ΜΙΚΡΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ
ΓΙΑ ΤΟΝ Κ. ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟ

Τʼ αργυρά μου σημαντήρια
εσημάναν εγερτήρια
λυτρωθείς απʼ του χάμου τα νικητήρια
πέφτει η πόλη στο σουλτάνο
κι εγώ πέφτω κατʼ απάνω
στα αιώνια της μνήμης κρατητήρια
Απʼ της πόλης τʼ αργαστήρια
της Βλαχέρνας τα μυστήρια
κι απʼ του Πάπα τα χοντρά χρηματιστήρια
πέφτω στις ειρκτές τις μαύρες
στην αθάλη και τις λαύρες
Αλειτούργητος χωρίς διαπιστευτήρια.

Από ύμνους και ψαλτήρια
μυρωδάτα θυμιατήρια
λυτρωθείσα των δεινών συλλυπητήρια
σʼ ένα κουστουμάκι μαύρο
ψάχνω στο σκοτάδι να ʽβρω
ιστορία τα λοιπά εξιλαστήρια.

ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Χθες αργά το βράδυ-βράδυ
δεκαπέντε κυνηγοί
σκαρφαλώσαν απʼ τον Άδη
κι ανεβήκανε στη γη.

Ήταν δέκα με τσιφτέδες
πέντε με μπροστογεμή
ψάξαν σπίτια και μπαξέδες
πιθαμή προς πιθαμή.

Τι γυρεύανε δεν ξέρω
μάνα μου όνειρο κι αυτό
να μη βρίσκεται ξημέρω-
μα να μπω και να κρυφτώ.

***

Στου σαλεμένου τις αυλές
φυτρώνουν άνθη απειλές
κι αυτός τα ξεφυλλίζει
κρατεί βελόνα τʼ ασημιού
κρατεί κλωστή του μπρισιμιού
και τα περαματίζει.

Φαίνει εκατόν οργιών χαλί
στης βουρλισμένης την αυλή
πηγαίνει και το στρώνει
όμορφα και πιτηδευτά
μη μαθευτούν τʼ αμάθευτα
και κρύβει την αγχόνη.

***

Απʼ του κουζουλού το σπίτι πέρασα μήπως τον δω
κι αυτός έσπρωξε το σύρτη και μου λέει δεν είμʼ εδώ
έχω βγει μια βόλτα έξω απʼ του νου μου το κουτί
να ρωτήσω να γυρέψω τι είνʼ αυτό το κάτι τι.

Έχω σχέδια και πλάνα κι έχω χάρτη στο χαρτί
και μια εμμονή πουτάνα να ζητά το κάτι τι
άναψα φωτιές και φώτα στου μυαλού μου τη γιορτή
να φωτίσω γεγονότα μήπως βρω το κάτι τι.

Πούναι έτσι είναι σαν σαν κάτι στρογγυλό ολίγον τι
και μυστήριο κομμάτι όπως κάθε κάτι τι
είναι σαν και λίγο κάπως και λιγάκι σαν γιατί
δίχως μήκος δίχως πλάτος ένα σκέτο κάτι τι.

Χθες αργά μες στο σκοτάδι πήγα κι έστησα αυτί
πάνω απʼ το βαθύ πηγάδι κι άκουσα το κάτι τι
κι όπως έσκυψα να πιάσω ήχους και νοήματα
κι έγειρα να του περάσω κάποια ερωτήματα

έπεσα τα πάνω κάτω μες στου πηγαδιού τον πάτο
και μου λέει καλωσήρθες και του λέω μπουρμπουλήθρες.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ
ΩΡΑΙΟΠΑΘΟΥΣ

Κόλλησε η πυξίδα-σβήστηκε ο φανός μου
κι έπεσα εντός μου-σώμα μου παγίδα
γύρισα και μʼ είδα-κι ήμουν ορφανός μου
Μʼ έπιασα απʼ το χέρι-κάθισα σιμά μου
με τʼ ομοίωμα μου-είμαι τώρα ταίρι
κάποιον που με ξέρει- κι έχει τʼ όνομά μου
Κι είπα να μʼ αρέσω- και να μʼ αγαπάω
εαυτέ μου πάω- όπου πας να πέσω
φόρεσα τα έσω- και τα περπατάω
Σκοτεινά θα βάλω-μαύρα θα φορέσω
για να μην αρέσω-σε κανέναν άλλον
μʼ έχω περιβάλλον-έξω μου και έσω

***

Ένʼ αεράκι μυστικό
μυριστικό μεθυστικό
με σήκωσε ένα βράδυ
και στης αυλής μου το βαθύ
το που πενθεί όποιον ποθεί
μʼ απίθωσε πηγάδι

κι άκουσα τη βαθειά πληγή
πούʼ καμε ο άνθρωπος στη γη
να μου παραπονιέται
δεν πήρα ένα ευχαριστώ
τι ʽν το νερό μου λιγοστό
κι αρνιέμαι όπου μʼ αρνιέται

μονάχα μια φασκομηλιά
πούχε φωνή πούχε μιλιά
στα βελουδένια φύλλα
τʼ άνυδρα και τα νηστικά
έσκυβε και μυριστικά
το μαύρο στόμα εφίλα.

***

Ήταν μια νύχτα μουχτερή-πού τρωγε ο λύκος το τυρί
κι η αλεπού τʼ απάκια-κι η γάτα με τον ποντικό
χόρευαν μπρος στο λαδικό-και παίζαν παλαμάκια

Μια νύχτα μαύρη και θολή-πού ʼδυσε στην ανατολή
κι ανέτειλε στη δύση-και βγαίνουνε τα παγανά
με τις τσαμπούνες στα βουνά-και κάναν ραβαΐσι

κι απάνω στο χοντρό χαμό-που σφάζανε τον πετεινό
κι είχαν τα μάγια δέσει-πέφτει χρωματιστή γριά
σαν λυπημένη αποκριά-στου θίασου τη μέση

κι έσυρε μια στριγγιά φωνή-που αναταράχτηκε η στιγμή
και σείστηκαν τα χρόνια-και σκόρπισαν με μπαταριές
σε δρόμους και περαταριές-της νύχτας τα τελώνια

Στου πηγαδιού το φιλιατρό-είδα σπετσέρη και γιατρό
να γράφουν τις ρετσέτες-και με τʼ ακόνια τα χρυσά
ένας παπάς μʼ έναν πασά-κονίζαν τις φαλτσέτες.

***

Από παιδί μικρό φοβάμαι το πικρό
το κουτάλι ξεσπαθώνω και στο μέλι το καρφώνω

Φοβάμαι τον μπουφέ που κρύβουν τον καφέ
τον αράθυμο αράπη που κλειδώνουν στο ντουλάπι
πούναι φαρμακερός βαρύς και βλοσυρός
και στη γεύση και στο χρώμα για το άμαθό μου στόμα

μα κλείνω στη στιγμή του φόβου τη ρωγμή
και ορμάω-στόμα χείλια-στο κουτί με τη βανίλια

Μόνο στους έρωτες δεν δείλιασα ποτές
ή γλυκοί ʼναι ή πικροί ʼναι λέω δοκίμασε και κρίνε
κι αν κάποτε βρεθώ να παραπικραθώ
βρίσκω μια καινούργια αγάπη και ορμάω στο κρεβάτι.

.