ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΟ
Παρούσα και η Αμμόχωστος
Βυθισμένο ξενοδοχείο κι εκκλησιά στην παραλία του ʼ59
Εικονίτσα και συνείδηση χωριστά σε κάθε δάκρυ παιδικό των Χριστουγέννων του ʼ63
Ζωή σκορπισμένη στο φόβο των αναχωμάτων του ʼ74
Ψηφιακή φωτογραφία διχοτομημένων ίσκιων
Με e-mails τώρα χάριν αμερικανικών servers
Της ρακένδυτης υπόληψής μας έποικος
Η τουρκάλα
Και η απουσία συσκευής τηλεφώνου
Η Αμμόχωστος παραμένει η ίδια
Κάμπτεται η νοητική ακινησία ενός κατοίκου της, Έλληνα εργάτη, απʼ του διωγμού τον πόνο,
ίδια, όσες μεταβολές κι αν υποστεί
Στη φυσική της ερημία η πόλη
Γάτες και φως δειλινού και χωνεμένες αυτοκρατορίες
Τέσσερις πόλεις σε μία και με ιπτάμενα αόρατα Νεκροταφεία
ΝΕΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΑΒΒΑΤΟΥ, 24 ΜΑΪΟΥ 2003 ΣΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΤΗΝ ΠΟΛΗ Έννοια είναι καθολική παράστασις
Περιλαμβάνουσα τα κύρια γνωρίσματα
Ενός ή πλειόνων αντικειμένων ομοειδών
Διά των οποίων γνωρισμάτων εκφράζεται
Η ουσία αυτών των αντικειμένων
Όταν δια μέσου της φιλοσοφικής παιδείας
Προσεγγίζεται η καλλιέργεια κριτικής σκέψης
Κατανοείται η λογική
Και αξιολογική δομή της γλώσσας
Όταν η φύση πάντες ομοίως μας έσπειρε και βάρβαρους και Έλληνες
Όταν
ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΣΤΕΓΕΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
Καρτερικά στον πέμπτο όροφο ο Βινσέντ
Δαγκερογραφίες μηχανεύεται
Στυφά στον ουρανίσκο
Λευκωσιάτικα ερείπια
Δίπλα ο Θεόφιλος συλλέγει
Κιτρινισμένες ιαχές και
Καθαρόαιμα σύμβολα
Στέγες βομβαρδισμένες μεσʼ το κενό του χρόνου
Στο μίσχο τʼ ουρανού
Βουλιάζουν μιναρέδες και καμπαναριά
Οι ΟΗΕδες του Σοστακόβιτς
Με βιολιά και κοντραμπάσα αόρατα
Περιπατητές χαρούμενοι
Στο Μακρύδρομο μετʼ εμποδίων
Χωρίς μάσκες οι σκοτωμένοι
Συντυχάννουν Ρωμιοί και Τούρκοι
Απουσία αποπνέουν
Πάλι πίσω από κάμερες και φλας
περικυκλωμένοι ψηφιακά
Στα μάτια μας κοιτούν
Τώρα η μόνη καταληπτή
Η γλώσσα των καταναλωτών
Ένας αγνοούμενος έρωτας
Αναδύεται από τʼ ανάγλυφα του πόνου
Οι ζωντανοί χωρίς ταξιδιωτικούς οδηγούς πια
Διασταυρώνουν ανέγνοιαστοι ομαδικούς τάφους
Χάνουν το ταξίδι της βαθιάς ζωής
Η χλωμή πόλη μας
Ανεμίζει σʼ ένα χαμόγελο κατάρτι
Βράδυ εκτινάχτηκαν
Οι «αντικειμενικές αξίες» των χαρακωμάτων
Σʼ αυτές τις αποναρκοθετημένες μέρες
Ελεύθερα τις μνήμες
Ροκανίζουν
Ασπάλακες
Στα φωτισμένα πατώματα
Οι γιάπηδες Λευκωσία, 8.4.08
«Η Κρίση της Ποιήσεως».
Λιθογραφία Ανώνυμου.
Αρχές 21ου αιώνα.
Συλλογή Mr W.W.W. Poiein. Αθήνα
η δύσμοιρη γυναίκα του Λοτ
(όλοι το ξέρουν στην αναθεμα-
¬ τισμένη ιστοσελίδα σας)
πισωγύρισε
καθότι κουβαλούσε εντός της
σε μαρμαρυγή
την Πόλη του Φωτός και της Ποιήσεως
πεζοπόρος ελπίδων σε ψευδώνυμη εποχή
η γυναίκα η έρμη του Λοτ
(μετανάστις ήτο
μήτε νερό μήτε ψωμί μήτε χαρτιά να δείξει)
μάρμαρο γίνηκε σταυρού
μνήμα πνιγμένου κοριτσιού
η γυναίκα του Λοτ
(απʼ την Οντέσσα πόρνη ή ποιήτρια;)
τότε μαρμάρωσε σαν είδε
του Θεού τον τεράστιο φαλλό
ρομφαία θανάτου
στο χάσμα πʼ άνοιξε
στη γη και κλει ανθούς
και πίκρες
η γυναίκα του Λοτ στα ξένα
γερνάει σφουγγαρίζοντας
τις τρελές αυταπάτες σας
ΑΤΕΛΗΣ ΜΑΪΟΣ ΜΕΤΑ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΩΝ
επειδή ο καιρός περνάει ανεπούλωτος μούλος
επειδή οι εγγράμματοι έχουν πονόλαιμο
επειδή η αριστερή κυβέρνηση πάει δεξιά
επειδή η δεξιά αντιπολίτευση πάει αριστερά
επειδή η σιωπηρά πλειοψηφία νιώθει να απειλείται η φυλή
επειδή η φυλή έγινε αόρατη όπως πάντα επέπρωτο
επειδή η γλώσσα έγινε ξεχασμένο αηδόνι
επειδή η θρησκεία παρασκευάζει όπιο προς τους πονεμένους
επειδή σκοτεινοί ξένοι μοιράζουν οφφίκια και αντηλιακές κρέμες
λέω ναι! σε κάθε πούλημα
λέω ναι! σε κάθε άνοιγμα παραθύρου
λέω ναι! σε κάθε φόνο της αναγκαιότητας
επειδή ο καιρός διαβαίνει πάνω στον αραμπά
επειδή ο πόνος μοιράζει φωτοτυπίες πόνου
επειδή το ψεύδος λαμβάνει τα μέτρα του και άδειες εγκυμοσύνης
Καρδιναλισμός ή απορία
Σαν γράμματα ερωτικά προς την Παρηκμασμένη
στίχοι δανδήδες
Καπνιστές στις μπυραρίες της Νιcosiaς
Ξέρω έναν ποιητή που προσπερνά πέτρες
κόκαλα ρίζες Φοβάται,τάχα, τον θεό
και τις εσοχές εξουσίας
και σα μπαίνει με δαγκωμένη γλώσσα
όπως Ανθολογία μόλις διακρίνεται
πίσω από καλαμιές
στο βάλτο των φιλοσοφικών αξιώσεων
Συνομιλεί με το ξεραμένο
μπαμπού της ειρηνικής συνύπαρξης
Σουλατσάρει κει στη γωνιά Ερημίας και Ρηγαίνης
Διχοτομείται σαν Κύπρος ανάσκελα
Ξημερωμένος από υπερβολική
για μετανάστης σουδανός
στην ερημική Πλατεία Ελευθερίας
– πρώην Ιωάννου Μεταξά, παρακαλώ!
Τη υπερμάχω αληθεία γονυκλινής
Δεν έχει όλων των γενεών επίγνωση ότι
ρέει μέσα στην ποίηση της
γέννας της Γέενας της Γαίας
Μικρός πετροβολητής διακοσμούσε μαντζουράνες
στο σχολικό κήπο «πάντα με πράξεις
γράφεται το ποίημα των Καιρών»
Τώρα το ξέχασε όπως μια μαύρη γάτα
προσπερνά τη μαύρη επέτειο
υποχωρώντας στην υποχρέωση











Με όλο το σεβασμό, κύριε Μίχο, η μόνη ποιητική κατάσταση που ‘ασθμαίνω’ στα ποιήματα του Γιωργή Σαρακηνού είναι αυτή του παρακάτω…
ΤΡΙΠΤΥΧΟ του Νίκου Καρούζου
Η γραπτή ποίηση
σωριάστηκε στο στήθος μου
σαν ένα τίποτα.
Πράγματι, κύριε Μίχο δε μας εγείρονται τα ίδια πράγματα. Ούτε εγώ διαφωνώ με εσάς.