι όπως παραπάνω, αλλά όπως παρακάτω:
ΨΕΥΔΟΑΡΧΙΛΟΧΕΙΑ
ΙΑΜΒΟΙ
63
Ίσος κιναίδου και κακής πόρνης ο νους˙
χαίρουσιν άμφω λαμβάνοντες κέρματα
κινούμενοί τε και διατρυπώμενοι
βινούμενοί τε και διεσπεκλωμένοι
γομφούμενοί τε και διασφηνώμενοι
χορδούμενοί τε και κατασποδούμενοι.
Αμφοίν δ’ οχευτής ουκ απέχρησέν ποθ’ εις,
αλλ’ αιέν άλλο κάλλο λασταύρων όλον
+ειδήνον εκροφούντες ήδονται πέος,
πειρώμενοί τε μειζόνων και πασσόνων
νεύρων, κυβιστώντων τε διφώντων θ’ ομού
άπαντα τάνδον συν τε δηούντων βαθύ
δεινού βερέθρου χάσμα, και διαμπερές
μέσου προκοπτόντων παράχρις ομφαλού.
Τοιγάρ καπρώσα μαχλάς άρδην ερρέτω
πασχητιώντων ευρυπρώκτων συν γένει˙
ημίν δε Μουσών και βίου σαόφρονος
μέλοι φρέαρ τε, τούτο γιγνώσκουσ’, ότι
ηδ’ εστί τέρψις, ηδ’ ακίβδηλος χαρά,
ηδ’ ηδονή πέφυκε, μη συνειδέναι
αισχρά ποθ’ ηδυνθείσιν αυτοίς ηδονή.
Και για να μην ξεχνάμε τα ΨΕΥΔΟΚΟΡΝΑΡΕΙΑ:
Και τότε που εκάμνασιν το πορτοφόλι αγέρα
κι όλαι αι σκρόφαι τ’ άνοιξαν λιγάκι παραπέρα
μείνασι χούφται ορφαναί μ’ επίδομα λαγνείας
να κείτουσι συντρόφισσαι μεγάλης ορφανίας.
Διαλάλησαν τς πόνους των με άκρατην ελπίδαν
πως θα συντύχει αίτημα απάνω εις την λεπίδαν.
Ουδείς εισάκουσεν σαφώς τα παραπάνω έπη
ουδόλως εσχολίασαν την τρύπαν εις την τσέπη.
Χαιρετώ-σας,
κι από κοντά ο της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας μέντωρ Ρουφίνος [π. 2ος μ.Χ. αι.].
Λέμβιον, η δ’ ετέρα Κερκούριον, αι δύ’ εταίραι,
αίεν εφορμούσιν τω Σαμίων λιμένι.
Αλλά, νέοι, πανδημί τα ληστρικά της Αφροδίτης
φεύγεθ’, ο συμμίξας και καταδύς πίεται.
‘Βαρκάκι” η μια και “Σκούνα” αυτή, οι δύο πουτανίτσες
σαλπάρουν πάντα στο λιμάνι των Σαμίων.
Παιδιά, όλοι στα πειρατικά τέτοιου έρωτα μην πέσετε,
όποιος τις σμίξει μια φορά βουλιάζει στη ρουφήχτρα τους.
Σε μετάφραση του Γιάννη Δάλλα [Ρουφίνου, Ερωτικά Επιγράμματα, εκδ. Ηριδανός].
@8 Έκανε και η μύγα… κι… τον κόσμο όλον, άλλως πως: … η Φατμέ στο Γενί Τζαμί κι έκανε έναν κουβά… !*!Υ.Φ.Λ.!*!
Ε, ναι λοιπόν, χάρισμά σας:
http://www.youtube.com/watch?v=bC6aBMd1GWA
Ε, ναι λοιπόν, χάρισμά σας αυτό:
http://www.youtube.com/watch?v=bC6aBMd1GWA
@10… Σώπα καημένε, μας ακούν και μικρά-μεγάλα παιδιά που δεν κατανοούν τη χρόνια σερμαγιά των της επιλογής σου από το youtube.
Το είναι, είναι καλύτερο από το φαίνεσθαι!
Πολλά σχόλια, βρε αδελφέ, από εδώ κι από εκεί… και λίγο παραπέρα!
Ευχαριστούμε βέβαια, αλλά το παρακάνεις – και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί – αν υπάρχει…
Μια έτσι, μια αλλιώς, ζαλιστήκαμε… Νισάφι πια!
@12
Εν αρχή, αδελφό έχω μονον ένα και είναι και 5 χρόνια μεγαλύτερός μου
Εν συνεχεία, άκου
“Μοναξιά” στίχοι Αλέξανδρος Μπάρας, μουσική-άδει Θάνος Μικρούτσικος. Ακριβώς νισάφι πια με τους πασανάκατους/ες. Ατσακέν, man, ατσακέν!
@ 13
Αδελφή, όμως, δεν έχεις… 🙂
Άσε τον Μπάρα, τις μοναξιές και τους/ις Μικρούτσικους/ες…
Πιάσε τη μπάρα και κάνε λίγο κράτει πια…! 🙂
Η διάρκεια των Απόκρεω; Και συν τοις άλλοι: “Ίπποι θηλυμανείς εγεννήθησαν, έκαστος επί την γυναίκα του πλησίον αυτού εχρεμέτιζον.
Επί του Παγγαίου Όρους, 30.6.1928”
Θανάσης Βαλτινός