ΤΟΠΙΟ
Στον αγνοούμενο

Εκεί θα σ’ εκτελέσουν πάλι,
που θα ’βρει η Άνοιξη
αυτούς που την προσμέναν
με βάγια ελιάς και ροδοδάφνες ροδαλές.
Θα ’χει η αυγή με τριαντάφυλλα
τους δρόμους της στολίσει
κι ο ήλιος θα γυρέψει από δυο νέα παιδιά
να βάψουν άλικες τις κίτρινες κοιλάδες
και να γιομίσουν με στεφάνια τις πλαγιές.

Εκεί θα σ’ ανταμώσω πάλι,
που θα ’ρθει η Άνοιξη να βάψει
με της ίριδας τα χρώματα
ό, τι σε κείνο το τοπίο
ο θάνατος χρωμάτισε μαβί.

 

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ο κόσμος δεν τελειώνει
ανάμεσα σε δυο βράχους που συγκλίνουν,
τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη.
Όταν η σκόνη μου λερώνει τα πόδια,
η Παναγιά παύει να περπατάει
ανάμεσα σε σταυρούς και χριστάγκαθα.
Εδώ που πέζεψα μονάχη,
ωχρή μια σκιά λαβωμένου Θεού με συντροφεύει
κι όταν η μέρα πλένει
τα λασπωμένα παπούτσια της
μέσα στα μάτια μου,
εκεί κυλάει η τσακισμένη σχεδία
του ξέμπαρκου Οδυσσέα και χάνεται.

Εκείνο το μακρινό, νοτισμένο παράθυρο
είναι του βοριά.
Αν θέλεις, κοίτα

 

 

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Όλοι μιλούσαν για κείνο το μαχαίρι
που εξείχε στο πέτο του
σαν άλικο τριαντάφυλλο
στη μέση της καρδιάς του.
Ένα μαχαίρι καρφωμένο στις λέξεις του,
ένας σουγιάς καρφωμένος στο μυαλό του,
σαν κεντρί από σφήκα
σφηνωμένο κατάσαρκα
στην άκρη των χεριών του.

Κι οι άλλοι γύρναγαν την πλάτη
και βλέπαν με μάτι γυμνό
ένα μαχαίρι καρφωμένο βαθιά
μέσα στη μνήμη,
ένα μαχαίρι διάφανο να διχοτομεί
τη συνείδηση τους, σα γυάλινο καρφί
σφηνωμένο κατακόρυφα μες το κρανίο.

Κι αυτός ανήμπορος να το σηκώσει
έσερνε τα πόδια του,
ενέδιδε ολοένα στην κοφτερή του λάμα
κάθε μέρα και πιο σκυφτός,
κάθε νύχτα και πιο ωχρός
συντροφευμένος με το θάνατο
σ’ ένα τοπίο βαρυφορτωμένο
από λέξεις αναιμικές
σ’ ένα σταθμό σκουριασμένο
από κουρασμένα τραίνα
κι ένα λιμάνι από σπασμένα καράβια
που τα πανιά τους σκίστηκαν
από βοριάδες κι αστραπές
και τώρα κοντοστάθηκαν
στην άκρη να πεθάνουν.

 

ΑΠΟΣΤΟΛΗ

Αυτός ερευνούσε τα κοντά και τα μελλούμενα,
τα πεφταστέρια που διέγραφαν άγνωστη πορεία,
τα λουλούδια που φύτρωσαν ανάμεσα στην χλόη
κι ίσως να πατηθούν από τα πόδια των παιδιών,
όμως η οσμή τους θενά μένει πάντα
στην ανάμνηση της νιότης.
Όμως εγώ τον διάβαζα χαρτί γραμμένο,
στάλα διάφανης βροχής
κρυσταλλωμένης στα βλέφαρα
κι ήθελα μέσα του
να καθρεφτίσω την όψη μου,
να ενσαρκωθώ το φως
από τη θάλλουσα ψυχή του,
πίσω να πάρω τα λάφυρα της άβυσσος,
να επιβεβαιώσω τα όπλα μου,
να κατοχυρώσω την ύπαρξη μου.