Σωτήρης Παστάκας- Γιάννης Η. Παππάς: “Ανθολογία Ιταλικής Ποίησης- Ταξίδι στην όμορφη χώρα – Il bel paese”, Εκδόσεις «Οδός Πανός», σ. 464
«Fa’ uscir netta la piccolezza del luogo – il circolo ferreo ed impenetrabile onde fu cinto.
Così dalla piccolezza del luogo usciranno le grandi Sostanze».
Διονύσιος Σολωμός, «Στοχασμοί» στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» 9 *
Ανθολογούνται είκοσι οκτώ ποιητές και ποιήτριες, αρχής γενομένης από τον Τζιάκομο Λεοπάρντι ( Ρεκανάτι, 1798 – Νάπολη, 1837). Η εργασία περαιώνεται με τον συνομήλικο του Σωτήρη Παστάκα, Αλμπέρτο Τόνι, που γεννήθηκε στη Ρώμη το 1954. Θυμίζω εδώ τις παλαιότερες δοκιμές στον χώρο από τον Σωτήρη Παστάκα: Sandro Penna, Ποιήματα, εκδόσεις «Το μικρό Δέντρο», 1981, Vittorio Sereni, Frontiera, Diario dʼ Algeria, Gli, Strumenti umani, επίσης από «Το μικρό Δέντρο», 1981 και Umberto Saba, Ποιήματα, στο περιοδικό «Πλανόδιον», τεύχος αρ. 7, 1988. Οι μεταφραστές, δόκιμοι, ως γνωστόν, ποιητές, έχουν ζήσει και σπουδάσει επί έτη στη χώρα του Pier Paolo Pasolini. Οι επιλεγμένοι παρατίθενται κατά αυστηρά χρονολογική σειρά και όχι, όπως θα περίμενε κανείς, αλφαβητική, διότι, όπως υποστηρίζουν οι ανθολόγοι, έτσι οι αναγνώστες μπορούν να ταξιδέψουν στο «μπελ παέζε», σʼ αυτή την «όμορφη χώρα», διαχρονικά. Οι εν λόγω μάλιστα καλύπτουν ολόκληρη την έκταση της Ιταλικής χερσονήσου, ήτοι από τη Σικελία μέχρι το Πιεδιμόντιο. Οι ίδιοι οι ανθολόγοι μας έχουν προϊδεάσει για το σημερινό τους πολυμετάφρασμα, αποδίδοντας, πριν από τέσσερα χρόνια, με υποδειγματική άνεση στη γλώσσα μας έργα, τα οποία υπογράφουν δώδεκα από αυτούς, οι οποίοι παρουσιάζονται τώρα. Εμπιστευόμενοι αποκλειστικά τα πρωτότυπα κείμενα, ο Σωτήρης Παστάκας και ο Γιάννης Η. Παππάς μας έφεραν πράγματι πολύ κοντά σε σύγχρονους γείτονες δημιουργούς, τους οποίους από τη σκοπιά και μόνον της καλής και γόνιμης συγκατοίκησης στη νοτιανατολική Μεσόγειο οφείλουμε να γνωρίζουμε σε ένα πρώτο βαθμό. Η εργασία τους εκείνη φιλοξενήθηκε στο τεσσαρακοστό τρίτο τεύχος του περιοδικού «Πλανόδιον», τον Δεκέμβριο του 2007. Την ευθύνη της επιλογής είχε τότε ο ελληνικής καταγωγής, από τη μητρική πλευρά, μελετητής των γραμμάτων μας, Crescenzio Sangiglio. Ο δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και ιστορικός, ασχολούμενος συν τοις άλλοις με την ποίηση, Francesco Napoli στην κατατοπιστική εισαγωγή του έδωσε με ακρίβεια το στίγμα των παρουσιαζομένων. Εκεί αποδελτίωσα, μεταξύ άλλων άξιων παρατήρησης και περαιτέρω μελέτης, την κρίση του επίσης ποιητή και κριτικού Roberto Carifi, όπως διατυπώθηκε σε ανάλογη συγκυρία, αρκετά χρόνια πριν, ήτοι το 1982.
Την παραθέτω αυτούσια, διότι παρέχει ουσιώδεις όψεις ενός μεγάλου μέρους του συγκεκριμένου ποιητικού υλικού: «Δεν αποτελεί μυστικό πως το ποιητικό σύμπαν εμφανίζεται σήμερα διάσπαρτο από ποιητικές πρακτικές, που από μόνες τους καθιστούν σχεδόν αδύνατο το έργο της καταγραφής τους και της συνολικής παρουσίασής τους, που γίνεται ακόμη πιο δύσκολη αν κάποιος θεσπίσει τα κριτήρια της αντικειμενικότητας και της πληρότητας. Ένα παρόμοιο εγχείρημα δεν θα ήταν παρά μια χαρτογράφηση, ένα αλμανάκ εμπειριών διαφορετικών επιπέδων και αποτελεσμάτων όπως αυτά καταγράφονται πάνω στη λευκή σελίδα». Ασφαλώς από τότε έως σήμερα αρκετοί δείκτες στο πεδίο αυτό έχουν μεταβληθεί ή ακυρωθεί ως εκ των πραγμάτων. Η δε εμφύλια διαμάχη των Pier Paolo Pasolini και Edoardo Sanguinetti έχει προ πολλού καταλαγιάσει, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στην «ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών», όπως θα μας έλεγε εν προκειμένω ο ημέτερος Αλεξανδρινός. Λαμβάνοντας σταθερά υπόψη τις δυσκολίες μιας απολύτως αντιπροσωπευτικής, δηλαδή εξ ορισμού έντιμης, βασίμως ενδεικτικής και καθόλα, οίκοθεν νοείται, ποιοτικής συγκομιδής, οι ημέτεροι ανθολόγοι επιλέγουν κατά συνείδηση τους χαρακτηριστικότερους ποιητές από την άλλη πλευρά της Αδριατικής. Στο δε ερώτημα, το οποίο συνήθως τίθεται αυτομάτως από καταβολής ανθολογιών, ήτοι από τον πρώτο αιώνα π. Χ., όταν, ως γνωστόν ο ποιητής και φιλόσοφος Μελέαγρος από τα Γάδαρα συγκέντρωσε στον ατομικό του Στέφανο τα επιγράμματα πενήντα περίπου ποιητών (βλ. Francesco Napoli, ο. π.), δηλαδή «γιατί αυτοί κι όχι εμείς ή εκείνοι», οι ανθολόγοι αρκούνται κατʼ αρχήν να μας συστήσουν τα ποιήματα της από κοινού προαίρεσής τους, χωρίς ρητορικές υπερβολές και φιοριτούρες μιας τυπικής του είδους τυμπανοκρουσίας.
Οι χιλιάδες μεταφρασμένοι στίχοι είναι με άλλα λόγια οι αρμοδιότεροι συνήγοροι των αντιστοίχων προτιμήσεων. Η δε συμπληρωματική δήλωση στο οπισθόφυλλο του καλοτυπωμένου τόμου αποδίδει με σαφήνεια τα αίτια και τα αιτιατά της όλης έκδοσης. Ο υποκειμενισμός, τον οποίο υπερασπίστηκε με σθένος ως απαραίτητο συστατικό της ανθρώπινης στάσης ο Σαίρεν Κίρκεγκαρντ, δεν φαίνεται να υπονομεύει εδώ, ως δίδυμο μάλιστα διάβημα, το εκτιθέμενο ποιητικό τοπίο, αλλά αντιθέτως το δικαιολογεί εμμέσως πλην σαφώς, το συντηρεί και βεβαίως το υποστηρίζει στη συνέχεια με τη θέρμη του. Ως να ήταν νεανική θα πρόσθετα. Απομονώνω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τα εξής διαφωτιστικά: «Η παρούσα έκδοση είναι ένα μικρό ανθολόγιο μιας μεγάλης κοινής αγάπης: της Ιταλικής γλώσσας. Δεν έχει αξιώσεις πληρότητας […] Μοναδικός γνώμονας η αγάπη μας για την Ιταλική ποίηση που λέει πράγματα, που θέτει ηθικά και φιλοσοφικά ζητήματα, που κουβεντιάζει τα μικρά και τα μεγάλα του ανθρώπινου βίου. Από τον Λεοπάρντι ως τις μέρες μας, ο διάλογος αυτός συνεχίζεται απρόσκοπτα: χωρίς βεβαιότητες, χωρίς έπαρση, θέτοντας διαρκώς υπό αμφισβήτηση τις κατακτήσεις και τα δεδομένα του ποιητικού λόγου». Η «λεπτή διαμάχη μεταξύ ρυθμού και σημασίας», την οποία μνημονεύει ο Τζιοβάννι Τζιούντιτσι, σε σχέση με κάθε μεταφραστική δοκιμή ( βλ. σελ. 259), είναι ασφαλώς παρούσα. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Άλλωστε, η μετάφραση είναι, από όποια θεωρητική σκοπιά και αν δει κανείς το ζήτημα, αδύνατη και παρʼ όλα αυτά επιχειρείται αποβλέποντας, κατά περίσταση, σε μεγάλη ή και σχετική επιτυχία. Ο Πολ Ρικέρ προτείνει, ως γνωστόν, κατά τρόπο εύληπτο κι άλλο τόσο εμπεριστατωμένο τη μεταφραστική στρατηγική της «ισοδυναμίας δίχως ταυτότητα». ( Βλ. Για τη μετάφραση, εκδόσεις «Πατάκη», 2010). Κι εδώ η απόδοση των ιταλικών εγγίζει αυτήν ακριβώς την ισορροπία όρων μεταξύ ειδώλου και πρωτοτύπου. Ισορροπία την οποία οφείλει να τηρεί ο μεταφραστής, που σέβεται τον εαυτό του.
Κατά τα άλλα, τα πάμπολλα πραγματολογικά στοιχεία, οι παρένθετες αποτιμήσεις τρίτων, οι πλάγιες ή ευθείες γνωμοδοτήσεις των μεταφραστών, οι καίριες συγκρίσεις, ακόμα και οι de profundis εξομολογήσεις σε πρώτο πρόσωπο των Ιταλών δημιουργών (βλ. ειδικά τα λεγόμενα της Αντονέλλα Ανέντα στην Βέρα Λουτσία ντε Ολιβέιρα, σελ. 314, επ.), ό, τι δηλαδή υπεισέρχεται στην παρουσίαση ενός εκάστου, μιας εκάστης των ανθολογουμένων, συνιστούν χρησιμότατα βοηθήματα της περαιτέρω διασάφησης του νεώτερου ποιητικού ιδιώματος των γειτόνων. Η πληροφορία per se αποτελεί εν προκειμένω κανάλι περιήγησης, συνοπτικής έστω, στις εμπειρικές και γνωσιολογικές ικμάδες. Παραθέτω τα εξής χαρακτηριστικά περί του Ουμπέρτο Σάμπα: «Εξάλλου αρχίζει να γράφει αγνοώντας παντελώς την κληρονομιά του συμβολισμού και της Decadante αισθητικής του Ντʼ Ανούτσιο (που οι συνομήλικοί του είχαν αφομοιώσει) προσηλωμένος στην ανάγνωση των αγαπημένων του κλασικών: του Δάντη, του Πετράρχη, του Σαίξπηρ, του Παρίνι, του Φώσκολο έως και του Λεοπάρντι. Δημοσιεύει την δεκαετία του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, που την λυμαίνονταν ο Μαρινέττι και η «συμμορία» του. Ενώ μόλις πάει να πάρει λίγο πάνω του έρχεται ο ερμητισμός των Ουνγκαρέτι, Μοντάλε και Κουαζίμοντο να επιβάλλει τους όρους του παιχνιδιού. Κι αμέσως μετά την μάστιγα του Νεορεαλισμού».(Βλ. σελ. 259).
Κοντολογίς, ο τόμος συνιστά γερή γέφυρα επικοινωνίας με την ιταλική ποιητική ιθαγένεια, τα καίρια σημαινόμενα της οποίας αφορούν και στην ημετέρα πορεία κρυστάλλωσης του ικανού και αναγκαίου στίχου. Είναι άλλωστε τόσες πολλές οι ομοιότητες, ώστε οι δύο ιθαγένειες τέμνονται εξόφθαλμα. Ο κοινός τόπος είναι η ιθαγένεια της αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου, είτε έχει μάθει να πιστεύει ακράδαντα ότι όντως του ανήκουν ο Παρθενώνας, το Σούνιο και η Σαμοθράκη, είτε το Καπιτώλιο, το Μιλάνο και η Σικελία, να δει πίσω από την πόλη και τη δεδομένη αγορά, στην οποία τον εγκιβώτισαν χωρίς να τον ρωτήσουν, την Πόλη της απόλυτης αξιοπρέπειας και την Αγορά της γαλήνης, της αρμονικής συνύπαρξης με το άλλο.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
* Σε μετάφραση: «Κάνε να φανεί καθαρά η μικρότητα του τόπου- ο σιδερένιος και αδιαπέραστος κύκλος, από τον οποίο είναι ζωσμένος. Έτσι, από τη μικρότητα του τόπου θα βγουν οι Μεγάλες Ουσίες». (Βλ. Γιώργος Βελουδής, Διονυσίου Σολωμού «Στοχασμοί» στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», ιταλικό κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια, εκδόσεις «Περίπλους», Σειρά Επτάνησα / Κείμενα, 1997).
Για : ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ των εκδόσεων ‘ΓΚΟΒΟΣΤΗ”, Δ/νση: Κώστα ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ











Πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθεια
Η ιταλική ποίηση παραμένει ακόμα άγνωστη στην Ελλάδα
Κι όμως ειναι θεμελιώδη στην ιταλική λογοτεχνία
Δεν είναι τυχαιο το ρητο
Italia paese di santi poeti e navigatori
Ιταλία, χώρα αγίων, ποιητών και θαλασσοπόρων
–
“Δεν αποτελεί μυστικό πως το ποιητικό σύμπαν εμφανίζεται σήμερα διάσπαρτο από ποιητικές πρακτικές, που από μόνες τους καθιστούν σχεδόν αδύνατο το έργο της καταγραφής τους και της συνολικής παρουσίασής τους, που γίνεται ακόμη πιο δύσκολη αν κάποιος θεσπίσει τα κριτήρια της αντικειμενικότητας και της πληρότητας”. Αρκεί η διαπίστωση αυτή να κάνει σεβαστή την όλη προσπάθεια. Και του κ. Γ.Β. η κριτική παρέμβαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία, όταν ως απαιτητικός αναγνώστης διαπιστώνω ότι το περιεχόμενο είναι εξαιρετιό, αλλά η εκδοτική μορφή προδίδει σε πολλά σημεία [όπως στις εισαγωγές που εκτυπώνονται με γραμματοσειρές και μεγέθη όπως τα καθαυτό ποιητικά κείμενα και μπερδεύουν και προκαλούν αγνάκτηση στον όποιο μελετητή]. Καλή στιγμή για τη γνωριμία με την ιταλική ποίηση αποτελεί η μεταφραστική και εκδοτική απόπειρα των Σ. Παστάκα και Γ.Η. Παππά, που φυσικά μελέτησαν προγενέστερους μεταφραστές [μήπως πρέπει να τους αναφέρετε;;;]. Καλοτάξιδο το βιβλίο αυτό.