Αθήνα

Αθήνα, σου στέλνω αυτό το τραγούδι
γιατί τα τραγούδια σου πάλιωσαν πια
παιάνες και ύμνους δεν ξέρω να γράφω
μα ούτε καντάδες όπως παλιά.

Αθήνα παλαίστρα, θεών πασαρέλα
πλατεία θεάτρου, παλιά αγορά
Αθήνα μπουκάλι της μπίρας σπασμένο
ουρά και βλαστήμια, του νότου σκιά.

Αθήνα, Αθήνα…
Πάνε, χαθήκανε οι εραστές σου
στερέψαν τα μύρα, τέρμα οι βεγγέρες
το χρώμα σου ψάξε σε φιλμ άσπρο μαύρο
καίνε, κοχλάζουνε τώρα οι μέρες.

Αθήνα του σκύλου ο κόπρος κι ο βίος
οι κόρνες φωλιάζουν στους κάδους σαν όρνια
κι εσύ λεβαντίνα, βαμμένη πατρόνα
βολτάρεις πιωμένη, λουσμένη κολόνια.

Αθήνα σεντόνι λευκό, γαριασμένο
μάρμαρο, δόξα, στεφάνι και τάφε
τσίκνα, τσιμέντο, ποτάμι θαμμένο
για πάρε χαρτί και μολύβι και γράφε.

 

 

Υστερόγραφο

Εκεί στην πλώρη μάτια μου χαράζει
μα εδώ στην πρύμνη πέφτει σκοτεινιά
Πως γίνεται η φωτιά θα με ρωτήσεις
μα εγώ δε έχω άλλες απαντήσεις

Εσύ γεννιέσαι κάθε μέρα
και περπατάς μες στον αέρα,
εσύ πετάς μες στα όνειρα σου
και δε ακούς- και δε ακούς τα βήματα σου…

Πάνω στο χέρι μου χωράς να περπατήσεις
κι εγώ στα δυο τα μάτια σου χωρώ
Το ξέρω, μ’ αγαπάς θα μ’ απαντήσεις
μα εγώ δεν έχω άλλες ερωτήσεις

 

 


Τι τραγούδι να σου πω

Τι τραγούδι να σου πω που να σε ξέρει;
Να’ ναι εκεί όταν γελάς κι όταν φοβάσαι.
Να’ ναι εκεί όταν μεθάς κι όταν λυπάσαι.
Κι όταν κρύβεσαι στης μοναξιάς τα μέρη.

Τι τραγούδι να σου πω εκεί που πας;
Να μη μοιάζει με κανένα.
Τι τραγούδι να σου πω εκεί που πας;
Μα να μοιάζει μ’ όλα όσα αγαπάς.

Τι τραγούδι να σου πω που να’ χει αέρα;
Σαν κι αυτά μες τις κασέτες που ‘χουν λιώσει.
Γιατί πάτησαν το χρόνο, σ’ έχουν νιώσει.
Πήραν σήκωσαν το φως κι εδώ το φέραν.

Τι τραγούδι να σου πω εκεί που πας;
Να μη μοιάζει με κανένα.
Τι τραγούδι να σου πω εκεί που πας;
Μα να μοιάζει μ’ όλα όσα αγαπάς.

Τι τραγούδι να σου πω χωρίς ουσία;
Να το φτύνουν οι σοφοί κι οι μπερδεμένοι.
Να γεννιέται στα ρηχά κι εκεί να μένει.
Να μην έχει ούτε λάμψη,ούτε αξία.
Μα να φέγγει στη δική σου καταχνιά.

 

 

Φοβάμαι

Φοβάμαι τη μέρα, φοβάμαι το φως
το ψόφιο το βλέμμα του δημοσίου
φοβάμαι τους δρόμους που γεννούν οδηγούς
κι εκείνους που έχουν εικόνα οσίου.

Φοβάμαι τη μάνα και τον αδερφό
κι όσους μοιράζουν σαφείς οδηγίες
φοβάμαι τις θειάδες μου τις Κυριακές
γαμώτο, και του πατέρα μου τις αγωνίες.

Δες, ο κόσμος αυτός που βαδίζει σκυφτός
δεν ακούει, δεν κοιτά και σωπαίνει
ίσως κάποια στιγμή να θελήσει να πει
την καρδιά του ποιος φόβος βαραίνει.

Φοβάμαι τις πρώτες ρυτίδες των άλλων
κι εκείνους που λένε “δε θέλω να χάνω”
μα απ` όλα φοβάμαι-σ` το λέω-πιο πολύ
όλους όσοι με σπρώχνουν να πάω πιο πάνω.

Φοβάμαι κι εσένανε που μ` αγαπάς
όταν μια μέρα τα μάτια θ` ανοίξεις
μήπως μ` αλλάξεις, μη μ` αρνηθείς
μα, μωρό μου, πιο πολύ φοβάμαι μήπως με πνίξεις.

Και φοβάμαι κι αυτούς και φοβάμαι τους άλλους
και φοβάμαι τα οικεία και φοβάμαι τα ξένα
τους μικρούς τους φοβάμαι, αλλά και τους μεγάλους
μα -στο λέω- πιο πολύ… φοβάμαι εμένα.

 


Υπάρχουν λέξεις

Υπάρχουν λέξεις
που δεν υπάρχουν στα τραγούδια.
Υπάρχουν νύχτες
που δεν περνάνε με κρασί.
Είν’ αποχρώσεις
που δεν υπάρχουν στα λουλούδια,
όπως της πλήξης
το βαθύ το βυσσινί.

Είναι και κάποιοι που δεν υπήρξαν.
Είναι και κάποιοι που δεν υπήρξανε ποτέ.

Υπάρχουν χώρες
που δεν υπάρχουνε στο χάρτη.
Υπάρχει αίμα
που δεν κυλάει πουθενά.
Είναι και ώρες
που δεν αλλάζουνε το Μάρτη,
όπως αυτές,
που μόνο ο ύπνος τις γεννά.

Είναι και κάποιοι που δεν υπήρξαν.
Είναι και κάποιοι που δεν υπήρξανε ποτέ.

Είναι ζευγάρια
που λένε ότι είναι ένας,
είναι ζευγάρια
όπου δεν φαίνεται κανείς.
Είναι ζωές
που πιάσαν πάτο και κολλήσαν,
μα υπάρχουν βάθη
που δεν τα γνώρισε κανείς.

Είναι και κάποιοι που δεν υπήρξαν.
Είναι και κάποιοι που δεν υπήρξανε ποτέ.

 

 

Μικρές χαρές

Καυτή βροχή στα μάτια σου
ξεπλένει την αλήθεια.
Θα ξαναρθούν μικρές χαρές…

Μικρές χαρές σαν άγγελοι
ρουφιάνοι για βοήθεια.
Θα ξαναρθούν μικρές χαρές…

Κλειστές ζωές σα θέατρο
που τρέμει τις αργίες.
Θα ξαναρθούν μικρές χαρές…

Μικρές χαρές σαν Κυριακές
και σαν χλωμές αγίες.
Θα ξαναρθούν μικρές χαρές…

Δε φταίει κανείς,
δε φταίει κανείς.
Όποιος κερνάει τη ζωή,
αυτός τη σεργιανάει.
Δε φταίει κανείς.

Ψευτο-ευχές,χαμόγελα
πνιγμένα στις ρυτίδες.
Θα ξαναρθούν μικρές χαρές…

Μικρές χαρές διάφανες,
με πύρινες λεπίδες.
Θα ξαναρθούν μικρές χαρές…

Δε φταίει κανείς,
δε φταίει κανείς.
Όποιος κερνάει τη ζωή,
αυτός τη σεργιανάει.
Δε φταίει κανείς.

Δε φταίει κανείς,
δε φταίει κανείς.
Όποιος φοβάται την αυγή,
τη νύχτα ξαγρυπνάει.

Γυμνές ακτές τα χείλη σου
με τη σιωπή παλεύουν.
Θα ξαναρθούν μικρές χαρές…

Μικρές χαρές που χάθηκαν
και τώρα σε γυρεύουν…

 

 

Αν

Αν…αν είχαν όλοι οι άνθρωποι να φάν`
αν είχανε στο κρύο ένα μπουφάν

Αν…το χρήμα , αν δεν ήτανε το παν
παγκάκια αν δεν είχαν για ντιβάν`

Αν…αν είσαι μες στα χρέη ως εδώ παν`
αν έχεις σιχαθεί να λες ”αμάν”
αν όσο κι αν δουλεύεις δε σου φτάν`
αν ψήνεσαι σαν ψάρι στο τηγάν`

Μα δεν κολλάν οι άνθρωποι σαν σπάν`
ποτάμι είναι τα χρόνια και κυλάν
Και κυλάν

Αν… στον κόσμο δεν υπήρχε Αφγανιστάν
Καμπότζη , Αμερική και Πακιστάν
Αν… Ουάσινγκτον , Καμόρα , Ταλιμπάν
πετρέλαια , διαμάντια και Ιράν

Αν… σε κόβουν κομματάκια και ορμάν`
σου πίνουνε το αίμα και γελάν`
με τα δικά δου δάκρυα μεθάν`
τη σκέψη σου σιγά σιγά ρουφάν`

Μα δεν κολλάν οι άνθρωποι σαν σπάν`
ποτάμι είναι τα χρόνια και κυλάν`
Και κυλάν

 

Να ‘ρθω κι απόψε

Να σέρνομαι σε πέλαγα αρμυρά
παρά της νοσταλγίας υπηρέτης.
να πέφτω στα κερένια μου φτερά,
του άπιαστου αφέντης και επαίτης.

Να χάνομαι σαν έρχεται το φως,
να σβήνω πριν γυρίσει το φεγγάρι,
να γίνομαι του λάθους αδερφός,
ο φόβος να φοβάται να με πάρει.

Να ‘ρθώ κι απόψε, ζωή μου κόψε,
ζωή μου κόψε τη μέρα μου στα δυο.
Ζωή μου κόψε, να ‘ρθώ κι απόψε
σα ναυαγός στον κοραλλένιο σου βυθό.

Να έχω μια κατάρα για ευχή,
να χάσω το κλειδί του παραδείσου,
να ρέω σαν ποτάμι στη βροχή,
σα βότσαλο να λιώνω στην ακτή σου.

Να ‘ρθώ κι απόψε, ζωή μου κόψε,
ζωή μου κόψε τη μέρα μου στα δυο.
Ζωή μου κόψε, να ‘ρθώ κι απόψε
σα ναυαγός στον κοραλλένιο σου βυθό.

 

 

Κλωστές

Κλωστές κρατάνε και κινούμαι σε μια ξύλινη σχεδία,
κλωστές διάφανες στο χρώμα της σκιάς.
Ο χρόνος σκόρπισε λουλούδια – τι ειρωνεία! –
ίδια τα δώρα του χαμού και της χαράς.

Κλωστές κρατάνε και κινούμαι σ’ ένα ξέφωτο που τρίζει
από το φως που εξατμίζει τη δροσιά.
Θυμάμαι μου ‘χες πει “η δύναμη κοστίζει”,
όμως κοστίζει πιο πολύ μια αγκαλιά.

Κλωστές, τα σύνορα του κόσμου.
Κλωστές, ο φόβος κι ο θυμός μου.

Κλωστές κρατάνε και κινούμαι σε μια χώρα που επιπλέει
με επιβάτες παραμύθια και θεούς,
κρατώντας γύφτικο ζουρνά, στήνει καρτέρι
να μας μαγέψει με της Κίρκης τους λυγμούς.

Κλωστές, τα σύνορο του κόσμου.
Κλωστές, ο φόβος κι ο θυμός μου.

Κλωστές σπασμένες που χορεύουν σα νιφάδες,
στους ώμους κάτι που με καίει σαν πληγή.
Τώρα δεν έχω μυστικά και δε φοβάμαι,
τώρα μπορώ να περπατήσω όλη τη γη.

 

 

Παρασκευή

Παρασκευή – Παρασκευή φεύγει η βδομάδα.
Θα γίνεις για δυο μέρες Σταχτοπούτα.
Θ’ ανοίξω τα πανιά μου, θα ψηλώσω.
Τους δαίμονες θα κλείσω σε μια κούτα.
Παρασκευή.

Παρασκευή-Παρασκευή φεύγει η βδομάδα.
Μ’ αφρόλουτρο ψοφάει η βιοπάλη
και πνίγετ’ η ρουτίνα μες στο λούκι.
Φοράω το καλό μου το κεφάλι.
Παρασκευή.

Εγώ στα πόδια σου θα ρίξω την καρδιά μου.
Απόψε σ’ έχω δίπλα μου, απόψε είσαι δικιά μου.
Παρασκευή, Παρασκευή.

Κι εσύ θα βάλεις τα καλά σου και θα τρέξεις
αυτόν που περιμένεις να διαλέξεις.
Μα δε θα ‘ρθει, μα δε θα ‘ρθει.

Παρασκευή – Παρασκευή φεύγει η βδομάδα.
Σαν λάσπη που τη στόλισε το χιόνι.
Ξερόκλαδα που κρύβουνε μια τρύπα.
Σαν φλόγα που για λίγο δυναμώνει.
Παρασκευή.

Εγώ στα πόδια σου θα ρίξω την καρδιά μου.
Απόψε σ’ έχω δίπλα μου, απόψε είσαι δικιά μου.
Παρασκευή, Παρασκευή.

Κι εσύ θα βάλεις τα καλά σου και θα τρέξεις
αυτόν που περιμένεις να διαλέξεις.
Μα δε θα ‘ρθει, μα δε θα ‘ρθει.

 
Πεζό

Κι όμως έφτασε μέχρι εδώ,
πέρασε όλο αυτό το πηχτό σκοτάδι του χρόνου,
μεγάλο παιδί πια, περπάτησε
με βρήκε απροετοίμαστο
μ’ ένα παλιό νούμερο τηλεφώνου.

Και πώς να σε βρω;
Τι κάνεις;
Ομόρφυνες;
Άλλαξες ιδέες;
Πήγες αλλού;
Σήμα κανένα.

Μόνο κάποια τυχαία συνάντηση
στους Μεγάλους Δρόμους.
Στη Σταδίου ας πούμε, πρωί κι αγουροξυπνημένοι,
χωρίς ευφυΐα, με μισό μυαλό, να ψάχνουμε προσέγγιση
κάτω απ’ τις κόρνες των οχημάτων…

 


Φόνισσα μάνα

Φόνισσα μάνα, φόνισσα
με ένα σύρμα θα ξεκάνει τα παιδιά της.
Κι όπως γλυκά θα ξεψυχούν στην αγκαλιά της
δε θα φοβούνται γιατί είναι στην ποδιά της.

Γύρω ο τόπος σκοτεινιάζει.
Μύρισε βροχή (στο χώμα).
Μείνε δίπλα μου λίγο ακόμα.

Φόνισσα μάνα, φόνισσα,
εσύ γλυκό της Κυριακής και καταιγίδα.
Εσύ μεζούρα στη χαρά και στην ελπίδα.
Εσύ μου ‘στησες την πιο δεινή παγίδα.

Γύρω ο τόπος σκοτεινιάζει.
Μύρισε βροχή (στο χώμα).
Μείνε δίπλα μου λίγο ακόμα.

Φόνισσα μάνα, φόνισσα,
σκυλί ο χρόνος που δαγκώνει και σου μοιάζω.
Στον πιο βαθύ μου στεναγμό σε κατεβάζω
κι από το στόμα μου σ’ ακούω και τρομάζω.

 


Τραβώ γραμμή

Τραβώ γραμμή, καλή κακή
δε μ` αφορά, τραβώ γραμμή.
Τραβώ γραμμή σαν τα παιδιά
σαν τα παιδιά γραμμή στραβιά.

Τραβώ γραμμή και μην πατάς
απ` τη μεριά μου μην περνάς.
Τραβώ γραμμή-λογαριασμό
κι όσα περίσσεψαν πετώ.

Μέσα στο νου και στην καρδιά
και ας ματώνει κι ας πονά
κι ας σπάσει κι ας διαλύσει
αυτή είν` η μόνη λύση.

Τραβώ γραμμή και ας χαθούν
εκείνα που άργησαν να` ρθουν.
Τραβώ γραμμή δε σταματώ
τα σπάω και πληρώνω εγώ.

 

 

Ο Δημήτρης Μητσοτάκης, στιχουργός, συνθέτης και μουσικός, (Ενδελέχεια, Ευδαίμονες) γεννήθηκε στον Πειραιά το 1967, μεγάλωσε στην Καλλιθέα και ζει στην Αθήνα. Υπήρξε μουσικός παραγωγός στο ραδιόφωνο. Από το 1994 εργάζεται ως μουσικός εκπαιδευτής σε ομάδες του ΚΕΘΕΑ ενώ διευθύνει το μουσικό εργαστήρρι του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθήνας. Έχει γράψει δύο βιβλία (“Καυτή Σούπα”,εκδ. Ελληνικά Γράμματα,  “Μονοκατοικία”, εκδ. Τόπος, ) καθώς και το θεατρικό έργο “Καυτή Σούπα” που παίζεται φέτος.