Η μπαλάντα για τα καλά παιδιά
Παιδάκια,πάντοτε ν’ακούτε τους γονείς σας
που θέλουν μόνο το δικό σας το καλό.
Να λέτε “ευχαριστώ”,”παρακαλώ”,
να μην υψώνετε τον τόνο της φωνής σας.
Ποιοί είν’ αυτοί που μας μαθαίνουν τρόπους,
που μας μαθαίνουν νά’μαστε ευγενείς;
Μονάχα οι καλοί μας οι γονείς
για να μας κάνουνε σωστούς ανθρώπους.
Όλα στο σπίτι σαν ρολόι ρυθμισμένα.
Ο μπαμπάς όλη μέρα στη δουλειά.
Η μαμά τινάζει στο μπαλκόνι τα χαλιά
κι ύστερα στρώνει τα κρεβάτια ένα ένα.
Συνήθως βλέπουν τηλεόραση τα βράδια,
καμιά φορά πηγαίνουν σινεμά.
Κάποτε μένει μονή η μαμά
και μας κακομαθαίνει με τα χάδια.
Λείπει τότε ο μπαμπάς στο καφενείο
εκεί που πάνε οι άντρες μοναχοί.
Παίζουνε πρέφα, λεν αστεία,χι,χι,χι
καμιά φορά ξεχνιούνται ως τις δύο.
Τις Κυριακές μας έρχονται επισκέψεις.
Βγάζει η μαμά καφέδες και γλυκά.
Οι άντρες συζητούν πολιτικά
και οι γυναίκες: “αύριο τι θα μαγειρέψεις;”.
Έτσι τα βρήκαμε, πάππου προς πάππου
και-προς Θεού-μην τα πειράξεις,πα,πα,πα!
Ακολουθείστε τα γνωστά τα πρότυπα
να φτάσετε κι εσείς μια μέρα κάπου.
Χιλιάδες πειρασμοί είναι κοντά σας,
σεξ και πορνό και ντίσκο και χασίς.
Μακριά, παιδιά, να κρατηθείτε εσείς,
να μην ακούτε παρά μόνο το μπαμπά σας.
Λοιπόν, παιδάκια, σεβασμό προς τους γονείς σας
που θέλουν μόνο το δικό σας το καλό.
Πάντα και πάντα:”ευχαριστώ”,”παρακαλώ”,
και μην υψώνετε τον τόνο της φωνής σας.
***
Το κακό κορίτσι
Η Βίκυ λέει λόγια κακά
που δεν μπορώ να σας τα πω.
Όλο γελά:κα,κα,κα,κα,
κι όλο μας λέει:βρακί-πωπό.
Είναι το πιο κακό παιδί,
καθόλου δεν την αγαπώ.
Όπου βρεθεί κι όποιον να δει,
αμέσως λέει:βρακί-πωπό.
Έχει κι ένα αυστηρό μπαμπά
που όλο τη δέρνει – πω,πω,πω,πω.
Μ’ αυτή δε χαμπαρίζει,μπα!
Και ξαναλέει:βρακί-πωπό.
*
Οι άθλοι του Ηρακλέους.
Ήτανε ένα μικρό κουκλί
που το φωνάζαν Ηρακλή
ενούς χρονού, τριάντα κιλά
κι ένα αυτοκίνητο κυλά.
Τριώ χρονώ ήτανε όντως
ένας αληθινός Τζιμ Λόντος.
‘Ηξερε τζούντο και καράτε
συγχρόνως σπούδαζε στα ΚΑΤΕ,
αλλά στα γράμματα ατυχώς
ήταν κουμπούρας ο φτωχός.
Όπως θεριό με τέτοια μπράτσα,
νωρίς νωρίς βγήκε στην πιάτσα.
Λύγιζε σίδερα, αλυσίδες,
κι έδερνε αράδα πασοκτσήδες.
Έπνιξε και πεντέξι φίδια
κι αμέσως λέει “φέρτε απ’ τα ίδια!”
Έτρωγε ογδόντα αυγά μελάτα
κι ογδόντα παγωτά κασάτα.
Μια μέρα έπνιξε – ω, λα, λα –
σαρανταοχτώ κοτόπουλα.
(Αυτά που είπαν Στυμφαλίδες
οι Όμηροι κι οι Σοφοκλήδες).
Μπροστά του όλοι στέκαν σούζα.
Κι όταν πλημμύρισε η χαβούζα
κι είδαν με τίποτα δεν κλει,
φωνάξανε τον Ηρακλή.
Επάλεψε σκληρά, σα σκύλος,
όπως τα γράφει κι ο Αισχύλος.
Σαράντα μέρες και σαράντα
νύχτες, καθάρισε τα πάντα.
Του φώναζαν “Γεια σου μπουλντόζα”.
Κι αυτός σεμνός, χωρίς καν πόζα.
(Α, τέτοιους άθλους, τόσα κλέη,
δε γνώρισε ούτε ο Κάσιους Κλαίη).
Ήρωες τέτοιους βγάζει η Ελλάδα
χιλιάδες χρόνια τώρα αράδα,
κορμιά όλο νιάτα και υγεία
μαζί με κόπρους του Αυγεία.
Αυτό παιδιά μου θα πει ΕΛΛΑΣ
ίχι άρτζι μπούρτζι και λουλάς.
***********
Αίνιγμα
Έβλεπα προχτές το γιό της
ήτανε πάνω στο γιώτ της
και φορούσε το μαγιό της
κι έτρωγε μια κρέμα «Γιώτης»
Ήταν τάχα ο Παναγιώτης;
Απάντηση:
Ναι, ήταν ο γιος
της Πενταγιώτισσας
********************************
Ο Μανούσος Φάσσης γεννήθηκε στην πόλη Λούντ της Σουηδίας από γονείς μετανάστες. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων και Παιδαγωγικά, επί τέσσερα χρόνια, στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας, όπου έκανε και τη διδακτορική του διατριβή με θέμα: “Αγωγή του ποιητικού λόγου στην προσχολική ηλικία”.
Η ευρύτατη γλωσσομάθειά του (που του επιτρέπει να κινείται άνετα σε έξι τουλάχιστον γλώσσες, αγγλικά, σουηδικά, πορτογαλικά, ισπανικά, τουρκικά και φυσικά ελληνικά) τον οδήγησε από πολύ νωρίς σε συγκριτικές έρευνες γύρω από το παιδικό λαϊκό τραγούδι και ήδη έχει συγκεντρώσει πλούσιο υλικό που παραμένει μέχρι στιγμής αδημοσίευτο.
Αδημοσίευτο, άλλωστε, παραμένει και το πρωτότυπο ποιητικό έργο του Φάσση που αποτελείται από τις συλλογές: “Τα Ανώμαλα Ρήματα”, “Τα Ρομαντικά και τα Εγκόσμια”, “Ελεγείες και Σάτυροι”, “Τα τραγούδια της Μαρκέλλας”, “Το Φανταιζί”, καθώς και το πεζό “La Pietra del Gran Sol”. Μια ανθολογία του με λαϊκά παιδικά τραγούδια της Πορτογαλίας και της Αγκόλας, θα κυκλοφορήσει σύντομα στις εκδόσεις μας.
Ο Μανούσος Φάσσης είναι μόνιμα εγκατεστημένος στην πόλη Κιρούνα της Βόρειας Σουηδίας και εργάζεται ως υποδιευθυντής του τοπικού παιδικού σταθμού που ανήκει στο Δήμο.










Πλάκα ή άγνοια;
Αναχρονισμός
όσο για το γιο της με το μαγιό της
ασχολίαστο
και επανέρχομαι
αυτά γράφτηκαν για παιδιά ε;
διδακτικά υποτίθεται
έχω ψιλοφρικάρει
…Προς ναυτιλλομένους: είναι τόσο δύσκολο πολλές φορές, ακόμη και στην “αθώα” ποίηση να αντιληφθούμε, δηλαδή να αποδεχθούμε, την ειρωνεία (π.χ. απέναντι στο παγιωμένο σχολικό σύστημα της δεκαετίας του ’70), την αλληγορία και εν τέλει την αλήθεια του Μανούσου Φασσή (Μανώλη Αναγνωστάκη), ο οποίος επιλέγει εδώ να γράψει με ψευδώνυμο (άλλο θέμα γενικότερα η μη χρήση ψευδωνύμου από “εύθικτους” ποιητές και η χρήση του από “μη εύθικτους”).
Γι’ αυτό θα επανέλθω αντιγράφοντας ξανά τον Μίχο: “Θ’ αντάλλαζα ολίγην ευθίξια με λίγη περισσότερη αυτογνωσία” (ή έστω γνώση θα πρόσθετα στη συγκεκριμένη περίσταση).
Καλημέρα σας!
Ο Αναγνωστάκης φροντίζει να τον “πεθάνει” Στο Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Αυτός όμως σήμερα στα ενενήντα του συνεχίζει να διδάσκει. Θαύμα! πετυχημένο βιογραφικό. Ο Αναγνωστάκης αναλαμβάνει (έτσι πιστεύω εγώ) την ευθύνη της υπογραφής Μανούσος Φάσσης με εξαιρετικό τρόπο. Εμφανίζει στην αρχή του βιβλίου ως χειρόγραφο του Φάσση το παρακάτω
Στο ξενοδοχείο Macedonia
πλάγιασα σε μεταξωτά σεντόνια
είχανε και μεταξωτές κουβέρτες
κι είπα: φέρτες.
Είπα και στη ρεσεψιονίστα
πως μ’ έπιασε μεγάλη νύστα.
Θέλω άνεση σουίτας
είμαι ποιητής της ήττας.
Είμαι γενιά του Αργυρίου
(ρίου ρίου κι αντιρίου)
συνάδελφος του Κουλουφάκου
και κάτσε κι άκου…
(απόσπασμα)
Συγνώμη για το μονοτονικό. Πολλοί μοιράστηκαν τον όρο ποίηση της ήττας αλλά Ο ποιητής της ήταν ένας.
«Συγγνώμη, σχόλιο που ‘μαι ΄δώ,
κι όχι για το μονοτονικό!
Ηθικοπρεπέστατoς σχολιαστής,
Με πολυτονικό, Ελλάς, να κρεμαστείς!»
Παρά τις δυσκολίες, Καλή Χρονιά, φίλοι!
Ας σημειωθεί ότι η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου σημείωνε για την έκδοση, μεταξύ άλλων: «[…] Ναι, σίγουρα η Παιδική Μούσα βγάζει πλούσιο γέλιο, όταν όμως φτάνεις στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, νιώθεις σαν να έχει πλεχτεί γύρω σου το αόρατο δίχτυ ενός εφιάλτη. Αισθάνεσαι πως όλα τα καλά και φρόνιμα ή άτακτα παιδάκια της συλλογής, όλα αυτά τα αγγελούδια με τις καπελίνες, τους φιόγκους και τα ναυτικά, που τόσο ωραία απεικονίζονται στις γκραβούρες του βιβλίου, είναι τα πρώτα θύματα στο «έτος του παιδιού», και πως ο κακός δράκος τραγανίζει απολαυστικά τις σάρκες τους και την ψυχή τους –την ψυχή μας. (…) Φτάνει μια δεύτερη και τρίτη ανάγνωση των τραγουδιών για να ιδεί κανείς πως μέσα στις σελίδες διαγράφονται όλα τα στάδια της ζωής του νεοέλληνα, και η αθλιότητα της ζωής αυτής σε όλο το φάσμα της. (…)». [περιοδικό Θούριος, αρ. 23, 28.5.1981].
Η εξέλιξη των κοινωνικών υποθέσεων στην Ελλάδα και η σημερινή οδυνηρή κατάσταση αναποδογύρισαν την Παιδική Μούσα του Μ. Φάσση και την κατέστησαν πραγματικότητα εν κατακορύφω.
Θυμήθηκα μια παλιά έκφραση , ενός καλού μου φίλου !
“Χαριτωμένα”