Σημαντικός όσο και γριφώδης ποιητής, ο Αουγκούστ Στραμμ (1874-1915), στη σύντομη ζωή του πρόλαβε να αφήσει δυο συλλογές ποιημάτων, τέσσερα θεατρικά, δυο μικρές πρόζες και μερικές επιστολές. Ανώτερος υπάλληλος στην ταχυδρομική υπηρεσία της Γερμανίας, ταξίδεψε αρκετές φορές στην Αμερική, πριν εγκατασταθεί στο Βερολίνο. Με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα στο γενικό ενθουσιασμό που επικρατούσε τότε, θα σπεύσει να καταταγεί στο στρατό, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι ευρωπαίοι καλλιτέχνες και διανοούμενοι που έβλεπαν τον πόλεμο σα μια μοναδική ευκαιρία για ριζικές κοινωνικές αλλαγές. Γρήγορα όμως θα γνωρίσει από κοντά το μεγαλείο της φρίκης και θα το αποτυπώσει σε ποιήματα που έγραψε από το φθινόπωρο του 1914 ως τον Αύγουστο του 1915. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να τα δει τυπωμένα. Το θεατρικό του Sancta Susanna «Αγία Σουζάννα», δημοσιευμένο το 1913 στο περιοδικό Der Sturm (Η Θύελλα) του κύκλου των εξπρεσιονιστών στο Βερολίνο, έγινε αργότερα λιμπρέτο από τον Πάουλ Χίντεμιθ.
Ο Στραμμ πολέμησε αρχικά στο Δυτικό Μέτωπο και ακολούθως στο Ανατολικό όπου έχασε τη ζωή του σε μάχη σώμα με σώμα στην περιοχή του Χόροντετς της σημερινής Λευκορωσίας. Οι συλλογές του: Du, Liebesgedichte «Εσύ, Ερωτικά Ποιήματα» και Tropfblut, Gedichte aus dem Krieg «Το αίμα στάζει, Ποιήματα από τον Πόλεμο», κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του. Αν και το όνομά του απουσιάζει από παλιότερες ανθολογίες, την τελευταία εικοσαετία η φωνή του λοχαγού Στραμμ έχει αναγνωριστεί ως μια από τις πλέον πρωτοποριακές και αυθεντικές ποιητικές φωνές του 20ου αιώνα.
Περίπολος
Εχθροί οι πέτρες
Καγχάζει προδοσία στο παράθυρο
Κλαδιά πνίγουν
Βουνά οι θάμνοι τρίζουν ξαφνικά
Αντηχεί
Θάνατος.
Τραύμα
Ματώνει η γη κάτω απʼ το κράνος σου
Αστέρια πέφτουν
Το σύμπαν ψηλαφεί.
Θεριεύει η φρίκη
Στη δίνη
Της μοναξιάς.
Ομίχλη
Δακρύζει
Το βλέμμα σου
Μακριά.
Οβίδα
Σύννεφα ρίχνει ο ουρανός
Και βροντά καπνούς.
Κορφές αστράφτουν.
Πανικόβλητο τρίκλισμα σε χαλίκια.
Μάτια χαμογελούν συγχυσμένα
Και
Διαλύονται.
Νεκρός
Ο ουρανός απαλύνει το μάτι
Η γη γραπώνει το χέρι
Οι άνεμοι ψιθυρίζουν
Δακρύζουν
Και
Σφίγγουν
Τον γυναικείο θρήνο
Μέσα
Από τούφες μαλλιών.
Ελλειπτική γραφή, γεμάτη νεολογισμούς και λεκτικά πειράματα, αναιρεί κάθε γνωστή στιχουργική ευκολία, για να αποδώσει την αγωνία, τη μοναξιά και τους φόβους, που βίωνε ο ποιητής στο μέτωπο. Απομακρύνεται από τον φλύαρο λυρισμό της εποχής, στοχεύοντας όχι πλέον στο νόημα του στίχου αλλά σε λέξεις-στιγμιότυπα, ικανές να περιγράψουν τραυματικές ως και τρομακτικές εμπειρίες. Η στίξη χρησιμοποιείται ελάχιστα ως καθόλου, ενώ πολύ συχνά συναντιούνται στίχοι με μια μόνο λέξη. Κατά κάποιο τρόπο καταργείται εντελώς το νόημα, για να παραμείνει η εικόνα, μια εντύπωση, ένα ακραίο συναίσθημα. Άλλωστε τι νόημα μπορεί να υπήρχε σε ένα διαρκές παιχνίδι θανάτου, εκτός από το να καταφέρεις να παραμείνεις ζωντανός; Δεν ήταν δυνατό να αποδοθεί μεταφραστικά το σύνολο της ποιητικής ιδιομορφίας του Στραμμ. Η συνεχής χρήση απαρεμφάτων όπου χάνεται σχεδόν το υποκείμενο, οι συχνοί διασκελισμοί, η αντιστροφή ενικού-πληθυντικού, οι πρωτόγνωρες σύνθετες λέξεις και η παραγωγή νέων λέξεων (π.χ. ρήματα από ουσιαστικά), είναι όλα αυτά κυρίως τα στοιχεία που έμειναν αμετάφραστα, καθιστώντας ελλιπή αυτήν την προσπάθεια απόδοσης. Ο αποσπασματικός χαρακτήρας του λόγου και οι φουτουριστικές τάσεις για αφαίρεση έχουν σαν αποτέλεσμα την υπερβολική συμπύκνωση του αφηγηματικού χρόνου, σε σημείο που τελικά να κυριαρχεί μια ασφυκτική αναπαράσταση του βιώματος. Ένα επιπλέον στοιχείο που ήταν αδύνατο να διατηρηθεί στη μετάφραση, είναι η ηχομιμητική σύνθεση λέξεων, δηλαδή η επιλογή φθόγγων τέτοιων που να μπορούν να μεταφέρουν ακουστικές εντυπώσεις. Για παράδειγμα, ο τίτλος της συλλογής Tropfblut είναι μια νέα σύνθετη λέξη με τρία χειλικά και ένα υγρό σύμφωνο (p-f-b-l), συνδυασμός ειδικά επιλεγμένος για να ακούγεται σαν ήχος σταγόνας. Ακριβώς εδώ αναφέρεται ο Ρούντολφ Μπλούμνερ όταν μιλώντας για την ποίηση του Στραμμ διαπιστώνει ότι: «μορφή και περιεχόμενο συμπίπτουν. Δεν επιβάλλεται απολύτως κανένας λογικός ή γραμματικός κανόνας στην τέχνη της γραφής…Δεν υπάρχει μορφή χωρίς περιεχόμενο, ούτε περιεχόμενο χωρίς μορφή».
Έγερση
Η νύχτα
Αναστενάζει
Φιλιά
Γύρω από κοιμισμένους κροτάφους.
Βροντά τʼ ατσάλι πέφτοντας.
Το μίσος ορθώνεται
Και
Σπρώχνει τʼ όνειρο στʼ αυλάκι.
Αγριεύει το ποδοβολητό
Σκιές καρφώνει το δάσος.
Στο μάτι δακρύζουν
Αστέρια
Και
Πνίγονται.
Πεδίο μάχης
Μαλακούς βόλους κοιμίζει τʼ ατσάλι
Το αίμα απλώνεται
Κυλά η σκουριά
Φτύνουν οι σάρκες
Η σήψη ρουφά με μανία.
Φόνος πάνω σε φόνο
Στο τρέμουλο
Παιδικών ματιών.
Δεν πρόκειται για κόλαση επινοημένη, αλλά βιωμένη, όπου το ανθρώπινο ιδανικό εξοντώνεται, για να απομείνει τελικά αυτό που ο Καντίνσκυ αποκαλούσε «εσώτερος ήχος». Ο Χέρβαρτ Βάλντεν, εκδότης του περιοδικού Sturm και δεύτερος σύζυγος της ποιήτριας Έλσε Λάσκερ-Σύλερ, ήταν από τους πρώτους που αναγνώρισαν την ποιητική ιδιοφωνία του Στραμμ, και φρόντισε να εκδοθούν τα έργα του. Με την απόρριψη των συμβατικών μορφών του στίχου και την προσέγγιση αφηρημένων εικόνων, ο Στραμμ είναι ασφαλώς καινοτόμος, σε σημείο που η ποίηση του Τρακλ να μοιάζει παραδοσιακή, από την άποψη ότι ο Τρακλ δεν εγκατέλειψε τις μορφές του σονέτου και της μπαλάντας, αντίθετα ο Στραμμ δεν τις χρησιμοποίησε ποτέ. Σε αυτόν τον ορίζοντα του «διαλυμένου στίχου», μακριά από νατουραλιστικές περιγραφές, και της έντασης κάθε συλλαβής κινήθηκε αργότερα και ο Πάουλ Τσέλαν. Ποιητικά τηλεγραφήματα από το Ανατολικό Μέτωπο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι στίχοι του Στραμμ, γεμάτοι με ηχηρούς συνδυασμούς συμφώνων, που ακούγονται σαν αντίλαλοι πυροβολισμών.
Η κοσμοαντίληψη του Στραμμ παραμένει το ίδιο αινιγματική όσο και η ποίησή του. Στην αλληλογραφία του υπάρχουν αναφορές για «μια υπέρτατη ενότητα» που διέπει το σύμπαν, όπου «κάθε επιδίωξη είναι ψέμα και κάθε κατανόηση είναι ανοησία». Η μυστικιστική του διάθεση εκδηλώνεται σαφέστερα όταν παραδέχεται ότι «τελικά δεν υπάρχουν λέξεις για τις έννοιες. Δημιουργούνται. Το Είναι ψεύδεται ασύστολα, μόνο το Γίγνεσθαι είναι πέρα για πέρα αληθινό». Μέσα σε μια καθημερινότητα ακραίας βίας και θανάτου δικαιολογούνται απόλυτα τέτοιες κυνικές παραδοχές που δείχνουν επίσης την αγωνιώδη προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας ποιητικής γλώσσας, η οποία καταφεύγει αναγκαστικά σε γλωσσικές ακρότητες, για να υπερβεί το συμβατικό λυρισμό της εποχής.
Ψυχρό πυρ
Νεκρά δάχτυλα στα πόδια
Η ανάσα γίνεται μολύβι
Στα χέρια χορεύουν καυτές βελόνες.
Η πλάτη διπλώνεται
Στʼ αυτιά βουίζει το τσάι
Η φωτιά
Αγριεύει
Και
Ζεσταμένη η καρδιά σου
Με δειλή χαρά
Ρουφά
Ψηλά απʼ τον ουρανό
Τον ταραγμένο ύπνο.
Τάφος πολέμου
Ξύλινος σταυρός σε δέηση
Γραφή φοβισμένη απʼ τʼ άγνωστο
Λουλούδια αυθάδη
Σκόνη διστακτική.
Ανταύγεια
Από δάκρυα
Λάμψη
Ξεχασμένη.
Σκοπιά
Του πύργου ο σταυρός τρομάζει ένα αστέρι
Ένα μουλάρι ξεφυσά καπνό
Το ατσάλι ηχεί κοιμισμένα
Ομίχλη πάνω απʼ την φρίκη
Ακαμψία ρίγος
Ρίγος
Ψιθυρίζει
Χαϊδεύει
Εσένα!
Εξόντωση
Οι ουρανοί φυσούν
Το αίμα βαδίζει
Βαδίζει
Με
Χίλια πόδια.
Οι ουρανοί φυσούν
Το αίμα χιμά
Χιμά
Σε
Χίλιες λεπίδες.
Οι ουρανοί φυσούν
Το αίμα ξεφτίζει
Ξεφτίζει
Σε
Χίλιες κλωστές.
Οι ουρανοί φυσούν
Το αίμα εξοντώνεται
Εξοντώνεται
Σε
Χίλιες πολεμίστρες.
Οι ουρανοί φυσούν
Το αίμα αποκοιμιέται
Αποκοιμιέται
Με
Χίλιους θανάτους.
Οι ουρανοί φυσούν
Ο θάνατος συντρίβει
Συντρίβει
Με
Χίλια πόδια.
Ο Στραμμ κατάφερε να βγει ζωντανός από εβδομήντα μάχες και να παρασημοφορηθεί. Η φωνή του σιωπά μέσα σε λέξεις που απηχούν τη βία του πολέμου και συγχρόνως αναδεικνύουν αυτό που ο Χέρβαρτ Βάλντεν αποκαλούσε Wortkunst «τέχνη των λέξεων», όπου «υλικό της ποίησης είναι η λέξη και μορφή της είναι ο ρυθμός». Την τέχνη αυτή ο Στραμμ την άσκησε επίσης στα θεατρικά και στην πρόζα, ακόμη και στα γράμματα που έστελνε από το μέτωπο, όπου γνωστοποιούσε τις απόψεις του για την ποίηση και παράλληλα εξηγούσε τον ρόλο του ως «ποιητή πολεμιστή». Ενώ είχε τη δυνατότητα να αποστρατευτεί, ο λοχαγός Στραμμ αρνήθηκε κατηγορηματικά να εγκαταλείψει το πεδίο μάχης. Σε ένα από τα τελευταία του γράμματα ισχυρίζεται ότι «είναι αδιανόητη η λιποταξία για ένα γερμανό ποιητή». Μιμητές της ποίησής του υπήρξαν αρκετοί, όμως άγγιξαν τα όρια της γελοιότητας, επιβεβαιώνοντας το ντοστογιεφσκικό αξίωμα: «είσαι πάντα κάτι λιγότερο από αυτό που μιμείσαι». Στην αναγγελία θανάτου του, στο τεύχος της 16ης Σεπτέμβρη 1915 του περιοδικού Der Sturm, ο Βάλντεν τον αποχαιρετά ως εξής: «Εσύ, μεγάλε καλλιτέχνη και πολυαγαπημένε φίλε. Εσύ, θα λάμπεις αιώνια».
Την 1η Σεπτέμβρη 1915 ο Αουγκούστ Στραμμ έχασε τη ζωή του και μαζί τον τίτλο του βαρόνου, που λίγες μέρες πριν του είχε απονείμει ο αυστριακός στρατός. Βαρόνος Στραμμ! Μερικούς μήνες πριν, στο ρωσικό μέτωπο είχε αυτοκτονήσει ο τραυματιοφορέας Γκέοργκ Τρακλ. Μερικά χρόνια αργότερα, ο καλλιτέχνης και εκδότης Χέρβαρτ Βάλντεν θα πεθάνει σε σοβιετική φυλακή.
Για τη μετάφραση χρησιμοποιήθηκε η συγκεντρωτική έκδοση: August Stramm, Gedichte Dramen Prosa Briefe, (Reclam) Stuttgart 1997.













Ως Μπορχεσιανός, θα έλεγα πως “οι μεγάλοι ποιητές δημιουργούν τους προγόνους τους”, γιατί εδώ ο Πάουλ Τσέλαν φαίνεται να γεννάει, να τίκτει μπρος στα μάτια μας τον Αυγούστο Στραμ!
http://youtu.be/w3W-uL76uf4
Λιμπρέτο βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του August Stramm.
Η Εξόντωση: ένα υπέροχο ποίημα. Συγχαρητήρια Νίκο για τις μεταφράσεις.
Είναι άξιος θαυμασμού, ο τρόπος, που το αυθεντικό ποιητικό ταλέντο, ακόμα και
μέσα από μία δωρική σχεδόν γραφή, μπορεί να μεταδώσει τόσο δυνατά συναισθήματα και ολοζώντανες εικόνες, που κάνει τη φρίκη του πολέμου μια βιωματική εμπειρία.
άμα σου μπει η ξιφολόγχη απ’ τον κώλο και σου βγει απ’ τις αμυγδαλές, τότε θα δεις νίκο τσίντρο τι είναι φρίκη στον πόλεμο.η βία δεν είναι λεξούλες, ακόμα και στο συγκλονιστικότερο ποίημα.
Ο Βασίλης Καλογήρου, φαίνεται να έχει βιώσει προσωπικά τη χαρά της ξιφολόγχης, με τον τρόπο που προανέφερε, γιʼ αυτό και εξοργίζεται με αυτούς που απλά αναφέρονται στη βία της ξιφολόγχης με λεξούλες. Θλίβομαι πραγματικά να βλέπω ανθρώπους που θεωρούνται ποιητές, να αντιδρούν με τρόπο προσβλητικό για την ποίηση και να ρίχνουν το επίπεδο μιας τέχνης, που προσωπικά τη θεωρώ υψηλή και μίας ιστοσελίδας που για μένα είναι αγαπημένη καθημερινή συνήθεια, μη μπορώντας να διαχειριστούν τη δυστυχία τους, τη μοναξιά τους ή την αγαμία τους αν θέλετε και ίσως ακόμα και τη ζήλια τους. Βασίλη Καλογήρου, μην ανησυχείς, στην ποίηση υπάρχει χώρος για όλους. Και για τους ποιητές που έχουν πεθάνει και για σένα
Ευχαριστούμε τον Νίκο Βουτυρόπουλο. Μια πρώτη εντύπωση σε σχέση με το έργο του Στραμμ με αφορμή το πρώτο σχόλιο του Σωτήρη Παστάκα. Η “πινελιά” του Στραμμ “έρχεται” ή συμπορεύεται με την ιμπρεσιονιστική πινελιά κυρίως της “γερμανικής” εκδοχής” και αντηχεί επίσης στοιχεία του γερμανικού εξπρεσιονισμού με σχετικά ακατέργαστα χρώματα, ενώ ο Celan συναντάται ενδεχομένως στον απόηχο, στο κατακάθισμα του γερμανικού εξπρεσιονισμού και περνάει σε βαθιά χρώματα, βυσσινί και μοβ ίσως τύπου Ρόθκο.
δεν έκανα κανένα σχόλιο για την ποίηση της ανάρτησης.είπα απλώς ότι μερικά πράγματα δεν βιώνονται μέσα από κείμενα.πόσο μάλλον όταν αναφερόμαστε στην βία του πολέμου.αν υπάρχει μια προσβολή εδώ είναι η εξίσωση αυτών που βιώσανε την φρίκη με αυτούς που την διαβάσανε.μπορώ να δεχτώ τα συναισθήματα αλλά όχι να κάνουμε λόγο και για βιωματική εμπειρία.
υγ.σιγά, μην θλίβεστε τόσο για την ποίηση αγαπητή σμαράγδα μπέντα.
Σωστά, κύριε Καρτάκη, αλλά το πώς είναι δευτερεύον. Με το να προσέχουμε το πώς, κοντεύουμε να ξεχάσουμε το τι. Κι ενώ ο κύριος Καλογήρου (του οποίου τον τρόπο βδελύσσομαι, αλλά ζηλεύω την ουσιαστικότητα των σχολίων του) παρεμβαίνει θετικά στη συζήτηση (ομολογουμένως, με τρόπο τουλάχιστον άκομψο), η από-το-πουθενά κυρία Μπέντα βρίσκει κομψό να επιτεθεί στον κύριο Καλογήρου (αφού από ποίηση δεν φαίνεται να σκαμπάζει).
Για την ανάρτηση δεν έχω να πω πολλά, οφείλω ωστόσο κι εγώ ευχαριστίες και συγχαρητήρια στον κύριο Βουτυρόπουλο για τις επιλογές, τον κόπο και το έργο του.
Θα διαφωνήσω. Όταν θέλουμε να συνυπάρχουμε με άλλους ,δεν είναι δευτερεύον.
Όταν επίσης σεβόμαστε αυτό που κάνουμε ,ούτε τότε.
Δεν αναφέρομαι σε κάποιον προσωπικά, όμως να μη συγχέουμε την ποιητική ιδιότητα με το χύμα.
Δεν συμφωνώ με τον τρόπο ούτε της κυρίας που έγραψε το σχόλιο.
Μετρείστε ως το…10 και μετά πείτε ότι θέλετε .