Κοινωνιολογική προσέγγιση ενός περιθωριακού ουράνιου τόξου
Αυτά τα χρώματα δεν έπρεπε να βρεθούν ποτέ μαζί.Μιλώ για τους μπλε ανθρώπους,τους ενοχικά ξάστερους, αυτούς που άγονται και φέρονται από έναν δυνάστη Ήλιο.Για τα πράσινα συναισθήματα, που τα ποδοπατούν οι περαστικοί, παρά το ”αγαπάμε και φροντίζουμε το πράσινο”, που φέρουν ως σφραγίδα γνησιότητας.Για τα κιτρινισμένα όνειρα, τα φυλαγμένα από χρόνια στο μπαούλο, που η γεροντοκόρη θα τα κληροδοτήσει άνευ λόγου στην παρακείμενη ενορία.Για τα πορτοκαλί σπάνια ζώα, που αρέσκονται σε μεταμφιέσεις καλοκαιρινών φρούτων για να μπαίνουν σωρηδόν στα σπίτια, ξεχνώντας πως τα μεσάνυχτα από συνήθεια δαγκώνουν.Για τα κόκκινα λουλούδια, αυτά που προσδοκούν ανάσταση νεκρών και σεπτή ταφή σε τάφο του μέλλοντος αιώνος.Μιλώ για σένα.Μιλώ για μένα.Σ’αυτήν την συνάντηση, μόνο η περιέργεια τελικά θα αρθρώσει λόγο.Όλοι εμείς οι παρευρισκόμενοι, θα βαφτιστούμε ξανά στο όνομα του φάσματος και της δύσης και του πεπερασμένου, που ποτέ δε περατώθηκε.Θα ζητήσουμε κάθαρση και αθανασία.Θα βρεθούμε και πάλι μαζί.Στον συννεφιασμένο αττικό ουρανό και κάνοντας έρωτα θα εννωθούμε.Για τα υπόλοιπα αρμόδια ορίζεται η μετεωρολογία.
Άρτος και θεάματα
Τεχνηέντως ανυψωμένα βήματα, ρυθμικά πληγώνουν την άσφαλτο. Στη δεξιά πλευρά της λεωφόρου, σύρριζα στο πεζοδρόμιο και στα αχόρταγα για σκουπίδια φρεάτια, παρελαύνεις καθοδηγούμενη από την μπαγκέτα ενός εκστασιασμένου μαέστρου. Είχαμε συναντηθεί πριν λίγο. Στο κόκκινο φανάρι. Κι οι δυο πεζοί. Μου χαμογέλασες για να με ρωτήσεις προς τα πού είναι οι πύλες του παραδείσου. Δεν ήξερα τι να σου απαντήσω. Το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω ήταν η προτροπή μου ν’ ανοίξεις τα χέρια σου και να δεχτείς κάτι από μένα. Δεν απόρησες. Η γυναικεία σου ματαιοδοξία είχε εθιστεί στην προσφορά απρόσμενων δώρων. Όλη την προηγούμενη εβδομάδα αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που μου δίνει ζωή. Δεν είναι η ελπίδα. Δεν είναι η ομορφιά. Δεν είναι η υγεία. Όλα αυτά τα θηλυκά ονόματα είναι απλές λέξεις, ακαθόριστες, που ηχούσαν όλο και πιο ξένες στ’ αφτιά μου. Η ζωή είναι κάτι πιο απτό σκέφτηκα. Κάτι πιο απλό. Ίσως κάτι πιο φθηνό. Βάλθηκα λοιπόν να ζυμώνω τους καρπούς της φύσης στην πλέον εξαϋλωμένη τους μορφή, μαζί με το ζωοδόχο ύδωρ. Η ζωή για μένα, κατέληξα πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα ζεστό καρβέλι ψωμί. Ο,τιδήποτε άλλο είναι μια ψευδαίσθηση. Μετά από αποτυχημένες απόπειρες, που φάνταζαν φυσιολογικές και δείγμα μοιρολατρικής προσέγγισης της μαγειρικής μου δεινότητας, έφτιαξα το τέλειο ψωμί. Στις σωστές αναλογίες. Με μια συμπαθητική και συνήθη όψη. Η μυρωδιά του πιστό αντίγραφο επίγειας απόλαυσης. Η ζωή είναι τέλεια, αναφώνησα, σαν άλλος Αριστοτέλης την ώρα της σύλληψης της εντελέχειας. Αρκεί να αντέξεις στις δυσκολίες και το αποτέλεσμα θα σε δικαιώσει. Τύλιξα το δημιούργημά μου σε μια κόκκινη πετσέτα και με το καρβέλι μου ανά χείρας, βγήκα έξω. Τότε σε συνάντησα. Στα χέρια σου διέκρινα τα κρινοδάχτυλα των ποιητών. Στα μάτια σου ανακάλυψα το χρώμα της θάλασσας. Ο κόπος μου θα ανταμειφθεί. Εμένα ρώτησες και όχι τους άλλους περαστικούς για τον προορισμό σου. Εμένα πρόσεξες και όχι τις κατευθύνσεις που ορίζουν αδιάφορα οι σοφοί σηματοδότες. Άφησα το ψωμί στις παλάμες σου και σου είπα πως τώρα πια σου’ χω δώσει την ζωή μου. Σταμάτησες να χαμογελάς. Δεν είχες ξαφνιαστεί. Απλά περίμενες ίσως κάτι περισσότερο. Κάτι που θα στεκόταν επάξια δίπλα στα υπόλοιπα τρόπαια της φιλάρεσκης συλλογής σου. Άνοιξες την πετσέτα απότομα, πήρες το ζεστό ψωμί και ξεκίνησες να περπατάς αισθησιακά δίπλα απ’ τα αυτοκίνητα. Οι διερχόμενοι οδηγοί σου κορνάρουν. Κανείς τους δε παραξενεύεται, ενώ εσύ, όλο χάρη τους μοιράζεις ισάριθμα χαμόγελα και το παγωμένο μου πια σαρκίο σε κομμάτια. Ό, τι δε πρόλαβες να σκορπίσεις, λόγω του εργατικού φανοστάτη που έπαυσε για λίγο τη ξέφρενη σου πορεία, το πέταξες με απάθεια στον δρόμο. Ένα σπουργίτι βρέθηκε, ένα πετεινό τ’ ουρανού, να με σπλαχνιστεί και περιχαρές τσιμπολογάει με λαχτάρα την ψίχα λίγο πριν την επερχόμενη βροχή. Η ζωή συνεχίζεται σκέφτηκα. Κι ας πορεύεσαι χωρίς συμπόνια τώρα πια στα πεζοδρόμια, για λόγους μεγιστοποίησης της προβολής σου. Ευτυχώς όμως, μια γάτα νωχελική, με βαθιά αίσθηση της φιλοσοφίας, πιστή στην νομοτέλεια των πραγμάτων, μ’ έβγαλε από την πλάνη.
Φυγή ιχθύος
Είδα ψάρια να ζητιανεύουν αγκίστρια στα σκαλοπάτια της ιχθυόσκαλας και τους ψαράδες να τους πετάνε φαγητό από ανία μέσα στα μαύρα τους καπέλα.Φιλάνθρωποι επαγγελματίες σκέφτηκα.Συμμερίστηκαν την απελπισία των υποβρύχιων επαιτών.Λύση όμως δε δόθηκε.Απλά αναβλήθηκε η αυτοκτονία.Ες αύριον τα σπουδαία αναφώνησαν τα ψάρια μετρώντας από συνήθεια τα λέπια τους, λίγο πριν οπλιστούν με φιάλες οξυγόνου και βουτήξουν στην παρακείμενη πετρελαιοκηλίδα.











Εξαιρετικά ποιήματα, διεισδυτικό βλέμμα από το παραπέτασμα των ημερών μας, τίποτα το περιττό. Το “Φυγή ιχθύος” το ζήλεψα, το “Κοινωνιολογική προσέγγιση ενός περιθωριακού ουράνιου τόξου” το ανιχνεύω στη “μετεωρολογία” των σωμάτων και το “Άρτος και θεάματα”, αν και φαινομενικά άσχετο, το αντικρίζω με το παρακάτω:
30
Ποτέ δεν έτυχε να δω ένα άγριο ποιητικό καρβέλι ψωμί,
αν όμως το είχα, θα το έτρωγα και με την κόρα του, ολόκληρο.
Bob Kaufman (1925-1986), από το «Jail Poems-Ποιήματα της φυλακής» (γραμμένα στην πολιτειακή φυλακή του Αγίου Φραγκίσκου, κελί 3, 1959). Από τον τόμο «Solitudes crowded with loneliness-Ερημιές στριμωγμένες μοναξιά», New Directions, 1965. Μτφρ. Κώστα Ρεούση.
Τα κρινοδάχτυλα;;;;; των ποιητών;;;;;;; Σπαραλιασμένα τα δάχτυλα των ποιητών, μαυρισμένα, κουρασμένα, υπόδουλα κι όμως σε μόνιμη επανάσταση. Τέτοια τα δάχτυλα των ποιητών, τα κρινοδάχτυλα μόνο για κομψευόμενες κυρίες μιας άλλης εποχής.
Κυρία Sophie δε θα διαφωνήσω μαζί σας, τουναντίον, αλλά έχω την εντύπωση ότι η κυρία Λυμπέρη υπονομεύει μ΄αυτόν τον τρόπο τον συμπρωταγωνιστή της ή τη συμπρωταγωνίστριά της στο ποιητικό ενσταντανέ που μας προσφέρει.
Ξέρετε πολλά για τα πράγματα που περιγράφετε. Αλλά μου λέτε τι ξέρετε. Δεν με αφήνετε να ανακαλύψω κάτι για τον κόσμο που περιγράφετε, τον κόσμο σας. Στις λέξεις σας αναγνωρίζω την προσπάθεια να στρέψετε το ενδιαφέρον μου επάνω σας. Αλλά οι μανιερισμοί δεν σας βοηθούν ούτε και σε αυτήν την προσπάθεια.
Η παρακείμενή σας ενορία/πετρελαιοκηλίδα είναι η ενορία/πετρελαιοκηλίδα που βρίσκεται δίπλα στη δική σας ενορία/πετρελαιοκηλίδα. Το εννοείτε αυτό;
Συμπαθητικό το κείμενο που τιτλοφορείτε “Φυγή ιχθύος”, αν και βρίσκω περιττή την ανάγκη για το ευφυολόγημα του τίτλου.
Προφανώς και θεωρώ πως η κυρία Λυμπέρη υπονομεύει μ΄αυτόν τον τρόπο τον συμπρωταγωνιστή της, χλευάζοντας την πεπαλαιωμένη αίσθησή του για τον ρομαντισμό και την ποίηση.Εύστοχα ποιήματα.Καλή συνέχεια
“Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω “ποιητής”
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.”
Κι αυτό το απόσπασμα,το χρησιμοποιώ αρχικά για να συμφωνήσω πλήρως με την Sophie στο ότι οι κομψευόμενες κυρίες έχουν “περάσει” ανεπιστρεπτί και σίγουρα δεν αφορούν τις δικές μου καταβολές.Ο ήρωας του ποιήματος σαρκάζει τους παλαιολυρικούς στίχους και σαρκάζεται μέσα από την αναζήτηση κατόχου για τα επίμαχα “κρινοδάκτυλα”.
Κυρίως όμως,θέλω να αποσαφηνίσω πως με αυτά μου τα μικροκείμενα ήθελα εύσχημα και απλά να καταθέσω την δική μου “αλήθεια”.Τα βιώματά μου και οι αναζητήσεις μου είναι τέτοιες που θεωρώ πως δεν ταυτίζονται με αυτές της γενιάς του’70.Κι αυτό χωρίς να έχω κατακριτική ή μηδενιστική διάθεση προς την ποίηση που παράχθηκε από τους εκπροσώπους της γενιάς αυτής.Κάθε άλλο.Απλά γεννήθηκα το 1987 και νομίζω πως είναι κάπως αυθαίρετος ο συσχετισμός μου με τους ποιητές της μεταπολίτευσης.Μάλλον δεν έχω προλάβει ακόμα να ενταχθώ ακούσια ούτε σε κίνημα,αλλά ούτε σε “γενιά”.
Όσο για την παρακείμενη μου ενορία/πετρελαιοκηλίδα είναι όντως αυτή που με κάνει να γράφω.Η ενορία/πετρελαιοκηλίδα που βρίσκεται δίπλα στη δική σας ενορία/πετρελαιοκηλίδα θα πρέπει να’ναι αυτή που σας κάνει είτε να διαβάζετε,είτε να γράφετε,είτε να ζείτε.Αυτή είναι η απάντησή μου στο ερώτημα που προέκειψε.
Κλείνοντας,αφού σας ευχαριστήσω για τον χρόνο σας και για τις κριτικές σας,που σίγουρα ήταν η αρχή για έναν γόνιμο προβληματισμό από πλευράς μου,θα παραθέσω το ακόλουθο ποίημα:
“Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.
Από κει κουβαλάω με κόπο
Υπέροχα ποιήματα.
Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.
Αλλά στο δρόμο μου πέφτουνε, σπάνε.
Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.
Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.
Μʼ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.
Και τα χαλάω μʼ αυτό που υπάρχει.”
Γιάννης Πατίλης, Ζεστό μεσημέρι (Αθήνα 1984)
Αν δε κάνω λάθος και είστε κάτοχος του μπλογκ ΜΠΟΝΖΑΙ,τότε έχετε ήδη χρησιμοποιήσει ένα από τα ποιήματά μου,αναρτώντας το.Και βέβαια έχετε το ελεύθερο να τα χρησιμοποιήσετε, εφόσον βέβαια μου κάνετε σαφείς τους σκοπούς σας.Συμφωνώ με πολλά από αυτά που αναφέρατε στο τελευταίο μέηλ σας.Απλά δεν μίλησα για αυθεντικότητα προσωπικής έκφρασης,αλλά για έλλειψη σκόπιμης αντιγραφής ή ένταξης μου σε μανιέρες του ’70.Και πάλι ευχαριστώ για αυτόν τον εποικοδομητικό διάλογο…
“Ονειρεύομαι μια ποίηση που δεν θα εκλιπαρεί να δικαιώσω το βίο αυτού που την έγραψε, αλλά θα δικαιώνει εμένα στο βαθμό που την αναγιγνώσκω ή τη μνημονεύω.” Ελπίζω μετά από αυτό κ. Λυμπέρη να μην προσθέσετε κάτι άλλο.
Ωραία είναι τα κείμενα της Α.Λυμπέρη, έτσι κι αλλιώς έχω εκφράσει ξανά τη συμπάθειά μου σε παλαιότερη ανάρτηση ποιημάτων της.
Μια παρατήρηση έχω να κάνω μόνο: Αν τα κείμενα αυτά, όπως ακριβώς είναι, ό,τι ακριβώς λένε, είχανε γραφεί από άντρα θα προκαλούσαν αντιδράσεις όπως τώρα;
Το ζήτημα με τη γυναικεία γραφή επανέρχεται αναγκαία σε κάθε επιθεώρηση της λογοτεχνίας (και βασικότερα της κριτικής που την ανέδειξε) των τελευταίων 40 χρόνων (από τον φεμινισμό και εξής).
Και στην Ελλάδα κατ’ εμέ υπάρχει το εξής πρόβλημα: μια γυναίκα λογίζεται ως (καλή) ποιήτρια όταν πιάνει το αντρικό στάνταρ της γραφής. Και όχι μόνο συνολικά σαν κομμάτι τέχνης αλλά και στα επιμέρους. Στην έκφραση, τη θεματολογία. Ο άντρας πάλι για να θεωρηθεί αξιόλογος πρέπει να ξεπερνάει τα στάνταρτς αυτά, διότι ειδάλλως τον θεωρούμε μέτριο ή όχι σημαίνοντα.
Κι αυτό γιατί η λογοτεχνική παράδοση του λευκού αρσενικού μετράει χιλιάδες χρόνια ενώ η γυναικεία (όπως και όλων των περιθωριακών ομάδων, μαύροι, άποικοι κλπ) είτε μετράει ελάχιστα χρόνια (πέρα από ελαχιστότατες εξαιρέσεις) είτε έχει διαβρωθεί τελείως από εξωτερικούς παράγοντες στη γλώσσα την κουλτούρα γενικά.
Ειδικότερα, κάπως άγαρμπα, μου προκαλεί ερωτήματα το γιατί οι άντρες αναμετρώνται με την τέχνη στο σύνολό της ενώ οι γυναίκες με μια ορισμένη ποιητική.
Κι αν η εύκολη απάντηση είναι πως τώρα η γυναικεία γραφή δημιουργεί παράδοση, οπότε οφείλει να βλέπει το κάθε κείμενο χωριστά και να ‘ναι πιο δεκτική, εξακολουθώ να αναρωτιέμαι γιατί χαμηλώνει το βλέμμα μπροστά στην αντρική ποίηση που γράφεται τώρα, όπως αυτή.
Κι αυτά όχι απ’ τη σκοπιά του διαχωρισμού άντρα και γυναίκας, αλλά ακριβώς απ’ την αντίθετη: της αποδόμησης των κατασκευών αυτών.
Λοιπόν, τα κείμενα αυτά αν είχαν γραφεί από άντρα θα τύχαιναν τέτοιας υποδοχής;
Η συμπάθεια μου είναι δεδομένη.
Είδα ψάρια να ζητιανεύουν αγκίστρια στα σκαλοπάτια της ιχθυόσκαλας και τους ψαράδες να τους πετάνε φαγητό από ανία μέσα στα μαύρα τους καπέλα.Εξαιρετικά.Για τα υπόλοιπα αρμόδια ορίζεται η μετεωρολογία.