Η καλλιτεχνική και πνευματική δραστηριότητα στη Δυτική Ευρώπη, από τη Γαλλική Επανάσταση ως το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είναι εντυπωσιακή, πραγματικά συντριπτική, ως προς το μέγεθος και την ποικιλία της. Η κριτική εξέταση παραδοχών αδιαφιλονίκητων ως τότε και το κυνήγι νέων υποθέσεων εξαφάνισαν πολλές από τις παλιές αλληλουχίες ιδεών, που είχαν οργανώσει και κατευθύνει την τέχνη και τη σκέψη για χιλιετίες. Η ποικιλία και η σύγχυση είναι τα δεδομένα που προβάλλει η νέα τάξη πραγμάτων μετά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, δεδομένα που αξιολογούνται μέσα στο ευρύ φάσμα των εκρηκτικών κοινωνικών αλλαγών, όπως επιβλήθηκαν από τη βιομηχανική επανάσταση και τη δημιουργία εθνικών κρατών και στρατών, από την ανεξέλεγκτη αστικοποίηση και τις γραφειοκρατικές ολιγαρχίες, οι οποίες εντάσσονταν στις βιομηχανικές και εμπορικές ελίτ. Τα επιτεύγματα της τεχνολογίας παρέμεναν συγκεντρωμένα στη στρατιωτική ηγεσία κατά τον 19ο αιώνα, και εδώ υπήρξε καταλυτικός ο ρόλος της Γερμανίας. Μετά τις πρωσσικές νίκες κατά της Αυστρίας και Γαλλίας, όλες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις βιάστηκαν να μιμηθούν το γερμανικό παράδειγμα, έτσι που τις παραμονές του Μεγάλου Πολέμου η Ευρώπη παρουσίαζε ένα πρωτόγνωρο θέαμα με εκατομμύρια καλοκουρδισμένες μηχανές σφαγής και άλλα τόσα εκατομμύρια ανθρώπων, που είχαν χάσει σχεδόν κάθε ίχνος ατομικής βούλησης και νοημοσύνης, για να οδηγηθούν τελικά από τον αυτοματισμό ενός υπνοβατικού ηρωισμού στη μαζική εξόντωση.
Το ιδιαίτερο ορόσημο του 19ου αιώνα, η εξελικτική κοσμοθεωρία, υπονομεύοντας τις παραδοσιακές αξίες, έμοιαζε να οδηγεί τη σκέψη στο επίπεδο ενός λαβωμένου θηρίου που τρώει τα σωθικά του. Ενώ οι φιλόσοφοι δυσκολεύονταν να πειστούν ότι ο Καντ είχε επιλύσει ικανοποιητικά τα προβλήματα της γνώσης, η αμφισβήτηση της εξουσίας του λόγου πάνω στις ανθρώπινες λειτουργίες υποστηρίχτηκε από πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις: από την φροϋδική θεωρία και το νιτσεϊκό όραμα ως τον κοινωνικό προβληματισμό ενός Σορέλ ή ενός Παρέτο. Πως θα μπορούσε λοιπόν να γίνει αντιληπτή η εξωτερική πραγματικότητα, τη στιγμή που ήταν αμφιλεγόμενο κάθε προηγούμενο εργαλείο αξιολόγησης; Εδώ η τέχνη κατάφερε να προβάλλει με οξύνοια μια σαφή απεικόνιση του εξωτερικού κόσμου, όπου κυριαρχούσε ο διαμελισμός της εμπειρίας και η αυθαίρετη, συχνά ασυνάρτητη, αντιπαράθεση των διαμελισμένων μερών της, και συγχρόνως να γίνει προάγγελος της επερχόμενης φρίκης, δηλαδή ό,τι ακριβώς συνέβη στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα, την ίδια εποχή πλήθαιναν οι υστερικές κραυγές που προφήτευαν την επικείμενη καταστροφή του πλανήτη. Οπαδοί του Αντίχριστου, γκουρού της Αποκάλυψης, οραματιστές της Δευτέρας Παρουσίας, επιστημονικοφανείς λάτρεις του κομήτη του Χάλλεϋ και πλήθος άλλοι παραδοξολόγοι ενίσχυαν την πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα βρισκόταν μπροστά σε ένα θλιβερό αδιέξοδο, ένα βήμα πριν τον τελικό όλεθρο.

Μέσα σε αυτό το ιδεολογικό και κοινωνικό περιβάλλον, κατακερματισμένο και εσχατολογικό, με κυρίαρχη πίστη στην αβέβαιη ηθική του κέρδους, με βλέμμα στραμμένο στις αποικίες και στην εκμετάλλευση, ένα νέο κίνημα εμφανίζεται στην τέχνη, ο εξπρεσιονισμός (περίπου 1910-1925), που αφορά κυρίως τα εικαστικά και τη μουσική. Ήδη από το 1911 ο όρος αυτός χρησιμοποιείται και για τη λογοτεχνία. Μιλώντας τώρα για τα χαρακτηριστικά αυτού του ρεύματος στην ποίηση, σε πολύ γενικές γραμμές διακρίνονται τα εξής: αποστροφή κάθε λογικής συνάφειας με παράλληλη χρήση αλλά και υπέρβαση καθιερωμένων εκφραστικών σχημάτων, υποκειμενικότητα και εκστατικό παραλήρημα, λυρική γλώσσα που συχνά υπερβαίνει τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, διαρκής χρήση μεταφορών και χρωματικών συμβόλων, όχι σπάνια συναντάται μια αισθητική του αποτρόπαιου και του μακάβριου, ενώ αρκετοί ποιητές καταφεύγουν σε νεολογισμούς. Κυριότεροι εκπρόσωποι του εξπρεσιονισμού στην ποίηση είναι: Else Lasker-Schüler, Jakob van Hoddis, Franz Werfel, Alfred Lichtenstein, Gottfried Benn, Johannes Becher, Ernst Stadler, August Stramm και Georg Trakl.

Στο ποίημα Weltende (Το Τέλος του Κόσμου) της γερμανο-εβραίας ποιήτριας Else Lasker-Schüler, από τη δεύτερή της συλλογή Der Siebente Tag (Η Έβδομη Μέρα), 1905, ανιχνεύεται μια πρώτο-εξπρεσιονιστική οπτική, καθώς πρώιμα δείγματα εξπρεσιονιστικών τάσεων διαπιστώνονται αντίστοιχα στη μουσική, σε έργα του Arnold Schönberg και του Alban Berg, ή στη ζωγραφική, ιδιαίτερα στα πορτραίτα του Richard Gerstl.


Το Τέλος του Κόσμου

Στον κόσμο αντηχεί ένας λυγμός,
θαρρείς πως πέθανε ο Θεός,
και μολυβένια απλώνεται σκιά
που σαν τάφος είναι βαριά.

Έλα, πιο κοντά να κρυφτούμε…
στις καρδιές μας βρίσκεται η ζωή,
όπως στα φέρετρα η σιωπή.

Εσύ! Ποθούμε θερμά να φιληθούμε-
τον κόσμο μια λαχτάρα κινεί,
που στον θάνατο μας οδηγεί.

Η Else Lasker-Schüler, γεννημένη το 1869 στο Βούππερταλ, μετά τον πρώτο της γάμο, το 1894, μετακομίζει στο Βερολίνο. Ασχολείται με την ποίηση από το 1899 και δημοσιεύει την πρώτη της συλλογή Styx το 1902. Ακολουθούν δημοσιεύσεις θεατρικών έργων και πρόζας, ενώ το 1911 με την ποιητική συλλογή Meine Wunder (Τα Θαύματά μου) αναγνωρίζεται ως η κορυφαία λυρική ποιήτρια του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Εκκεντρική φιγούρα της αβάν γκαρντ καλλιτεχνικής σκηνής του Βερολίνου, σκιτσογράφος και χαράκτρια, πέρασε όλη της τη ζωή μέσα στη φτώχεια. Μετά από δυο διαζύγια και ένα βαρύ καταθλιπτικό επεισόδιο εξαιτίας του θανάτου του γιού της, εγκαταλείπει το 1932 τη Γερμανία και εγκαθίσταται στη Ζυρίχη. Οι διαρκείς απειλές από το ναζιστικό καθεστώς την αναγκάζουν να μετακινείται συνέχεια. Από το 1937 ζει μόνιμα πλέον στην Ιερουσαλήμ όπου πέθανε το 1945.
Ο δυτικός πολιτισμός φαίνεται πως είχε φτάσει σε μια ασυνήθιστα κρίσιμη καμπή στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, λίγο πριν ριχτεί στο έρεβος του πολέμου και της επανάστασης. Οι εξπρεσιονιστές καλλιτέχνες της Βιέννης και του Βερολίνου ζούσαν μες στο πετσί τους την παρακμή της μεσαίας τάξης, την κατάρρευση κάθε βεβαιότητας, την έλλειψη κάθε λογικής συνοχής στην ανθρώπινη συμπεριφορά και την πιθανότητα εμφάνισης κάθε απρόβλεπτης κτηνωδίας. Συγγραφείς, όπως μεταξύ άλλων ο Thomas Mann και ο Robert Musil, βυθομέτρησαν την κοινωνία εκείνης της περιόδου, συνδέοντας την ηθική και ψυχολογική αποσάθρωση του ατόμου με τη νοσηρή κατάσταση που επικράτησε στην Ευρώπη – ειδικά μετά την Μαροκινή Κρίση του 1905 – και αφήνοντας στα έργα τους ευδιάκριτη την απειλή μιας επερχόμενης καταστροφής. Έχοντας την πολυτέλεια να κρίνουμε εκ των υστέρων, δυστυχώς είχαν δίκιο! Κάποιοι από αυτούς αυτοκτόνησαν, άλλοι σκοτώθηκαν στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου. Οι τελευταίοι εναπομείναντες εξπρεσιονιστές εκδιώχθηκαν από τους ναζί, με τη δικαιολογία ότι υπηρετούσαν μια «ανύπαρκτη τέχνη», ενώ ορισμένοι ασπάστηκαν το ναζισμό, όπως ο ποιητής Gottfried Benn, που μνημονεύεται μάλιστα στο Ονειρικό Τραγούδι αρ. 53 του John Berryman.
Νέες εκφραστικές δυνατότητες, για να αποδοθούν οι διακυμάνσεις του ατομικού ψυχισμού, αναζήτησε επίμονα το κίνημα του υπερρεαλισμού λίγο αργότερα. Το όνειρο που φιλοδοξούσε να γίνει μια αξεπέραστη πραγματικότητα, έμοιαζε να είναι το μοναδικό καταφύγιο της καταπιεσμένης μέχρι συντριβής ατομικότητας, όπως με ευαισθησία το συλλαμβάνει ο λυρικός ψίθυρος της Else Lasker-Schüler.


Σιωπηλά σε ονειρεύομαι

Την αυγή αντικρίζω πονεμένα χρώματα
που την ψυχή σου θυμίζουν.

Ω, να σε σκέφτομαι θέλω,
μάτια θλιμμένα λάμπουν παντού.

Εγώ σου μιλούσα γιʼ αστέρια γίγαντες,
μα συ κοιτούσες κάτω στη γη.

Νύχτες πλανεύουν τη σκέψη μου,
πια δεν ξέρω που να σταθώ.

Σιωπηλά σε ονειρεύομαι,
τα μάτια μου κρύβει μετάξι λευκό.

Γιατί δεν άφησες
για χάρη μου τούτη τη γη;

(1917)

Άλλοτε πάλι η φωνή της ποιήτριας καταφέρνει να αποδώσει γεγονότα που ξεγλιστρούν από τον χρόνο και τη λογική, με μια ακραία αίσθηση αποξένωσης και δυσβάσταχτης απώλειας. Τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής μπορεί από τη μια να επέτρεπαν στην αστική τάξη κάθε δυνατή ενασχόληση, από την άλλη όμως απαιτούσαν την προσαρμογή στην άπληστη και αλαζονική υλιστική ηθική, σύμφωνα με το πνεύμα του κοινωνικού δαρβινισμού εκείνης της περιόδου. Διέξοδοι; Ίσως στην τέχνη και στο όνειρο, στην ουτοπία ενός προσωπικού ή κοινωνικού οράματος, στην αναζήτηση της περιπέτειας, ή ακόμη και στο λήθαργο.


Κοιμάται τώρα η ψυχή μου

Η θύελλα σώριασε δέντρα,
Ω, δάσος που ήταν η ψυχή μου.

Το κλάμα μου το άκουσες;
Αφού ορθάνοιχτα είναι τα μάτια σου.
Αστέρια σπέρνουν τη νύχτα
Στο χυμένο μου αίμα.

Κοιμάται τώρα η ψυχή μου
Διστακτική στʼ ακροδάχτυλα.

Ω, δάσος που ήταν η ψυχή μου.
Στην σκιά των δέντρων,
Η αγάπη κρεμόταν από κλαδιά.
Παρηγοριά της ψυχής μου ο ύπνος.

(1911)

Η διάθεση παρακμής και η αίσθηση του επικείμενου τέλους γίνονται ακόμη πιο έντονες στο ποίημα του πρόωρα χαμένου Georg Heym «Πόλεμος», 1911. Μέσα σε ένα αστικό τοπίο που προκαλεί απόγνωση και τρόμο, ο θεός του πολέμου «από ύπνο βαθύ ξυπνά / κι απʼ τον τάφο του χυμά / πελώριος κι άγνωστος μες το λυκόφως στέκει / του φεγγαριού συντρίμμια στο μαύρο χέρι του έχει». Σε ένα άλλο του ποίημα, «Ο Θεός της Πόλης», 1910, ο βιβλικός πρίγκιπας της κόλασης Βάαλ ορθώνει το ανάστημά του πάνω από τα καμπαναριά μιας πόλης, λίγο πριν την διαλύσει. Αισθητικά παραδείγματα σύγχυσης και ολέθρου συναντάμε επίσης στη ζωγραφική, σε πίνακες της σειράς «Αποκαλυπτικά Τοπία» του Ludwig Meidner, ή στην ποίηση του August Stramm, όπου επιχειρείται η άρση κάθε γνωστής στιχουργικής σύμβασης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τοποθετείται το πρώτο εξπρεσιονιστικό θεατρικό έργο «Δολοφόνος, Ελπίδα των Γυναικών» του ζωγράφου Oskar Kokoschka, το οποίο ανέβηκε το 1909 στη Βιέννη. Οι ιταλοί φουτουριστές θα υιοθετήσουν ακόμη πιο ακραίες προοπτικές, με το να γίνουν υμνητές του πολέμου, εκδηλώνοντας ξεκάθαρα την ανησυχία τους ότι ο αστικός πολιτισμός έχει πλέον ανεπανόρθωτα ατροφήσει και μόνο η βίαιη ανατροπή του μπορεί να εγγυηθεί την έλευση μιας νέας εποχής.
Μερικά χρόνια αργότερα, μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, ο ομώνυμος ήρωας από το θεατρικό έργο του εικοσάχρονου τότε Bertolt Brecht «Βάαλ», 1918, είναι ένας νεαρός αμοραλιστής ποιητής, αηδιασμένος από τη ζωή στην πόλη, που σταδιακά οδηγείται σε σεξουαλικές παρεκκλίσεις, ακόμη και στο έγκλημα. Ο εκφυλισμός και οι μηχανικές συνήθειες της αστικής ζωής οδήγησαν κάποιους λογοτέχνες στην τρέλα και στον πρόωρο θάνατο, όπως συνέβη με τον βερολινέζο Jakob van Hoddis. Στο ποίημά του «Το Τέλος του Κόσμου», 1910, ηχεί ένας καινούριος τόνος σκοτεινού κυνισμού: «έφτασε η θύελλα, αγριεμένες θάλασσες χορεύουν / στη στεριά, και τα πελώρια φράγματα συντρίβονται / με το συνάχι τους οι άνθρωποι παλεύουν / από γέφυρες σιδηρόδρομοι γκρεμίζονται». Από μια μοιραία σύμπτωση, πρωταγωνιστές σε τέτοια σενάρια καταστροφής γίνονται ενίοτε οι ίδιοι οι εμπνευστές τους, που στο τέλος συντρίβονται και αυτοί. Ο παιγνιώδης μηδενισμός που εμφανίζεται τότε, θα αποτελέσει στο εξής συνθήκη της νεωτερικότητας, ενώ το αγωνιώδες ερώτημα επανέρχεται διαρκώς: συμφιλίωση ή συντριβή; Η Else Lasker- Schüler απαντά εδώ με εξαίρετους στίχους σε μια από τις «Εβραϊκές Μπαλάντες», 1912, «μην ξεχωρίζεις την καρδιά σου απʼ τη δικιά μου / το αίμα σου βάφει πάντα κόκκινα τα μάγουλά μου».
Ο εξπρεσιονισμός, συγκροτημένος μέσα από περιοδικά, όπως Der Sturm (Η Θύελλα), Die Aktion (Η Δράση), Die Weissen Blätter (Τα Λευκά Φύλλα) κ.α. , κατεχόταν από έναν έντονο οραματισμό, με συχνή χρήση προτροπών και επικλήσεων, διατηρώντας μέσα από ένα διάχυτο θρησκευτικό συναίσθημα το μυστικισμό του εγώ. Το συμβολιστικό ιδίωμα, όπως είχε ήδη καθοριστεί τον 19ο αιώνα από τους Γάλλους, και ο νιτσεϊκός πεσιμισμός επέδρασαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της γερμανόφωνης ποίησης των αρχών του 20ου αιώνα, η οποία συνέχισε να αντλεί από τη ρομαντική παράδοση του Märchen (παραμύθι), αντίθετα από τους υπερρεαλιστές που στράφηκαν περισσότερο σε ψυχολογικές εμμονές και φαντασιακούς κόσμους. Μπορεί ο ντανταϊσμός να ήταν μια ωμή έκφραση αηδίας απέναντι στους πολιτιστικούς και κοινωνικούς θεσμούς μιας εποχής παρακμής, σίγουρα όμως με τέτοιες μηδενιστικές τακτικές αναζητήθηκαν νέες βάσεις για το ευρωπαϊκό πολιτιστικό εποικοδόμημα. Ίσως πουθενά αλλού δεν είναι τόσο εμφανής η απαισιοδοξία και η ηττοπάθεια κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου όσο στο μνημειώδες έργο του Oswald Spengler «Η Παρακμή της Δύσης», 1918-1922. Ίσως πάλι να μην είναι τυχαίο το γεγονός ότι σε διαμέρισμα δίπλα ακριβώς στο Cabaret Voltaire στη Ζυρίχη, τον τόπο συνάντησης των ντανταϊστών, ο Βλαδίμηρος Λένιν κατέστρωνε τα σχέδιά του για τη Ρωσική Επανάσταση. Παρότι ο Georg Lukács θεώρησε τους γερμανούς εξπρεσιονιστές απαισιόδοξους και μοιρολάτρες, έχοντας στην ουσία προσφέρει μια χαοτική και ακατάληπτη εικόνα για τον κόσμο, βέβαιο είναι ότι ο εξπρεσιονισμός, μαζί με τα υπόλοιπα ρεύματα της Ευρωπαϊκής Πρωτοπορίας, άνοιξε νέους ορίζοντες στην τέχνη, που ούτε να προβλέψει μπορούσε κανείς, ούτε καν να υποψιαστεί στην αυγή του 20ου αιώνα.