Μετάλλιο Τ. Μ.
Τα καπούλια του αλόγου μου με τινάζαν ψηλά και το τέντωμα των λεπτών μπροστινών ποδιών του μʼ έβρισκε στηριγμένον στους αναβατήρες, συγκλονισμένον από την άτοπη θέση που κατείχα μέσα στη φύση. Δίπλα μου πέρναγαν με ταχύτητα φυλλώματα, κλαδιά, δέντρα, σε μιαν ατέλειωτη ποσότητα.. Όχι σειρά, όχι διαδοχή. Διαδοχή και σειρά είχαν πάψει να υφίστανται σʼ αυτόν τον ραγδαίο καλπασμό μέσα στο δάσος. Το άλογό μου προχωρούσε πάντα μπροστά. Τα χαλινάρια τα κρατούσα μόνο για στήριγμα. Η μέρα χανόταν. Η νύχτα έπεφτε. Το δάσος μεγάλωνε. Η μοίρα μου ξετυλιγόταν.
Έπαψα να βλέπω. Έπαψα να φαντάζομαι ότι βλέπω. Στʼ αυτιά μου μόνο η ιδέα ενός ήχου σαν διαρκές βίτσιμα. Έσκυψα, για να μη φέρνει το σώμα μου αντίσταση στον αέρα. Αρπάχτηκα από τη χαίτη του αλόγου μου. Ακούμπησα το κεφάλι μου στην καυτή παρειά του. Ένιωσα στα ρουθούνια του τον αντίλαλο όλης της κτίσης. Καρφωνόμουν ολοένα και πιο βαθιά στο σκοτάδι.
Μετάλλιο Α. Μ.
Όταν ήμουν παιδί, μου είχαν πει: Μεσημέρι, όταν όλοι κοιμούνται, μη νομίσεις εσύ πως μπορείς να τραβήξεις το σύρτη που σφαλίζει την πόρτα και να βγεις απʼ το σπίτι. Μη νομίσεις εσύ πως μπορείς, μες στην κάψα του ήλιου, να διασχίσεις την πόλη και να βγεις απʼ το κάστρο. Μη νομίσεις πως μπορείς να σκαρφαλώσεις στους βράχους και να πας ως τη θάλασσα να δροσίσεις τα πόδια σου μες στα κρύα νερά της. Μη θαρρείς πως μʼ εσένα θα γίνει αλλιώς, και πως δεν θα σε πάρουν κι εσένα μια μέρα οι πανώριες φρεγάτες του σουλτάνου της Τύνιδας.
Με κόπο τα μάτια μου διακρίνουν τη στεριά. Ένα πέπλο θολό τα κάνει όλα συγκεχυμένα. Μόνο ο θόρυβος των κουπιών που σχίζουν τη θάλασσα και οι εκτυφλωτικοί σπινθήρες που πετάνε τα μάτια του.
Μετάλλιο Κ. Σ.
Peccavi super numerum arenae maris,
et multiplicata sunt paccata mea,
et non sum dignus videre altitudinem coeli
prae multitudine iniquitatis meae.
Δεν ήξερε καλά λατινικά. Αλλά ακούγοντας αυτή την προσευχή, από τις δυο τρεις λέξεις που αμέσως αναγνώρισε, φαντάστηκε πως ό,τι εκείνος σκεφτόταν και ό,τι έλεγαν οι στίχοι ήταν το ίδιο πράγμα: Από τις πράξεις μου τις μόνες που θυμάμαι είναι οι αμαρτίες μου. Στον βίο μου κάθε ενέργεια είναι ένα σφάλμα. Την υπέροχη διαύγεια του άντικρυ κόσμου δεν θα την απολαύσω. Η σκληρότητα σφραγίζει τα μάτια.
Προσευχή στη νεανική ηλικία
Σκιά της τρυφερής μου νιότης, που άλλοι ονόμασαν της ζωής τους το έαρ, σʼ έχει διώξει η αχτίδα ενός άστρου που αργεί νʼ ανατείλει. Κι αν λιγαίνεις και τρέμεις και στο φως αχνοφαίνεσαι, δεν απέχω, το βλέπω, από σένα ούτε καν δύο βήματα. Αν απλώσω τα χέρια, θαρρώ, θα σε πιάσω. Είσαι πάντα πελώρια, σκοτεινή, χωρίς διαύγεια, ενιαία σαν κλωστή, τρομαγμένη σαν θάλασσα. Δεν ξεχνώ την ημέρα, την ώρα, τον τόπο που σου γλίστρησα κι έφυγα• δεν ξεχνώ την ικμάδα, τη λάμψη, το ψέμα που σκορπούσαν τα μάτια, τα χείλη, τα χέρια σου. Ένα ψέμα ή ένα πταίσμα σαν μια λίμνη μεγάλη, πλωτή, με αθέατες όχθες, αλλά πάντως κλεισμένη. Όσο πλέω εκεί μέσα, στάσου πάνω μου φύλακας. Φρούρησέ με σαν πύργος, σαν στρατός, σαν πληβείος. Μην αφήσεις να σε πάρει μακριά η θανάσιμη ορμή της παλίρροιας. Τρυφερή και περίφρακτη νιότη, μείνε πάντα εκεί.
Ίδια προσευχή
Ανθέ της τρυφερής μου νιότης, που άλλοι ονόμασαν της ζωής τους φενάκη, καμιά σκέψη δεν μπορεί να λειάνει τα ακάνθινα πέταλα που κοσμούν το κορμί σου. Σε κοιτώ με δειλία, κι απʼ το στόμα μου χάνονται όσες λέξεις νομίζανε ότι είχανε κάτι να πούνε. Κι αν σου λέω αυτά τα λόγια που προδίδουν τη νάρκη μου, εσύ ξέρεις καλύτερα πως, σαν τα όνειρα σβήσουνε με την παύση του ύπνου, απομένει ένα θρόισμα που κινεί τις ζωές μας. Είσαι άνθος παράξενο. Μας δροσίζει ο κλώνος σου, μα ο ύπερός σου μας καίει. Κι από το γάλα σου στάζει μια σταγόνα επικίνδυνη. Μαγνητίζεις τους πόθους, συντροφεύεις τα έργα μας και τυλίγεις επάνω μας μια αθώα πλεκτάνη. Όπως όλοι κι εγώ είμαι τώρα πιασμένος στα λεπτότατα δίχτυα της. Μια χάρη ζητώ: σαν με δεις να σπαράσσω και φρυγμένος να κείτομαι, σκύψε λίγο, υποκρίσου πως μου δίνεις ένα φίλημα.
Ίδια προσευχή
Πνοή της τρυφερής μου νιότης, που εγώ σε ονομάζω της ζωής ειμαρμένη, σαν σαλεύεις, το νιώθω στον αργόσυρτο πόνο που ξεφεύγει απʼ τα χείλη. Στις μυστήριες χοάνες του σύμπαντος όπου ενεδρεύεις, τι βλέπεις; Τι ακούς: Και ποια σκόνη σηκώνεις σαν σέρνεις το μικρό μου κουφάρι δεμένο σαν γέρας ξοπίσω στο άρμα σου: Μου σταλάζεις στις φλέβες το φόβο, στο μυαλό τον περίγελο, και στα μάτια το ασύγκριτο γαλάζιο του κόσμου. Είναι τα άτια σου ανήμερα, φρενιτώδη, λευκά, κι ό, τι οι οπλές τους πατήσουνε, το χαλνούν, το τσακίζουν. Κι ολοένα με υψώνουν σε μετέωρα μέλαθρα, ολοένα με κυλούν στις αρένες του Άδη. Σʼ αγαπώ σαν να είσαι η γλυκιά και μεγάλη μητέρα μου, ο σοφός μου πατέρας, ο μικρός αδελφός μου. Σʼ αγαπώ κι ας μην είσαι επιτέλους παρά μια αστείρευτη δίνη που χαράζει βαθιά το κερί της ζωής μου.
Σχόλιο
Δεν ξέρουμε αν πρόκειται για συγγραφέα που γράφει πολύ ή λίγο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν δημοσιεύει συχνά. 5 προσωπικά βιβλία στη διάρκεια 23 χρόνων, από το 1989 και μετά. Άλλο ένα μαζί με τη Γεωργία Παπαγεωργίου (2002), ενώ με κάποια κείμενά της (τα οποία αργότερα συγκέντρωσε στο τελευταίο της βιβλίο, «Σωρείτες», εκδόσεις «Εστία» 2006), συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις με κοινό θέμα.
Βέβαια, ένα μεγάλο μέρος του χρόνου της χαρίζεται σε μεταφράσεις δύσκολων βιβλίων, από τα γαλλικά, συνήθως ιστορικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. Ένα άλλο, πάλι, προσφέρεται στον κινηματογράφο και το θέατρο. Όπως κι αν έχει το ζήτημα, δύο πράγματα εικάζει ο καλοπροαίρετος, καλλιεργημένος και ευφυής αναγνώστης. Αφενός ότι πρόκειται για μιαν εξαιρετική μαστόρισσα του λόγου, και αφετέρου ότι και τα 5 βιβλία της είναι ξεχωριστά.
http://selideslogotexnias.blogspot.com/2011/01/blog-post.html
Αποσπάσματα από τον θεατρικό της μονόλογο «Οι παράξενοι λόγοι της κυρίας Μποβαρύ», που πρόσφατα κυκλοφόρησε ξανά από τις εκδόσεις «Άγρα».
http://www.greece2001.gr/writers/KlairiMitsotaki.html
Βιογραφικό, εργογραφία, κριτικές για το έργο της και αποσπάσματα από τον θεατρικό της μονόλογο «Η Πριγκίπισσα Τίτο».











Όπως κι αν έχει το ζήτημα, δύο πράγματα εικάζει ο καλοπροαίρετος, καλλιεργημένος και ευφυής αναγνώστης. Αφενός ότι πρόκειται για μιαν εξαιρετική μαστόρισσα του λόγου, και αφετέρου ότι και τα 5 βιβλία της είναι ξεχωριστά.
μαστόρισσα είναι μόνο η γίδα.άμα την δεις να κάνει τα κακά της, θα καταλάβεις τι λέω.
αυτά τα κείμενα είναι μέτρια έως αδιάφορα.δεν υπάρχει ταλέντο στη γραφή.λείπει η μούσα.
Αυτά τα κείμενα που μπορούν να εισπράτουν τις εικόνες της λιτής μαρτυρίας του κόσμου και να τις περιζώνουν με ατόφια μιλήματα της ψυχής και της σάρκας προκειμένου να διαδοθεί ακόμα πιο πολύ το μήνυμα της σεπτής συνάφειας των “εδώ “με τα “γύρω”,αδυνατώ να τα δω ακροθιγώς και λειψά από Μούσας επίσκεψις..
Άρα το λοιπόν, τελείως εδώ “σβάρνα τις σβουνιές ” δεν χωράνε..
Δεν ξέρω ποια είναι η συμβολή του Γαλλικού Ινστιτούτου, ούτε γιατί το σχόλιο του κ. Α. Β. Σ. έχει την ίδια μορφοποίηση με τα μετάλλια και τις προσευχές της ποιήτριας. Διότι αυτό ξέρω. Όπως κι όταν διάβασα το Flora Mirabilis, διάβασα ποίηση. Να:
Μαγνητίζεις τους πόθους,
συντροφεύεις τα έργα μας
και τυλίγεις επάνω μας
μια αθώα πλεκτάνη.
Όπως όλοι
κι εγώ είμαι τώρα πιασμένος
στα λεπτότατα δίχτυα της.
Μια χάρη ζητώ:
σαν με δεις να σπαράσσω
και φρυγμένος να κείτομαι,
σκύψε λίγο,
υποκρίσου πως
μου δίνεις ένα φίλημα.
Αυτό είναι ποίημα. Και δεν ξέρω τι συμβαίνει με το πρώτο σχόλιο. Αλλά, τέσπα.
Έστω και με κάποιαν καθυστέρηση,
κύριε Βαρελλά και Tamista,
σας ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια επί της ουσίας.