μμχν
υπάρχει ένα άδειο σπίτι στη φυλής
και στο υπόγειο του
ένα υπέροχο πτώμα
με χάλκινο μουσικό δέρμα
άκαμπτα αυστηρά μέλη
και ένα λουλούδι
που φύτρωσε το σεπτέμβρη στον αφαλό του
και έκτοτε μεγαλώνει
και κάθε τόσο
το πτώμα γελάει
και το λουλούδι
εκκρίνει αέρια
και χιλιάδες αόρατους σπόρους
και μαζευονται κάθε σάββατο
τα νέα παιδιά
με τα γελαστά μάτια
και τα γλυκά χείλη
μαζεύονται γύρω απʼτο πτώμα
και ρουφάνε τις εκκρίσεις
γελώντας/αχόρταγα
και φεύγουμε
με την άτυπη υπόσχεση
πως δε θα σταματήσουμε
ποτέ να ξαναβρισκόμαστε
bouncing ball
ναι λοιπόν δεν θα περπατήσουμε ποτέ μαζί
να σου δείξω στο ρουφ
τα Ι Χ Θ Υ Σ – ΞΕΚΩΛΙΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΑΠΙΣΤΟΥΣ
πλάι στους ανάποδους σταυρούς
και τα καντήλια που μυρίζουν
σκυλοτροφή και μίσος
και στον προαστιακό τα μαύρα τρένα
που έρχονται διακριτικά μετά τα μεσάνυχτα
γεμάτα πτώματα που ψιθυρίζουν τραγουδάκια
που αν κλέψεις καμιά ματιά
θα δείς ράμματα στο στήθος
κι αν ρωτήσεις μερικοί θα σου πούν δεν είναι μύθος
ότι μέσα τους έχουν χώσει
τη νέα μαύρη πρέζα σε πακετάκια
και:
δε θα μας δείς να πίνουμε
τσιγαρόζουμο και να χαμογελάμε
στις γόπες που επιπλέουν
να κλέβουμε λάδι απʼτις εκκλησίες
για να τηγανίσουμε
βουντού κοτόπουλα μαζί με τα φτερά τους
το γκουρμέ της κινέττας είναι
σατανισμός στην παλλήνη μέχρι
τους καννίβαλους στο πικέρμι που
τρώνε γύφτους στο μενίδι που
πουλάνε όπλα στους ρουμάνους που
δίνουν γυναίκες στους πατεράδες μας που
τους βαρεθήκαμε και:
γιαυτό/δε θα μας δείς
να στήνουμε οδοφράγματα περιμετρικά
και ζαλισμένοι και οκλαδόν και ζόμπι
να φυλάμε την έξοδο
μη τυχόν βγεί κανείς
όσο στατικά ραδιόφωνα κι επιθυμίες ναπάλμ
καίνε το χάρτη αλλά όχι την αθήνα
σκληρά κουμπιά
γιατί κλαίει / η ροζ κοπέλα / με τόση δύναμη / στην άκρη της πλατείας / καθιστή στο παγκάκι / όπου χτες τη νύχτα / ανακουφίστηκε / ένας γέρος
γιατί φτύνει / ροζ σάλιο / στα πλακάκια; γιατί βρήκε / στο παγωτό της / τρία δόντια
δες τον γραφιά / χαμογελάει / στον πέρση αντάρτη / που του σέρβιρε / καυτό καφέ / ήπιε μια γουλιά / και άρχισε να βήχει / σχεδόν πνίγηκε / ώσπου στο τέλος / έχωσε στο λαιμό του / βαθιά ένα δάχτυλο / και τράβηξε μια τρίχα / την κοίταξε προσεκτικά / ιρίδιζε / με όλα τα χρώματα / τέλειωσε τον καφέ του / και έφυγε γελώντας
είχα ξεχάσει / τι σημαίνει δύναμη / μέχρι που είδα / το κουτσό παιδί / να ψάχνει στην πλατεία / τα ξημερώματα / πατώντας σύριγγες / να βρίσκει στο χώμα / τρία δόντια / τα έκανε κολιέ / και έφυγε προς τα κάτω / κουτσαίνοντας / παντοδύναμο
πες μου πάλι / για τον ρώσο / που έζεχνε βότκα / απέναντι σου / στο τρένο / πώς ανέβηκε / στο λόφο / άναψε ένα σπίρτο / χαμογέλασε / και κάηκε εκεί που στεκόταν / κι εσύ / μάζεψες τη στάχτη / την έκανες τσάι / μου το σέρβιρες / και από τότε είμαστε μαζί / φλογισμένοι / αχώριστοι
σε ψάχνω / από μπαρ σε μπαρ / στα πιο δυνατά μπάσα / στα χειρότερα ηχεία / σε κερνάω τζιν-τεκίλα-βότκα λεμόνι / σε ακολουθώ / μέχρι την τουαλέτα / γονατίζω μαζί σου σου / σου βάζω δάχτυλο / βουτάω το χέρι μου / στη λεκάνη / και παίρνω το μαργαριτάρι / που κοιμόταν / στο στομάχι σου / γλυκό μου όστρακο / νίκησα
η κόρη μου / ύστερα από δέκα χρόνια / και αμέτρητους άντρες / θαυμάζει / το εσωτερικό της κατάψυξης: / παγωτά-αρακάς-παγοθήκες-μπουκαλάκια με το άγιο λευκό υγρό / μια μέρα / η κόρη μου θα γίνει μητέρα / μιας δυναστείας.
εποικοδόμημα
τους έβλεπα να γλυκαίνονται και να λιώνουν
στην πυλωτή στη βάση του ουρανοξύστη
εικοσιτόσοι όροφοι και μόνο κάτι άρρωστα φώτα
να θυμίζουν ότι κάτι κινείται εκεί μέσα κάτι ζεί
ήθελα να τους πώ δε πειράζει που είστε αφανείς είστε οι αγαπημένοι μου ερωτευμένοι
μια μέρα θα γίνω σαν εσάς θα ερωτεύομαι δίπλα στο τσιμέντο
και θα φυτρώνουν νέα είδη λουλουδιών απʼτα γκραφίτι εκεί που ακουμπάμε τις ιδρωμένες πλάτες μας το καλοκαίρι
SILDI GANSTA FFKʼS
ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΠΟΥΣΤΑΡΑ
ΠΑΤΗΣΙΑ ΓΚΕΤΟ – ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΤΟ
σε τι όμορφους κήπους παίζουμε
και πού είναι ο απαγορευμένος σας καρπός και πού είναι το φίδι;
κάποιος είπε στον έναν ότι το κτίριο χτίστηκε στη χούντα
και μέσα μένουν κτήνη
και είναι το πιο ψηλό σε όοολη την αθήνα
τώρα μου λέει δεν είμαστε πια μαζί
και κάποιος έσβησε τα γκραφίτι
δε βρήκαμε ποτέ το μήλο μου είπε
και πήγε να κλάψει αλλά ντράπηκε
της είπα για το κτίριο μου εκμυστηρεύτηκε
και έφυγε δε θα ξαναγυρίσει πια
και απ΄ό,τι μαθαίνω έπαψε να κοιμάται
τουλάχιστον αν δεν κοιμάται
ε γιάννη; μου με είπε νόημα
αν δεν κοιμάται τότε επίσης
δε ξυπνάει χωρίς εμένα δίπλα της
ημ. γενν. 2/10/1990
τόπος διαμονής κάτω πατήσια, αθήνα
αγγλική φιλολογία στο καποδιστριακό
προβλήματα τόσο με τον αυτο- όσο και τον ετεροπροσδιορισμό











Κύριε Γιάννη Γαλιάτσο,
υπάρχει ένα άδειο σπίτι στη Φυλής και στο υπόγειο του
ένας ολόκληρος κόσμος γεμάτος αισθήσεις.
Μορφές συνείδησης, μηχανικής όρασης, χρωματισμένου έρωτα, πόνου και σκέψης. Εικόνες που χαράζουν τον ψυχικό κόσμο του αναγνώστη χαρίζοντας του τον κόσμο του δικού σας υπογείου.
Όλα αυτά σε έναν ελεύθερο στίχο που έχει ροή στην ανάγνωση.
Καλή συνέχεια.
Que nadie sepa mi sufrir
ή εάν προτιμάτε
Επαναστάτης χωρίς αιτια
Τυρταίε σταματήστε επιτέλους τον παραλογισμό και κυρίως τα εύκολα συμπεράσματα. Μέσα από
4 ποιήματα δεν παίρνεις θέση για ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητας και της κοσμοθεωρίας του άλλου.
Ο Γιάννης είναι ένας πολύ καλός ποιητής, αν θέλει ο ίδιος να λέγεται έτσι, και η ποίηση του περιέχει έναν ολοζώντανο κόσμο που αυτή τη στιγμή επιβιώνει και δημιουργεί σχέσεις ακριβώς μπροστά σου. Κινείται. Όποιος κυκλοφορεί στην Αθήνα, οι εικόνες του είναι οικείες, και παραπέρα όποιος βιώνει την αφόρητη παρακμή της, μια παρακμή ερωτική και οριακή, μπορεί να καταλάβει για τί μας μιλάνε τα ποιήματα.
Ο Γιάννης έχει πολλά ευφυέστατα κείμενα. Γι’ αυτήν την ανάρτηση επέλεξε ορισμένα ποιήματα, προφανώς πιο αντιπροσωπευτικά της χροιάς στην οποία θέλει να δώσει έμφαση. Και καλά κάνει, γιατί πράγματι είναι εντοπίσιμα στο χώρο και το χρόνο και το γεγονός μάλιστα πως είναι εντοπίσιμα στο αυστηρό παρόν, τα καθιστά συγκινητικά. Ακόμα κι αν δεν αρέσει σε όλους, που δεν μπορεί να αρέσει, είναι αναμφισβήτητα κάτι ξεχωριστό.
Φυσικά και δεν έχει ιεραποστολικές διαθέσεις. Η ποίηση ενός δεν σε καλύπτει ολόπλευρα, γι΄αυτό και έχουμε την ελευθερία να προστρέχουμε σε διαφορετικό κάθε φορά ποιητή και ποιητικό κόσμο.
Αν και το βέβαιο είναι πως η ποίηση του ενοχλεί. Και ειδικά τους ανυποψίαστους κατοίκους των προαστίων.
Του ευχόμαστε καλή συνέχεια.
Είχα διαβάσει σε κάποιο forum το bouncing ball και το λάτρεψα.
Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι ζω κι εγώ σε αυτό το περιβάλλον, σε αυτήν την πόλη, όπως τη φωτογραφίζει το βλέμμα του κυρίου Γαλιάτσου. Και τη βρίσκω γοητευτική.
Εύχομαι να ανακαλύψω κάποτε ότι ζουν κι άλλοι εδώ.
Ωραία υπόδειξη ο Μπασκιά, κύριε Μίχο.
Σας βρίσκω γεμάτο αγάπη, Τυρταίε.
δεν είναι τα ποιήματα που ενόχλησαν τον τυρταίο.είναι η ηλικία του γιάννη γαλιάτσου.άλλωστε έχει εκφραστεί έτσι και σε παρελθόντες αναρτήσεις παιδιών της ηλικίας του γαλιάτσου.έχει πλάκα ο τυρταίος.
για τα ποιήματα τώρα, προσωπικά τα βρίσκω μια χαρά.είναι στον δρόμο ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε κάτι πολύ καλύτερο στο μέλλον.
Όμορφα τα ποιήματα του συναδέλφου.
Καλή συνέχεια εύχομαι 🙂
Αγαπητή Λαμπραιώ
Σου απαντώ γιατί σε εκτιμώ βαθιά.
Σίγουρα παρερμήνευσες την πρόθεση μου
α) αγνοώντας την Ισπανική β) ασφαλώς
δεν έχεις δει την ομώνυμη ταινία !!
Η θέση που παίρνω για τον κ.
Καλκούνο άκρως αγαπητική .
Φίλε μου Παναγιώτη να είσαι σίγουρος
πως ξεχειλίζω από αγάπη και μάλιστα
για τα νέα παιδιά . (ελπίζω να στερείται
ειρωνείας η κατάθεση σου )
Διάβασα τα ποιήματα του Γιάννη Γαλιάτσου και έμεινα με μια ασχήμια στην ψυχή.
Αν και διαφαίνεται χάρισμα (για τα δεδομένα της ηλικίας), αυτό πνίγεται μες στο σκοτάδι και την ασχήμια.
Μια συμβουλή, εάν τη δέχεστε.
Κάντε μια προσπάθεια προς την κατεύθυνση του να λύσετε τα προβλήματα που αναφέρετε στο βιογραφικό σας. Μην τα παρουσιάζετε σαν τις δάφνες σας.
Με το τάλαντο που διαθέτετε θα δείτε καλύτερα αποτελέσματα.
Περιμένουμε και επόμενες δημοσιεύσεις σας στο Ποιείν.
Στο σχόλιο # 8 σαφώς αναφέρομαι
στον κ. Γαλιάτσο