Ακούσια προτύπωση
Ποιος χωρισμός, ποιος κοπετός, ποιος θρήνος;
Με ερωτηματικό, και όχι θαυμαστικό, ετούτη τη φορά.
Γι’ αυτό και η μετακίνηση του τόνου.
Με διαθλασμένη τη ματιά μέσα απ’το πρίσμα της χρονικής μετατόπισης,
έτσι θαρρώ τώρα πως τότε σκέφτηκες.
Πώς καταφέρνει μες στο καμίνι, που άσβεστο δυο χρόνια,
με αυγουστιάτικες κληματόβεργες πρωταναμμένο,
αβλαβής να διαφυλάγεται;
Δάκρυ να μην τον χαράζει και άβρεχτα, νοτίδος άμοιρος,
νερά πορφυρά να διαβαίνει;
Μη μου στήσεις το κρίμα.
“Ωσεί τείχος γαρ επάγη…”.
Αφήνοντας της αγάπης τον ήλιο να χαϊδέψει
το χέρσο πυθμένα της αβύσσου ψυχής.
Στου φευγιού τον πόνο και στου χτεσινού ιταμού θυμού
το ξέσπασμα, τώρα έρωτας αντιτάσσεται.
Μελτέμι δροσιστικό διασυρίζει και ξεγελά τη φλόγωση.
Ακούσια προτύπωση της επ’ εσχάτων
– γιατί ν’ ακούγεται μακρινό; –
πάλι έλευσής σου.
Άγνωστη
Ερχόσουν συχνά τον τελευταίο καιρό,
σχεδόν κάθε βράδυ.
Ερχόσουν μέσα από ένα κλικ της στιγμής.
Και στεκόσουν αινιγματική -μ’ ελαφρύ μειδίαμα και
βλέμμα ερευνητικό- αντίκρυ.
Αξίωνες πως τάχα δικές σου ήταν οι σκέψεις μου,
πως του νου τα ταξίδια εσένα είχαν προορισμό.
Ακόμα κι εκείνα τα λιγοστά -στο πρωτοΰπνι, μα και λίγο
πριν χαθεί ο Αυγερινός- όνειρά μου,
δικά σου έλεγες πως ήταν.
Μα πώς να σε γνωρίσω;
Χρειαζόμουν σημάδια…
Πώς να πειστώ πως τούτη ‘δω, η τωρινή σου εικόνα:
μάτια πελαγίσια, καστανά μαλλιά, πρόσωπο λευκό
κι απ’της νιότης τη συστολή κάπου να ερυθριάζει,
χείλη σμιλεμένα, της άνοιξης δροσιές
και τ’ Αύγουστου σταφύλι·
πώς να πιστέψω ότι ‘ναι και δική της;
Εκείνη πάντα ορμούσε σα σκιά και
σαν ιδέα στοίχειωνε.
Στις μυστικές μας συναντήσεις αερικό ήταν.
Πώς να σας ταυτίσω κι ένα να γενήτε;
Άγνωστη… άγνωστη.
Ονείρων μοίρα
Πάψε πια… Σώπασε…
Εσύ και οι ρημαδοσοφίες σου..:
“ Ἡ πατρῴα ἐξουσία ἐν εὐσεβείᾳ και
οὐκ ἐν τραχύτητι συνέστηκε.”
Πού ήσουν τότε; Πού;
Όταν τ’ απέθετα στην πέτρα…
Για θυμήσου, εννιά ολόκληροι μήνες,
γεμάτοι προσδοκία…
Οι πόνοι, οι δυσκολίες, όλα ξεπερνιούνταν
γιατί ερχόταν…
Και ύστερα ενάμιση μήνα μονάχος,
εγώ κι αυτό…
Εκείνη έφυγε τρομαγμένη.
Τ’ αρνήθηκε και το γάλα της.
Μάταια γύρευε βυζί να ρουφήξει ζωή,
κι αγάπη συνάμα…
Δεν της ρίχνω άδικο. Κι εγώ είχα
αποστρέψει το βλέμμα μου.
Δύσμορφο, καχεκτικό, ανάπηρο.
Ήταν, σίγουρα, ανώδυνο σ’ ακουαρέλα από ελπίδα
με μπογιές της νιότης να σχεδιάζεις…
Μα τώρα… είχε πάρει μορφή.
Τι ήθελες, λοιπόν, να κάνω;
Φάνταζε ως μόνη λύση… και δοκιμασμένη από παλιά.
Καιάδας… Αποθέτες…
“Συμφερότερο για το ίδιο και για την πόλη να μη ζει”
Απλά, τ’ άφησα. Ήταν ήρεμο.
Τι μου ζητάς τώρα; Δε γυρνώ πίσω.
Ίσως μονάχα κάτι να ελπίζω, “θρεπτός” να γίνει.
Άλλωστε… κι εμείς όνειρα άλλων διασωσμένα
απ’ την καιετάεσσα δεν είμαστε;…
Κοινή η μοίρα των ονείρων.
νύχτα απελπισίας
Περασμένα μεσάνυχτα,
καθισμένος απέναντι απ’ το κρεβάτι,
σε μια προσπάθεια εξόδου και φυγής,
αντικρύζω το μισόγυμνο ξαπλωμένο κουφάρι μου.
Το χέρι χαϊδεύει τη σκιά του στον τοίχο,
καθώς αυτή χάνεται… συνταξιδιώτισσα
ενός φεγγαριού που δραπετεύει απ’ το παράθυρο…
Τα μάτια, υγρά και σκοτεινά…
καθρέφτες μιας ψυχής πνιγμένης στη δίνη των ενθυμήσεων…
Οι φίλοι δεν είχαν έρθει ποτέ…
Κι εκείνη ; υπήρξε, άραγε, αληθινά ;
Μονάχα μια φωτογραφία…
Ένα κερί, παραδίπλα, να καίγεται,
ξοδεύοντας τη ζωή του με μια απελπισμένη ελπίδα,
το τέλος να ‘ναι λύση και λύτρωση…
Και πάλι πίσω… σ’ ένα κορμί που οι στάχτες του,
κι εκείνες των ονείρων του, μια λύκηθο τέφρας δε γεμούν…
Ανίσχυρος να ζήσω…
Ανίκανος ν’ αυτοκτονήσω.
Τα δυο προικιά μου
Φως φθινοπωρινό με ξύπνησε,
πουρνάρι και πέτρα και της μάνας το βογγητό
ευωδιάσαν το πρωτανάσεμά μου…
Κι έσκουξα θρηνώντας το χαμό
της γαλήνιας ανυπαρξίας μου.
Αγροίκησαν οι Μοίρες το κλάμα,
το νιούδι ν’ ασημώσουν έρχονται.
Και του δωρίζουν Όνειρο και Θάνατο…
Διδυμάρια αδέρφια τα προικιά μου,
ανίκανα χώρια να πορευτούνε…
Μα αλί μου! ο χρόνος, κύμα ανήλεο,
της ζωής μου το βότσαλο ταξιδεύει…
σε κόκκους το σκορπά…
Τ’ όνειρο σβηνόταν στα αποσιωπητικά…
Ο θάνατος πέθαινε άκλαυτος…
Και ήταν το αίσθημα της ανάλγητης νοσταλγίας
και οι βουτιές στη γόνιμη ασυνειδησία, που τόσο χαιρόμουν…
Τούτες οι στιγμιαίες -ενοχικές ίσως- αυτοϊκανοποιήσεις μου…
Ξεδίψασα στο στερνό του νεκρού δάκρυ,
έστησα χορό μαζί του στου μοιρολογίσματος το σκοπό…
Τι νόημα θα ‘χε ο θάνατος, αν ήταν μοναχικός…;
Έτσι πέρασα τη ζήση μου.. επανιδρύοντας όνειρα…
μα ερωτεύτηκα τ’ ομορφότερο, τον Θάνατο…
Καληνύχτα… σ’ αγάπησα…
Σαλώμη
(= ειρήνη)
Περάσαν χρόνια απ’ την αρπαγή σου
μα επέστρεψες να ντυθείς τ’ άδειο πουκάμισο.
Αναθάρρησε πως θα ζωντανέψει το μάρμαρο στ’ απάντημα..
Το χώμα διψούσε πάλι για δικαίου αίμα..
Δώσε αφορμή στον Μυρμιδόνα τα τείχη να περιδιαβεί..
Ακροπατώντας στάθηκες εμπρός του
ένοχα και ηδονικά ανάσανες πάνω στο στέμμα
Βλέμμα-σαϊτιά στις μύχιες επιθυμίες..
Επαλήθευες τ’ όνομά σου καταργώντας το.
Έτριξες τα δάχτυλα χαρίζοντας το μέτρο.
Ιστός που υφαινόταν “εν κυμβάλοις ευήχοις”
Υψώθηκαν τα χέρια, καπνός που ανεβαίνει,
Περσίας τα αρώματα, σκέψη θολή.
Δυο μάτια κι ένα πιάτο σε περίμεναν..
Εσύ συνέχισες να αφαιρείς αναστολές.
Γλιστρούσαν στα ρεφρέν τα πέπλα
Απόμεινε των κεριών το φως στερνό σκέπασμα
Τα κλικ τελειώσαν στη σκανδάλη,
το αίμα ταξίδευε καυτό κι ορμητικό.
Ξάφνου σώπασε ο αέρινος της ερήμου ψίθυρος
στ’ ατσάλινο φιλί του δήμιου.
Του Δυσσέα το γέννημα..
Δώρο κι εφιάλτης…
“…συνάγωγος”
Μονάχα ο ταξιδιάρης καπνός,
ολοκάρπωμα στο τσιμπούκι σου,
είχε ιδεί τα ενδόμυχά σου..
Ριχνόταν στο μαύρο φόντο,
μα έσβηνε απ’ του φεγγαριού τ’ ασήμισμα.
Μαρτυριά δεν μπόρηγε να δώσει..
Ηλιάχτιδο χάδι δεν απόλαυσες,
προλάβαινες να σκεπαστείς αχάραγο.
Προσωπείο πολυφορεμένο, μα διατηρημένο.
Άψογος κι αμίλητος, φτιαχτή βιτρίνα.
Εδιάβαινες μες στη βροχή της αλήθειας
καλυμμένος μ’ αδιάβροχο.. απ’τις “εκπτώσεις”..
Ίσα που τίναζες απ’ τα μάτια σου
τον υγρό πόθο από δυο άνοιξες
π’ αντάμωσαν σε κόκκινες αμμουδιές.
Μα να! ξαναμορφάζει η μάσκα
στο βαριανάσεμα ψυχής στο ρωγοβύζι
μάνας που δεν εγνώρισε πατρίδα..
Προσπέρασες του ζητιάνου το κουφό χέρι,
ο αποδεκατισμός έπρεπε ν’ ακουστεί,
σε κουτί μεταλλικό να πέσει..
Εμάκραινες τα κράσπεδα των ιματίων σου
κρύβοντας την πρώτη αντίληψη της αμαρτίας.
Ξέχναγες πως πλάστηκες γυμνός..
Μα αλίμονό σου.. ξόμεινες ηθικός
γιατί δεν ήσουν ικανός για ανήθικος..
Δε βάσταγες να κληθείς αποσυνάγωγος.
Πατέρας
Έστεκες προσμένοντας..
όλα τα χρόνια σου εκεί,
στο πορτόνι του Χερουβίμ
από “καταβολής κόσμου”
Πέρασε ο καιρός..
τα δοκάρια πέταξαν σκλήθρες
πλήγιασαν τ’ ακουμπισμένα χέρια
γιομίσαν αίμα οι αυλακιές του ξύλου..
Έρχονταν να σ’ “αποκαθηλώσουν”
Εσύ επέμενες να “ξανασταυρώνεσαι”
κι ας σε περιγελούσαν,
κι ας γάβγιζαν τα σκυλιά..
Ο αέρας μήναγε χαμό
η βροχή μύριζε θανατικό..
“Απολωλώς”, λέγαν οι ταξιδευτές
“Νεκρός”, φώναζαν οι φίλοι..
Μα δεν τους άκουγες πια,
είχες προλάβει να πεθάνεις πρώτος..
Καλή αντάμωση στον άδη.
Έρωτας Πορνικός
Φως δεν έμπαινε ποτέ,
βαριά πορφύρα το κάλυπτε.
Κανείς δεν έβλεπε πίσω απ’ το παράθυρο
κι όμως όλοι ήξεραν… και ποθούσαν..
Μονάχα τα βράδια, ανάβοντας κερί,
ετράβαγες και λίγο την κουρτίνα.
Τότε ήταν που τρέχαν οι πιτσιρικάδες…
με χέρια ιδρωμένα και ρίγη στο κορμί.
Εσύ πάντα λουσμένη στ’ αρώματα,
με φορέματα.. αινίγματα,
μαλλιά.. δολώματα,
τα σεντόνια σου.. τρικυμισμένα νερά.
Η ζωή σου χωρισμένη σε μισάωρα..
τόσο τους χρειαζόταν
για να χορτάσουν τα ένστικτά τους…
κ’ ύστερα κορδώνονταν περήφανοι.
Σ’ άφηναν ό,τι χρέωνες κι έφευγαν.
Σηκωνόσουν βιαστικά να φτιασιδωθείς,
να περάσει ο επόμενος,
να τρυγήσει κι άλλος το κορμί..
Τι κορμί κι αυτό… ξεχείλιζε ηδονή
ριγμένο και γυμνό στο σανίδι,
με στήθια ιδρωμένα, σκέλια καυτά..
Αχ… αυτή η πηγή στα μεσολάγονά σου…
Και ξάφνου ένα πρωί γράφεις “κλειστό”.
Τρέχεις να αγοράσεις μύρο πολύτιμο,
το ξεπληρώνεις με αμαρτία-πληρωμές πόρνης.
Κείνος που θα σ’ αντάμωνε.. τα ‘θέλε όλα.
Πάντα σ’ έψαχναν.. τώρα, αναζητάς εσύ.
Σπρώχνεις την πόρτα και μπαίνεις,
προσπερνάς τα επιτιμητικά βλέμματα όσων άφησαν
την τιμή και την αναίδειά τους στο σκοτεινό σου κελί.
Το κόκκινο φόρεμά σου τους ξεσήκωνε,
τα λυτά μαλλιά σου τους τρέλαιναν.
Τρόμαξες σαν κατάλαβες τι τους προκαλούσες.
Εκείνος, απλά, περίμενε… σαν από χρόνια.
Χύθηκες στα πόδια του μαζί με τ’ άρωμα..
Πρώτη φορά δινόσουν αληθινά σ’ άντρα,
του ανταπέδιδες τον έρωτά του για ‘σένα…
Είχατε γεννηθεί ο ένας για τον άλλον.
Αμετανόητος
Έμαθες να ζεις στο βυθό
κάτω από μπλε και πράσινα νερά.
Από ναυάγιο σε ναυάγιο να γυρνάς,
διπλωμένος για χρόνια με τα ίδια φύκια.
Η αναπνοή σου να χάνεται..
σαν άφρι στην κόψη των κυμάτων.
Τις μέρες, μονάχος, σεργιανάς
κοιτώντας τον ήλιο με τα υγρά σου μάτια.
Τις νύχτες ακουμπάς σε μια σπασμένη πλώρη
κι αφήνεσαι στο καθρέφτισμα των αστεριών.
Στις αφεγγιές ψαράδικα περνούν,
κι εσύ παρακαλάς το δίχτυ να σ’ αρπάξει.
Πάντα ήθελες να βγεις στην επιφάνεια
και πάντα απομακρυνόσουν απ’ το δίχτυ.
Κάτι σε κρατούσε δεμένο στον πάτο..
ίσως ο φόβος της αλλαγής.
Σκιαζόσουν τ’ απάντημα του υγρού κορμιού σου
με το φως της μέρας και τ’ αλμυρό μελτέμι.
Δεν ήθελες να ψήσει ο ήλιος την πληγή,
ήθελες να ρέει… για ν’ αφήνεις κάτι πίσω.
Δεν μπορούσες να τον εγκαταλείψεις..
ο δαίμονάς σου ήταν ο μοναδικός σου φίλος.
Έτσι, συνέχισες την μοναχική πορεία σου
αφήνοντας τα μαύρα νερά να σε καταπίνουν,
ρουφώντας την ύπαρξή σου
μέσα απ’ του λαιμού την ουλή.
Επιστροφή
Οι τελευταίοι δυό που συνάντησα μου ‘παν πως κοντεύω. Ρώτησαν, κιόλας, γιατί επιστρέφω; Δεν αποκρίθηκα. Ήμουν κουρασμένος. Απόκαμα. Η μοναξιά -τεχνήτρα επιτήδεια- γνωρίζει καλά να διπλασιάζει τις αποστάσεις, χώρια κάτι άλλες δεξιότητές της…
Ευτυχώς, βρέθηκε τούτο το ξεχασμένο, μακριά από κεντρικούς δρόμους, παλιό μοτέλ. Κιτρινισμένοι τοίχοι.. Φαίνεται να’ χει καιρό να μπογιατιστεί. Μοναδικός του πελάτης γι’ απόψε.
Έξω βρέχει. Μα πώς; Εκείνο το ζευγάρι πριν μου φάνηκε να φορά καθαρά ρούχα, στεγνά. Και μιλούσαν, θυμάμαι, για το πόσο φωτεινός ήταν τώρα τελευταία ο ουρανός, ασυννέφιαστος. Εγώ, πάλι, μια μουντάδα και μια σκοτεινιά έβλεπα συνέχεια. Άντε και λίγο από κείνο το συφοριασμένο, με φαγωμένες σάρκες, κιτρινιάρικο φεγγάρι. Περίεργοι οι άνθρωποι!
Να ‘μάστε, λοιπόν. Ένα κρεβάτι, μια καρέκλα, ένα τραπέζι λίγο κουτσό. Ας τις αποθέσω εδώ. Κουράστηκα να τις κουβαλάω. Μνήμες… δυσβάστακτο φορτίο. Τι το ‘θέλα να τις μαζέψω; Ενθύμιο, είπα στην αρχή, από το ταξίδι. Κι άρχισα να γεμίζω το σάκο μου. Η μία μετά την άλλη, πιο βαριά και πιότερο επώδυνη για τους άμαθους ώμους μου, διάσπαρτες στου γυρισμού τη στράτα.
Ίσως ρωτήσεις, από πού έρχομαι; Ειλικρινά, δεν ξέρω. Είναι όλα μπερδεμένα. Θυμάμαι πως διαλέξαμε μαζί το δρόμο και ξεκινήσαμε. Ήταν καλοκαιριάτικο πρωί. Τραγουδάγαμε και γελάγαμε. Αυτά θυμάμαι. Και ύστερα.. βούρκωσε ο θόλος και μπροστά μου υψωμένος ένας ρόδινος φράχτης.
Έλειπε. Και γύρω η αλήθεια τυλιγμένη με το αέρινο, διαφανές σκουτί της, τη σιωπή. Σιωπή, σιγή… να υποβάλλει το μυστήριο της απουσίας. Πώς να αναμετρηθείς μαζί της; Πώς να παλέψει το χώμα τον άνεμο;
Δεν μπορούσα να μείνω άπραγος. Άνοιξα τις παλάμες μου κι άρπαξα τις τριανταφυλλιές, προσπαθώντας να ανοίξω μια τρύπα να περάσω. Το μόνο που κατάφερα, σκορπισμένα στο χώμα ροδοπέταλα και κάμποσα σκισήματα.
Τα παράτησα. Σήκωσα το κεφάλι κατά πάνω φωνάζοντας με όση δύναμη μου ‘χε απομείνει ΓΙΑΤΙ; Κι αντί γι’ άλλη απάντηση δυό στάλες σήμαναν τα πρωτοβρόχια στα μάτια μου. Γονάτισα στο βάρος τους. Βάλθηκα να τις ξεφορτωθώ. Άρχισα να κλαίω για να πετάξω τα ουρανόσταλτα πεσκέσια έξω. Δεν συνειδητοποιούσα πως ταυτόχρονα πότιζα το αγκαθωτό αδιέξοδό μου.
Επιτέλους, βγήκαν. Δεν είχα άλλη επιλογή. Ή θα παρέμενα και θα μαραινόμουν μαζί με τα θύματα της “μάχης” μου ή θα γύρναγα πίσω, στο σταυροδρόμι.
Σηκώθηκα. Και να ‘μαι τώρα. Σχεδόν έφτασα. Με μια καινούργια γνώση από τούτη τη στερνή περιπλάνηση, πώς γεννιέται η πορφύρα μέσα στις πληγές.
Θα ξαπλώσω λίγο.










