1. Ετούτο το καράβι
Στον Ροδόλφο και την Άννα Τόκα

Έλα να δεις
ετούτο το καράβι,
πως αργοκυλάει λυτρωτικά
στα χρώματα του φθινοπώρου
από του κόσμου τη μεγαλοσύνη μαγνητισμένο.
Μερτικό αντάξιο στα σημάδια του πεπρωμένου.

Ανάσα γνώριμη, θα` λεγες, στης θάλασσας τη σιωπή,
μάχεται τείχη εξοντωτικά,
τους ίσκιους προσπερνάει
κι οι ρίζες του, δείκτης στιγμών,
φλέβες πυρετικές βλασταίνουν.

Και παίζει και τεντώνεται
στων πηγών την ατέρμονη διαύγεια
και υφαίνει μια πρασινάδα τρυφερότητα
σε όλα τα δάχτυλα του ονείρου,
μέσα από του χρόνου τις σκουριές.

Χελιδονιού φτερούγισμα
στην αγκαλιά του σιρόκου.

2. Ποτέ – Πάντα

Κάθε στιγμή πεθαίνεις.
Κάθε στιγμή ξαναγεννιέσαι.
Διαφορετικός.
Ποτέ ο ίδιος.
Μέσα σου κουβαλάς ουσία
από πολλούς εαυτούς.
Ανεξερεύνητους, άγνωστους.
Φανταστικά ωραίους.
Ενώ στον καθρέφτη του Χρόνου,
σαν βουερός ποταμός,
ρέουν οι λέξεις σου διαυγείς.
Αναλλοίωτες ζουν,
αντανακλώντας πάντα
τους ίδιους ήχους,
το ίδιο ρίγος.

3. Το μηδέν

«Είναι σκοτεινιασμένη ακόμα η θύμησή μου
από το πηγαινέλα σου»
Π. Ελυάρ

Είναι που τα σχήματα τον βασάνιζαν πάλι
κι αυτός με σιγουριά κατέληγε στον κύκλο.
Το στρογγυλό σχήμα πάντοτε, χωρίς τις γωνίες,
όπου συνωθούνται πτώματα του χρόνου.
Οξυγώνια μόνο η θύμησή του,
σαν πυραμίδα γρανιτένια σε άνυδρο τοπίο.

Πότε αναρριχότανε από τη μιά πλευρά
έχοντας στην καρδιά την πιο αρχαία μαργαρίτα,
φλεγόμενη από εκείνη την αναπότρεπτη αναστάτωσή του.
Πότε κατέρρεε από την άλλη, και βούλιαζε
μέσα σε τέλματα από λέξεις κι έμενε ΄κεί,
ήχος απόρρητος του δικού του συνθλιμμένου χρόνου,
που παρέμενε βουβός και οξυγώνιος.

Όμως αυτός προτιμούσε το στρογγυλό σχήμα,
όπως το μηδέν παραδείγματος χάριν.
Σε χρόνο μηδέν ήθελε να ξεχάσει.

4. Ποίημα για την πιό αγαπημένη
από τις αγαπημένες

Στις πύλες της καλοκαιριάτικης νύχτας,
η πιο αγαπημένη από τις αγαπημένες
στη ράχη ενός δελφινιού καθισμένη
απλώνει τα πυρακτωμένα δίχτυα της
στης θάλασσας τα ερέβη.
Σε κάθε τίναγμα του δελφινιού,
από την κοιλιά του θέλω
κύματα λαίμαργα ξεπηδούν
οι επιθυμίες της.
Κι ο άνεμος με την κόκκινη γραβάτα,
με χέρια ταξιδιάρικα,
τ`ακόρεστα κύματα γαληνεύει
μ`ένα καλάθι φιλιά.
Ολόγυρα μία σιωπή ατίθαση σκεπάζει
τις πληγές της νύχτας.

5. Το μέτρο της ελευθερίας

Ανάμεσα στις φυλλωσιές των πεύκων και των θάμνων,
εκεί που στα σπασμένα κιονόκρανα
ιππεύει η θλίψη ενός κόσμου
που δεν μπορεί να βρει
το πρόσωπο της πρώτης του ζωής,
μαζεύονται δειλά-δειλά.
Οι πόθοι τους, ηχώ μιας λύρας τρομαγμένης
απλώνονται σε κοιλάδες που έγνεθαν τη μάχη της αυγής.
Εκείνες τις μακρινές νύχτες του φεγγαριού το άρωμα
διαχέονταν παγωμένο
κι οι λυγερόκορμες σημύδες έσκιζαν του ανέμου το σεντόνι.
Μιας άλλης εκστρατείας αργοναύτες
ψιθυρίζουνε τα μυστικά τους στην φιλόξενη πλατεία
και η ελπίδα διαλύει την πάχνη στα σβυσμένα βλέμματα.
Εκεί η Μαρίνα με το μέτρο της «ελευθερίας»
μετράει το λινό κάτω από το άγρυπνο βλέμμα
του Ελευθέριου Βενιζέλου.

6. Απροσδόκητα

Εμφανίστηκε απροσδόκητα
φορώντας το «εσείς».
Μία λέξη τυπική,
σαν πανωφόρι συνηθισμένο
για τις κρύες ημέρες του χειμώνα .
Ύστερα, με χάρη κι ευστροφία
αγκυροβόλησε στο «εσύ»,
μ`ένα φόρεμα κόκκινο
που χάϊδευε τις καμπύλες της.
Για να μείνει γυμνή
μπροστά σ`έναν μαγιάτικο,
Ολύμπιο θεό.
Με βλέμμα υπόσχεσης την έντυνε
φωλεμένος στο ρόδο της καρδιάς της.

7. Η ψυχή μου κρυώνει

Ανάμεσα στα σεντόνια
ο πόνος βολτάρει,
χώνεται μέσα στις μαξιλαροθήκες
στις γωνιές του κρεβατιού,
απλώνεται στην χαρακωμένη επιφάνεια.
Ύστερα
με δρασκελιές απότομες
σκαρφαλώνει στον πίνακα του Σικελιώτη
και κάθεται πάνω στα φτερά του «Αγγέλου».
Και είναι τότε
που η ψυχή μου κρυώνει
και σε αποζητώ.

8. Σταθμός Victoria

Ανάμεσα στο κίτρινο των τραμ
με τα πολυφωνικά καναρινί τραγούδια,
στο πράσινο των φαναριών,
που εξαπολύει σμήνη επιθυμίας,
το τραίνο κουβαλάει ανάσες καθημερινές
στο σταθμό Victoria.
Οι μορφές αδιάφορες
κι ο άγγελος της φωτιάς να ψιθυρίζει:
να θυμάσαι, να θυμάσαι το πράσινο.
Εκεί κάτω,
στις όχθες των υπόγειων διαδρομών
με πόσον κόπο
η έλλειψη σε φως μεταλλάσσεται.
Κραδασμός ελεύθερος από κανόνες υποταγμένους
στο ανέκφραστο του σώματος.
Με απλωμένες τις ρίζες σου
σε άλλον τόπο
θ` ανθίζεις στον πυρετό ύλης ορισμένης.

9. Κι όσο βραδιάζει

Κι όσο βραδιάζει
το θάμπος χαμηλώνει
και η δόξα του φαλλού
ζωγραφίζει την απειλή του αύριο,
άλλο τόσο θα επιζητάς
αποχρώσεις ηδονής.
Στα πέτρινα χέρια του Χρόνου
η πάλη της σάρκας ανελέητη,
ανήμπορη ν` αντισταθεί
και η παραδοχή της ήττας της
αναπόφευκτη, μοιραία.
Όπως ο θάνατος.

10. ΡΙΑΖΖΑ ARIOSTEA *

Ξανάρχονται σε στγμές απρόσμενες ο χτύπος της πόρτας,
τα βήματα στο διάδρομο, ο κήπος, εκείνες οι τριανταφυλλιές,
όταν τ’ αηδόνι κελαϊδούσε στα κλαριά τους,
έπαιρνε την πλήξη και την σεργιάνιζε,
θυμάσαι, έφταvε µέχρι την ΡΙΑΖΖΑ ARIOSTEA.
Και στη γωνία, στο CAFE-BAR, η BIANCA με τα λυτά μαλλιά, όμορφη κοπέλλα για να μας σερβίρει καπουτσίνο.
Αυτές οι στιγμές με ξαναβρίσκουν πάλι,
γεφυρώνοντας τις πατημασιές, τα φύλλα, τις λικνιστικές κινήσεις
και σένα που προσπαθούσες να δώσεις κάποιο νόημα
στο κενό σου, που είχε το σχήμα της πλατείας.

*Piazza Ariostea: στην Ferrara

11. Μία λέξη χαραγμένη

Πάλι το κόκκινο σύννεφο σημάδευε το παλιό σπίτι,
που απλώνονταν και φλέγονταν ολόκληρο,
κατοικημένο από κείνη την ανίατη νoσταλγία.
Τη νοσταλγία,
που μας έψαχνε γύρω από τη μαρμάρινη σκάλα,
που μας ανακάλυπτε πίσω από τις χαμηλές πόρτες,
κι όταν μας άγγιζε, μιλούσαμε την ίδια γλώσσα.
Τη γλώσσα της σιωπής.
Πότε γλίστραγε στο πάτωμα
κι έτρεχε στις γωνίες σαν κατσαρίδα να κρυφτεί,
πότε ανέβαινε στην οροφή
κι αιωρούνταν απειλητικά πάνω απ’τα κεφάλια μας.
Τις περισσότερες φορές –
μεταμορφώνονταν σ’ ένα εξαίσιο νεανικό χέρι με μακριά δάχτυλα,
που έψαχναν πάνω στον υγρό τοίχο,
να χαϊδέψουνε μια λέξη χαραγμένη: PATRIA

12. Όσο ξεμακραίνεις

Όσο ξεμακραίνεις θα θυμάσαι τις λέξεις
που αποκρυπτογράφησες στης αστραπής τη χώρα.
Η ίδια προαιώνια λαχτάρα λιάζει στα μάτια τους
τα πλουμιστά της μεσοφόρια.
Σε χαραμάδα αρχέγονη δική τους μουσική
ηδονικά διεισδύει με αποχρώσεις μυστικές.
Γύρω από το σώμα της στιγμής,
τα χέρια τους διαγράφουνε τροχιά εκστατική.

Όσο ξεμακραίνεις οι λέξεις φλέγονται
σαν παπαρούνες στην ομίχλη.

Όσο ξεμακραίνεις μία άνοιξη αγύρτισσα
σπαρταρά στους βαθύφωνους του ουρανού λειμώνες.

13. Θα παραμένεις

Θα παραμένεις πάντα εσύ
στης νύχτας την όχθη,
που την οικοδομούν
παράξενα οι γρύλλοι,
εκεί που κατασκηνώνει
του γκιώνη η σπασμένη φωνή
και το ανήσυχο νερό
διώχνει των λουλουδιών τον ύπνο.
Εκεί,
στο σύνορο το σκοτεινό
θα παραμένεις
να σέρνεις το καράβι σου
αδυνατώντας ν` αλαργέψεις
στη σταθερή πορεία
της δικής σου πυξίδας.
Γιατί κατάλληλοι δεξιοτέχνες
απορυθμίσανε τη ρότα σου.
Κι ολόγυρα
σεντόνι από παπαρούνες
η σιωπή.