Φως εσπερινό πώς με ανασταίνεις
σε άλλους ουρανούς να μη σιωπώ.
*
Στο σίγουρο θάνατο ο καιρός
δεν έχει αλλαγές.
*
Όσο χαμηλώνεις, τόσο περισσότερα
αστέρια μετράς.
*
Όταν αφήνεις μέσα σου να ζει ο κόσμος.
τότε εσύ δεν ζεις σʼ αυτόν. Απλά υπάρχεις.
*
Όσο αγαπάς το φως, τόσο θαμπώνεσαι.
*
Η ζωή και ο θάνατος έχουν κοινό τον αγώνα.
*
Μικροί στον κόσμο. – Μεγάλοι στο κακό.
Ανόμοιοι στη χαρά. – Ίδιοι στο θάνατο.
*
Όσο σμιλεύεις το δίκαιο, τόσο θα παραμένεις
ωραίος και ελάχιστος ταξιδευτής, χωρίς συνοδεία.
*
Δε θέλει πολλή σκέψη η ζωή να νικηθεί.
Η σκέψη θέλει τη ζωή για να νικήσει.
*
Οι αποφασισμένοι φιλεύονται με τον πόλεμο.
Τους αναποφάσιστους τους σκοτώνει η ειρήνη.
*
Δεν είναι το φως που χαμήλωσε.
Είναι, που εμείς λιγοστέψαμε τα νοήματά μας.
*
Διάβασα το τριαντάφυλλο·
«Βραδιάζει γρήγορα εδώ!»
Βγήκε μια φωνή μισοτελειωμένη·
«Έτσι πάει η ζωή…
… θα ξανάρθω!»
*
Εδώ δεν υπάρχει κανείς να σε κρίνει.
Σε λίγο οι μάρτυρες θα έχουν γίνει
ένοχοι του ίδιου ρυθμού.
*
Ονομάστηκε ικανός,
γιατί ήταν σκοτωμένος με τις πράξεις του!

*
Φάνηκε ξαφνικά στον ουρανό
σημείο αλλαγής των Αρχαγγέλων.
Κι η γη, ένας τεράστιος κήπος,
που περιμένει λίγο ακόμα

τη μεταμόρφωση.
*
Κατάλαβε ο ζωγράφος τη μοναξιά του χρόνου
και τον γέμισε με καναρίνια.
*
Υπόψη μου μετάλαβα το φως
μʼ ένα ψεγάδι ήλιου,
όπου σε πάει η καρδιά.
Όμως από ψηλά συνήθως
δε διακρίνονται τα όνειρα.
*
Η προσδοκία έγινε λόγος και του μήνυσε
με το Σάββατο,
πως η ζωή δεν είναι υπόθεση παράτασης.
Είναι υπόθεση Αθανασίας.
*
Η ζωή του ποιητή αρχίζει
από τους κήπους ως τα μισοφέγγαρα.
Το μέσον της προσδιορίζεται
στις εποχές των κρίνων.
*
Την παιδιάστικη απληστία στολίζουν
τα ερωτηματικά, τα κομματιασμένα τραγούδια
κι ο ευχάριστος φόβος στο φτερούγισμα.
*
Αυτός ο άνθρωπος έζησε και ζει στην ανησυχία.
Γιʼ αυτό του έχω εμπιστοσύνη.
*
Όταν έχω μπροστά μου βιβλία ανοιχτά,
μου φαίνεται πως κρίνομαι από τις λέξεις.
*
Πίσω από μένα υπάρχει πάντα κάτι,
που δεν προφταίνω να γυρίσω για να δω.
*
Παράξενο τοπίο·
ένα σώμα μπροστά,
πιο κει κομμάτι από ύφασμα.
Ανάμεσά τους λιβάνι κόκκινο που καίει
αφήνοντας χρυσάφι και κάρβουνο.
*
Ανοίγει ο παράδεισος!
Ανθισμένα νερά·
φωνή καμιά.
Όλα αλλιώτικα και όμοια,
σαν οπτασία ζωής αγιασμένης.
*
Ό,τι μένει· τέλος σιωπηλό,
η σιωπή άνευ τέλους;

Από τη συλλογή «Εσπερινοί άνευ τέλους» (1998)

Ο Δημήτρης Μπουνάκης γεννήθηκε στην Κρήτη (1964). Έχει εκδώσει τις ποιητικές
συλλογές «Εσπερινοί άνευ τέλους» (1998) και «Ταξιδευτής» (2000). Εκτός από τη
γραφή, ζωγραφίζει και δημιουργεί εικαστικά. Φωτογραφίες από πρόσφατη δουλειά
του συμπληρώνουν την αναρτημένη γραφή.