«ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΤΥΕΙΝ»

Λησμόνησε τους δρόμους της βροχής
το περιστέρι.

Φωνές αρσενικών,
χρυσές ματιές
– λαμπρές δικαιολογίες.

Όμως και στα μαλλιά
και μες στα μάτια μου
πλανιούνται στην αναμονή
τα μυστικά.

Αναμονή χωρίς
«Απαγορεύεται το πτύει»
ή
«Αναχωρεί το τρένο των επτά»
και στο βαγόνι πάλι
απαγορεύεται κι απαγορεύεται το πτύειν;

Το πιο σπουδαίο πράγματι
σχόλιο των τοπίων.

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΛΕΙΠΑ

Σαν επιστρέφω αργά στην κάμαρά μου,
ομίχλη φόβου πάντα με τυλίγει.
Όργια, λες, έγιναν θεία,
τότε που έλειπα στους δρόμους.

Κομμένα γόνατα – δεμένα χέρια
ξορκίζω τους καθρέφτες και θολώνουν.

Κάτι έχουν δει
κάτι έχουν δει και που δε λέει
να πάρει τέλος, Θε μου.

Πια δε βαστώ.
Εδώ και χρόνια μες στα χέρια του με πλάθει.

ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ

Κάθε φορά που τρίζει η σκάλα μας,
«λες να ΄ναι αυτοί επιτέλους;» σκέφτομαι,
κι ύστερα φεύγω και με τις ώρες
κατακίτρινα ζωγραφίζω ηλιοτρόπια.

Όμως αύριο ώσπου να ξεχαστώ,
στην αίθουσα αναμονής το τρένο
απ΄ την Κρακόβια θα περιμένω.

Κι αργά τη νύχτα, όταν ίσως κατεβούν
ωχροί, σφίγγοντας τα δόντια
«αργήσατε τόσο να μου γράψετε»
θα κάνω δήθεν αδιάφορα.

Μ΄ ΑΣΠΡΗ ΜΟΥΣΑΜΑΔΙΑ
ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Στου καφενείου τα τζάμια
που έγλυφε η βροχή
σ΄ αναπολούσε η ψυχή μου
περιμένοντας:

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
έτσι σαν ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

Έλα,
και τα τσιγάρα ένα ένα τέλειωσαν,
κι η ώρα πέρασε πολύ μαζί με τη βροχή.
Του κόσμου τούτου η ερημιά,
που εσένα δε σ΄ αγγίζει,
έρχεται.

Κι απόψε δε θα κοιμηθώ,
κι όπως θα μυρμηγκιάζουνε τα΄ άπειρα δευτερόλεφτα
πότε η βροχή θα με κυκλώνει
και πότε απ΄ την καρδιά
το είδωλό σου θα ξανάρχεται.

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
λευκό ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

ΚΑΙ ΧΘΕΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Μικρές οι νύχτες τώρα το καλοκαίρι
οι φίλοι πάντα λίγοι κι ο έρωτας,
που εκτός αυτού δεν είναι πια για μας.

Διάβασμα μέχρι αργά μορφές
που κλείστηκαν νωρίς μες στα ρομάντζα.
Ήρθε κρυφά και χθες τη νύχτα
η Φράνση Νόλαν από το Μπρούκλιν.

Όμως συγκρατήθηκα πάλι
και μόνο σαν πήρε να σβήνει:

«Φράνση, ψιθύρισα, Φράνση,
έλα επιτέλους και στη ζωή μου.
Σε περιμένω τόσα χρόνια
και σε φαντάζομαι επίμονα.
Φράνση, έχασα πια την επαφή μου
με τις ματιές και τις καρδιές των ανθρώπων».


ΙΣΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΥΝΕΙ

Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ΄ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.

Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου.

Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.

ΤΟΝ ΜΑΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

Ο φόβος του θανάτου χάνει πάθος,
χάνει δύναμη, κάτω απ΄ τους νέους
αστερισμούς που πάλι φάνηκαν.

Τον Μάη που μας έρχεται
σας περιμένω.

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ

Τον ξέρετε μήπως τον Ρασκόλνικωφ;
Ευτυχισμένοι, ευτυχισμένοι εγώ
τυχαία τον γνώρισα στο δρόμο.

Ίσως τον συναντήσω κι απόψε
στα λευκά σοκάκια μας
να χτυπάει το κουδούνι πάλι
καμιάς ξύλινης πόρτας.

«Πως πάνε τα μαθήματα;» Το μόνο.
Και τίποτε, μα τίποτε,
για το λεπτό μας ζήτημα.

ΟΙ ΑΓΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΡΣΙΤΗ

Μόνο που κάποτε θυμήθηκε
ο Θερσίτης της Τροίας
το νέο φεγγάρι
κι ευχήθηκε με έκσταση
γυρνώντας στον Ιάκωβο:
«Όταν θ΄ απολυθώ …»

Και τότε οι Δώδεκα Θεοί
συγχρόνως χαμογέλασαν …

ΣΑΝ ΣΠΟΡΟΣ

Νιώθω σαν σπόρος αγκαθιού
με γαντζωμένο το κεντρί
στην αγκαθένια την καρδιά μου.

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ

Μπροστά μου σάλπιγγες
πίσω μου σάλπιγγες
κι η πολιτεία άσπρο άλογο
στη θάλασσα κατάστηθα.

Έρωτα όχι όμως
τουλάχιστο έναν μόδιο
για τη λυχνία αυτή της μοναξιάς.