ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Κάθε μέρα χτυπούσες την πόρτα του μεγάλου πύργου και κανείς δε σου άνοιγε.
Κάθε μέρα σε ρώταγε ο φύλακας «Τι θέλεις;» κι’ εσύ αποκρινόσουν «Ήρθα να δω τους άρχοντες» κι’ εκείνος έλεγε «Κανείς δεν επιτρέπεται να δει τους άρχοντες» κι’ εσύ του απαντούσες «Κάποια μέρα, κάποια μέρα θα ξεσπάσει η επανάσταση και τότε αυτό το κάστρο θα γκρεμιστεί συθέμελα και οι άρχοντες που πίνουν το αίμα μας τόσα χρόνια θα πληρώσουν για όσα μας έκαναν» και ο φύλακας γέλαγε, και σε χτύπαγε φιλικά στην πλάτη και σούλεγε «Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα τα ξαναπούμε».
Χτες το βράδυ, αποκαμωμένος, κοιμήθηκες στα σκαλοπάτια του μεγάλου πύργου.
Το πρωί σηκώθηκες, τεντώθηκες, και χτύπησες την πόρτα.
«Τι θέλεις;» σε ρώτησε ο φύλακας κι’ εσύ «Ήρθα να δω τους άρχοντες» του αποκρίθηκες. «Δεν υπάρχουν άρχοντες» απάντησε ο φύλακας κι’ εσύ απορημένος «Τι εννοείς;» τον ρώτησες.
Ο φύλακας σε κοίταξε θλιμμένα. «Η επανάσταση έγινε χτες το βράδυ», είπε. «Την έχασες επειδή κοιμόσουν. Τώρα δεν υπάρχουν πια άρχοντες. Τώρα είμαστε όλοι ίσοι και ελεύθεροι».
«Τότε…μπορώ να μπω;» ρώτησες διστακτικά.
«Όχι», σου απάντησε. «Είμαι τώρα ο Φύλακας της Επανάστασης. Και η επανάσταση κινδυνεύει από κάτι ανθρώπους σαν εσένα».
ΟΙ ΑΛΛΟΙ
«Και οι άλλοι;» ρώτησες. «Τι κάνουν οι άλλοι;»
«Οργώνουμε», σου απάντησαν. «Σπέρνουμε. Θερίζουμε. Γυρίζουμε τη μυλόπετρα. Μέχρι το επόμενο πρωί. Και πάλι οργώνουμε. Σπέρνουμε. Θερίζουμε. Γυρίζουμε τη μυλόπετρα. Μέχρι το επόμενο πρωί. Και πάλι. Μέχρι το επόμενο πρωί. Μέχρι το πρωί. Μέχρι το τελευταίο πρωί».
Χαμογέλασες ικανοποιημένος.
«Προπαντός, να μην ξεχνάνε τη μυλόπετρα», μου είπες. «Αυτό να τους πεις. Όσο είναι δεμένοι στη μυλόπετρα, δεν έχουν να φοβούνται τίποτε».
Σκέφτηκες για λίγο. «Ούτε κι’ εμείς», συμπλήρωσες. «Ούτε κι’ εμείς έχουμε να φοβόμαστε τίποτε. Όσο είναι δεμένοι στη μυλόπετρα».
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ
Έστησα με προσοχή όλα μου τα πιόνια.
Τοποθέτησα το βασιλιά, τη βασίλισσα, τους ευγενείς, τους αυλικούς.
Τους αξιωματικούς, τους υπαξιωματικούς, τους απλούς φαντάρους…
Έβαλα στην κατάλληλη θέση τα κανόνια, τις βόμβες και τις νάρκες.
Στάθηκα και τα κοίταξα: Ήταν όλα όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι.
«Η σειρά σου», είπα. «Τι περιμένεις;»
Με κοίταξες περίεργα. «Ποτέ δε μαθαίνεις από τα λάθη σου», είπες και σηκώθηκες από το τραπέζι θριαμβευτικά.
«Τι θέλεις να πεις;» ρώτησα. «Τι έκανα πάλι λάθος;»
Χαμογέλασες και μου έδειξες ένα χοντρό βιβλίο. «Ξέχασες τους κανόνες του παιχνιδιού», είπες.
Άνοιξα με προσοχή το βιβλίο. Ήταν δερμάτινο, με χρυσά γράμματα, και φάνταζε πελώριο.
Το ξεφύλλισα. Εκατοντάδες σελίδες, όλες λευκές.
Και μόνο στην πρώτη σελίδα, με μεγάλα κόκκινα γράμματα, έγραφε: «ΚΑΝΟΝΑΣ ΠΡΩΤΟΣ: ΕΧΕΙΣ ΧΑΣΕΙ».











Τέτοια πλημυρίδα ανθρωπιάς πολιτικοποιημένης
πρώτη φορά συναντώ !
Μετά την “ανάσταση ?” σίγουρα έχουμε ανάγκη
μια ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ !!
Κύριε Νικολόπουλε ΙΚΑΝΟΣ
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ ΤΗΝ, ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΓΙΑ ΝΟΤΙΑ
(ΣΤΟ ΟΡΑΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝ ΄Η ΔΙΑΠΑΝΤΟΣ;)
Αποσπασμα απο e-mail μεταξυ παλιων συμφοιτητων (e-mail-ικη λογοτεχνια)
….Χωρις να συμμεριζομαι το πληρες κειμενο και την δραση τους, υπογραμιζω ότι όσο δεν μπορουμε να απαντησουμε σ’ αυτά ως αριστερα, χωρις φυσικά να αισθανόμαστε ενοχοι ή υπευθυνοι γι αυτά, τοσο η κατασταση θα επιδεινωνεται.
Μονο ο Λ, σε μια φωτισμενη του στιγμη, εθιξε το θεμα της οικογενειας και συμπεραινουμε οτι συνηθως η παραβατικοτητα -εγκληματικοτητα, ακομα και με πολιτικους ορους συνδεεται στενα με άτομα που εχουν ζησει οριακες καταστασεις σε οριακες οικογενειες, χωρις να αποκλειουμε και ενδογενεις ψυχοπαθητικες καταστασεις (που συνηθως συνδεονται με ματαιωση προσδοκιων).
Φαινεται οτι δεν σας ενδιαφερει να καταδικασετε τους “αριστερους”, τις μικροληστροσυμμοριες των “αριστερων” εργολαβων μελετων και εργων και αλλων μονιμων συνδικαλιστων στο ΤΕΕ ή αποδεχεστε να καρπωνονται το προϊον του εγκληματος ως πλιάτσικο οι “μικροειδικοι” της εξουσιας και του συνδικαλισμου ;
Για να σας διευκολυνω η αριστερα εχει συνδεθει με:
τον σφεταιρισμο λαϊκων επαναστασεων (π.χ. Ρωσια) την ανελευθερια, την τυφλη υποταγη και τον θρησκευτικου τυπου σκοταδισμο με ξαφνικη ειδωλολατρεια και στη συνεχεια την βιαια αποκαθηλωση της εικόνας του ηγετη-θεου από το ιερατειο (Τροτσκι, Σταλιν, κ.λ.π.) την ζηλια με τα καπιταλιστικα καθεστωτα π.χ. το ρωσικο συνθημα “να φθασουμε και να ξεπερασουμε την Αμερικη”
Επομενως δεν μπορω να μην σχολιασω τον κομπλεξισμο των “αριστερων διανουμενων” και κυριως των πανεπιστημιακων, που εκ του ασφαλους κυριαρχουν στα κυκλωματα των “ανθρωπων του πνευματος”, μερικοι δε τους αποκαλουν “αστυνομια της σκεψης”
Πολλοι απ΄αυτους είναι όχι μονον γελωτοποιοι, αλλα οντως απολογητες του συστηματος που συγκαλυπτουν τα πρωην “αριστερα” μεγαλοαφεντικα.
Αριστερος δεν είναι ο υπακουος σπαστης (σαν τον απουσιολογο στο γυμνασιο ή καλυτερα τον αποφοιτο θρησκευτικης σχολης (Σταλιν)) που αποστηθισε το Αντιντιριγκ, το Κρατος και επανασταση και όλα τα σχετικα “τσιτατα” και εξαρθρωσε την ελληνικη γλωσσα, που παντρευτηκε την πρωτη γυναικα που γνωρισε στην ΚΟΒΑ του (για το 17%), και μετα το 1989 (υποθετω μετα από ένα υπαρξιακο shock) προσχωρησε στον καπιταλισμο και ξεσκισε καθε Ρωσιδα και Ουκρανιδα που την ξερασε ο κατακλυσμος, με τον οποιο πνιγηκε ο “υπαρκτος σοσιαλισμος”, αλλα αυτος που σκεπτεται κριτικα, δεν επιβαλει με την βια τις αποψεις του, που εχει ανθρωπισμο και σεβασμο στην βιοσφαιρα και προσπαθει διαρκως να βελτιωθει.
Ας αναλογιστουμε :
τον ρολο των αριστερων στο ΥΠΕΘΟ το ’82-’85 για τις προβληματικες
τι ηταν ο Κ,ο Μ, ο Μ κ.λ.π. πριν 30 έτη,
τι εγινε με την συσκεψη του Γ.Α.Παπανδρεου με τους “νεους επιχειρηματιες”, του Κοσκωτα συμεριλαμβανομενου,
πως βρεθηκαν ως συνεργατες του Κοσκωτα, στην αρπαγη της τραπεζας Κρητης πολλοι “αριστεροι”
Και για να μην παμε μακρυα ας δουμε και τους δικους μας “αριστερους” μηχανικους στο ΤΕΕ (που δημιουργησαν ληστρικες μικροομαδες συμφεροντων (ομάδες Λ, Σ, Κ, Τ (Ζ, Κ, Γ) και άλλες που δεν ξερω, με πρωτοπαλληκαρα και στρατιωτες-εμπιστους υπηκοους, οι οποιοι με την σειρα τους -στη συνεχεια- μαθαινουν την δουλεια της ληστοσσυμμοριας και κανουν δικες τους μικρο-ληστοσυμμοριες),
Το μελλον τους προβλεπεται θλιβερο:
σαν την καταπτυστη Μ, συνεργατη του Κοσκωτα.
Αλλοι θα πεθανουν αλκοολικοι ή από κοκαϊνη.
Η επανάσταση κινδυνεύει από κάτι ανθρώπους σαν κι αυτόν, αλλά η δημοκρατία κινδυνεύει από τέτοιους “φύλακες της επανάστασης”, επειδή είναι τρωτή από μέσα
To πρώτο κείμενο του κ. Νικολόπουλου μοιάζει πολύ με το κείμενο ” Μπροστά στο νόμο” του Φραντς Κάφκα. Θα έλεγα ότι είναι μια παραλλαγή. Όπου “άρχοντες” ήταν “ο νόμος”.. Τρομερή ομοιότητα. Αν ο κύριος Νικολόπουλος δεν έχει διαβάσει το αντίστοιχο κείμενο του Κάφκα, πρόκειται για μεγάλη σύμπτωση.
EN EIΔΕΙ ΧΑ’Ι’ΚΟΥ
Φυσάει βοριάς
στην ποίηση του Γιώργου.
Καλό ταξίδι.
Κυρία Θεοφιλάκου
Δεν είναι δα και αμάρτημα να έχεις
εμπνευστεί από κάποιο κείμενο και
να το αποδώσεις “ποιητικά” .
Και βέβαια δεν είναι.
Αρκεί να αναφέρεις ότι η πρωτότυπη ιδέα δεν είναι δική σου. Ειδικά όταν η απόδοση του κειμένου δεν διαφέρει ως προς την τοποθέτηση των “ηρώων”, το διάλογο, ή την έκβαση.
Ο τρόπος της απόδοσης εδώ δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, καμιά ιδιαίτερη διαφοροποίηση ως προς την “ποιητικότητα”.
Τουλάχιστον έτσι κρίνω εγώ, ο καθένας έχει άλλο κριτήριο.
Όμως, αν δεν είναι έτσι τελικά, η αρχική ιδέα, που είναι γέννημα όπως και να το κάνουμε, δε θα είναι μπορετό να αποδοθεί στον γεννήτορα. Κρίμα οι πόνοι.
Αγαπητέ Τυρταίε, ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια.
Αγαπητή κυρία Θεοφιλάκου, νομίζω ότι όλοι λίγο πολύ έχουν διαβάσει Κάφκα κάποτε στη ζωή τους. Κι’ εγώ έχω διαβάσει Κάφκα, πριν 25-30 χρόνια, και ομολογώ ότι είναι ένας από τους λογοτέχνες που έχουν επηρεάσει το έργο μου. Και φυσικά τον Κάφκα είχα στο μυαλό μου όταν έγραφα την Επανάσταση, αν και πρέπει να ομολογήσω ότι μετά από τόσα χρόνια δε θυμόμουν καθόλου το “Μπροστά στο Νόμο” και νόμιζα ότι η αντίστοιχη σκηνή αναφερόταν στον Πύργο. Νομίζω ότι η επιρροή του Κάφκα στην Επανάσταση είναι εμφανέστατη, και θέλω να πιστεύω ότι αυτό είναι αντιληπτό και από τους περισσότερους αναγνώστες, γιατί η γνώση του έργου του Κάφκα βοηθάει στην εκτίμηση του ποιήματος.
Τέχνη, άλλωστε, είναι να μπορείς να δημιουργήσεις ένα έργο εμπνεόμενος από κάτι. Κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα έργο από το μηδέν. Όπως λένε και οι Ινδοί, όλες οι ιστορίες έχουν γραφτεί στο παρελθόν και υπάρχουν μέσα στην Μαχαμπαράτα – και δεν νομίζω ότι έχουν άδικο.
Kurt Weill’s “Youkali Tango”
Teresa Stratas (Αναστασία Στρατάκη) soprano
http://www.youtube.com/watch?v=gHlIHyOglPY
It was almost to the end of the world
That my wandering boat
Straying at the will of the waves
Led me one day
The isle is very small
But the kind fairy that lives there
Invites us
To take a look around
Youkali
Is the land of our desires
Youkali
Is happiness, pleasure
Youkali
Is the land where we forget all our worries
It is in our night, like a bright rift
The star we follow
It is Youkali
Youkali
Is the respect of all vows exchanged
Youkali
Is the land of love returned
It is the hope
That is in every human heart
The deliverance
We await for tomorrow
Youkali
Is the land of our desires
Youkali
Is happiness, pleasure
But it is a dream, a folly
There is no Youkali
And life carries us along
Tediously, day by day
But the poor human soul
Seeking forgetfulness everywhere
Has, in order to escape the world
Managed to find the mystery
In which our dreams burrow themselves
In some Youkali
Youkali
Is the land of our desires
Youkali
Is happiness, pleasure
Youkali
Is the land where we forget all our worries
It is in our night, like a bright rift
The star we follow
It is Youkali
Youkali
Is the respect of all vows exchanged
Youkali
Is the land of love returned
It is the hope
That is in every human heart
The deliverance
We await for tomorrow
Youkali
Is the land of our desires
Youkali
Is happiness, pleasure
But it is a dream, a folly
There is no Youkali
But it is a dream, a folly
There is no Youkali
Αγαπητή κυρία Θεοφιλάκου, μόλις πρόσεξα το νέο σας “γέννημα” και δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να απαντήσω.
Πρωτότυπες ιδέες δεν υπάρχουν. Εκτός αν κάποιον μόλις γεννηθεί τον κλείσουν σε μια γυάλα και καταφέρει να αναδημιουργήσει μόνος του εκ του μηδενός τη γλώσσα και τον πολιτισμό. Κάντε μια προσπάθεια να διαβάσετε λίγη ανθρωπολογία. Θα σας ωφελήσει.
Επίσης, επειδή μετά από τα σχόλιά σας ξαναδιάβασα το “Μπροστά στο νόμο”, αν δεν βλέπετε διαφορά “ως προς την τοποθέτηση των “ηρώων”, τον διάλογο ή την έκβαση” μεταξύ του διηγήματος του Κάφκα και του ποιήματός μου, μάλλον θα πρέπει να τα ξαναδιαβάσετε πολλές φορές προσεκτικά και τα δύο. Κι’ αυτό θα σας ωφελήσει.
Αν δεν αντιλαμβάνεστε, επίσης, ότι ένα ποίημα έχει διαφορετική “ποιητικότητα” από ένα διήγημα, τότε ίσως θα πρέπει να διαβάσετε και περισσότερη ποίηση. Σε κάθε περίπτωση, ευτυχώς που ο καθένας έχει άλλο κριτήριο.
Η κυρία Θεοφιλάκου αφορμάται από μια συγγνωστή ευαισθησία στο ζήτημα της πατρότητας των κειμένων. Δεν σπεύδω να χαρακτηρίσω άστοχη την άποψή της, ωστόσο θα της υπενθυμίσω ότι οι διεκδικούντες την πατρότητα κειμένων (ή και ιδεών), πατέρες όντες, δεν κοιλοπονούν.
(http://nominati.blogspot.com/2009/06/blog-post_19.html) Για δε την άρνηση ή αμέλεια απόδοσης του γεννήματος στον γεννήτορα, για την οποία η κυρία Θεοφιλάκου εγκαλεί τον κύριο Νικολόπουλο, έχω να παρατηρήσω ότι η σχέση γεννήτορα-γεννήματος δεν είναι κτητική. Ούτε η Μαχαμπαράτα (ή οι συγγραφείς της) δεν ισχυρίζεται ότι όλες οι ιστορίες, καίτοι περιέχονται σε αυτήν, της ανήκουν με οποιονδήποτε τρόπο. Με άλλα λόγια, ο Κάφκα δεν χάρισε τίποτε στον κύριο Νικολόπουλο, ο δε κύριος Νικολόπουλος δεν υποχρεούται να παραδεχτεί τίποτε.
Όταν ο κύριος Νικολόπουλος σταθεί έξω από τον πύργο των αρχόντων, απαιτώντας ακρόαση, πιθανώς να βρει τον Κάφκα ως αδυσώπητο φύλακα που θα του απαγορεύει την είσοδο. Ο κύριος Νικολόπουλος δεν φαίνεται να δυσαρεστείται από αυτό, και είναι προς τιμήν του.
Διαισθητικά, αγαπητοί κύριοι, οι άνθρωποι που γράφουν αναπτύσσουν εσωτερικά αντανακλαστικά σχετικά με το θέμα των πρωτότυπων ή μη ιδεών. Αυτή είναι μια υπόθεση καθαρά προσωπική για τον καθένα.
Αντικειμενικά, καλώς ή κακώς πρωτότυπες ιδέες υπάρχουν. Είναι, βεβαίως, γεννημένες οι περισσότερες, και δε μένει πια πολύς χώρος για δημιουργία αμιγώς νέων. Όταν διαβάζεις, επίσης, επηρεάζεσαι. Κι αυτό φυσικό.
Κανείς, όμως, δε μπορεί να τα έχει διαβάσει όλα, και κανείς δε θα το κατορθώσει όσο κι αν προσπαθήσει. Γι’ αυτό, διαισθητικά, υπάρχει μια σαφής υποχρέωση προς τον αναγνώστη εκείνον που δεν έχει πρότερες εικόνες ή αναγνώσεις της ιδέας, να αναφερθεί η επιρροή, όταν αυτή είναι σημαντική.
Επίσης, εγώ προσωπικά και πολλοί άλλοι, αισθάνομαι μια βαθιά υποχρέωση προς τον Κάφκα και τον κάθε Κάφκα, γιατί ο καθένας τους είναι ένα σκαλοπάτι στην εξέλιξη της λογοτεχνίας, που συλλογικά μας φέρνουν στο σήμερα. Η απενοχοποίηση της χρήσης μιας προΰπάρχουσας ιδέας είναι κατάκτηση, ναι. Η απενοχοποίηση της παράλειψης αναφοράς της δεν καταλαβαίνω πού μπορεί να ωφελεί.
Να είστε καλά, δημιουργική συνέχεια εύχομαι σε όλους.
Ελαφρύ μασάζ στα πονεμένα σημεία
δεχόμαστε όταν διαβάζουμε πονήματα
δημιουργών που επισημαίνουν τα κοινά
κοινωνικά αδιέξοδα.
Άν ο πόνος αυτός είναι η πηγή της
έμπνευσής μας, οσάκις εκφράζουμε
το δικό μας αχ, οφείλουμε τάχα να
αναφέρουμε όλα τα ονόματα των
αναγνωρισμένων συμπασχησάντων;
Καλησπέρα και πάλι. Λυπάμαι που αναγκάζομαι και επανέρχομαι – τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο μου προτιμώ να τον αφιερώνω στη λογοτεχνία και όχι στο να προσπαθώ να εξηγήσω τα αυτονόητα, όμως επειδή φοβάμαι ότι σε κάποιον που δεν έχει διαβάσει Κάφκα αυτή όλη η συζήτηση μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι εγώ έχω…αντιγράψει (!) τον Κάφκα, αναγκάζομαι για μια τελευταία φορά να ξεκαθαρίσω τα πράγματα.
Όταν έκατσα να γράψω την Επανάσταση, η αρχική ιδέα μου θύμισε Κ., και αυτό δεν το θεωρώ κακό. Όλες οι αρχικές ιδέες κάτι θυμίζουν. Στη συνέχεια το ποίημα πήρε τη μορφή που πήρε, με πολύ διαφορετικές σκέψεις και επιρροές.
Μετά το πρώτο σχόλιο της κυρίας Θεοφιλάκου, και καθώς έχω 25 χρόνια τουλάχιστο να διαβάσω Κ., ανησύχησα για λίγο μήπως το ποίημά μου έμοιαζε υπερβολικά με το διήγημα του Κ. Το διάβασα λοιπόν και βεβαιώθηκα ότι πέραν της δεδομένης επιφανειακής ομοιότητας (ο άνθρωπος στα σκαλοπάτια του πύργου που δεν τον αφήνουν να μπει μέσα), τόσο τα νοήματα όσο και η ιδεολογική ταυτότητα του έργου δεν έχουν ούτε την ελάχιστη ομοιότητα με το έργο του Κ.
Επειδή λοιπόν κάθε τι που γράφω έχει επιρροές και ιδέες από δεκάδες διαφορετικά πράγματα (και σίγουρα ο Κάφκα δεν ήταν μία από τις βασικές επιρροές της Επανάστασης), μου φαίνεται τουλάχιστο γελοίο να αναφέρω στο κάθε ποίημα όλες τις πηγές έμπνευσής μου. Ποίηση γράφουμε, όχι έκθεση ιδεών. Άλλωστε έχω μπροστά μου αυτή τη στιγμή ένα αρχείο με ποιήματα της κυρίας Θεοφιλάκου, και δεν βλέπω και αυτή πουθενά να αναφέρει τις πηγές έμπνευσής της για το κάθε ποίημα – εκτός αν θέλει να μας πείσει ότι τα δικά της ποιήματα είναι προϊόν παρθενογένεσης.
Τελειώνοντας να πω ότι και εγώ αισθάνομαι μια βαθιά υποχρέωση προς τον Κάφκα και τον κάθε Κάφκα, όπως ελπίζω και οι αυριανοί λογοτέχνες θα αισθάνονται βαθιά υποχρέωση σε εμάς, και αυτή η υποχρέωση είναι να προσπαθούμε να γράφουμε αξιόλογα και σημαντικά λογοτεχνικά έργα – και όχι να μπαρουφολογούμε προσπαθώντας να ανακαλύψουμε από που εμπνέεται ο κάθε δημιουργός.
Σας εύχομαι και εγώ δημιουργική συνέχεια, με περισσότερη λογοτεχνία και λιγότερο αστυνομικό ρεπορτάζ.
Κύριε Νικολόπουλε.
Παρακολουθώ το Ποιείν γύρω στα δύο χρόνια και δε συνηθίζω να συμμετέχω στο σχολιασμό. Το έχω κάνει μόνο μία φορά στο παρελθόν, και μία τώρα.
Και τις δύο φορές ως απλή αναγνώστρια και τίποτα παραπάνω.
Αν διαβάσατε ποιήματά μου, με τιμάτε. Αν βρήκατε σε αυτά κάποια/ες βασική ιδέα/ες ή επιρροές εμφανείς τόσο ώστε να παραπέμπουν σε κείμενο άλλου, θα χαρώ πολύ να ακούσω εσάς και την γνώμη σας (όπως και οποιουδήποτε άλλου). Και γενικά όποια κριτική.
Τα δύο κείμενα, «επανάσταση» και «μπροστά στο νόμο» είναι στη διάθεση των αναγνωστών στο διαδίκτυο.
Καλό βράδυ σε όλους.
Κυρία Θεοφιλάκου,
Κιʼ εγώ δε συνηθίζω να συμμετέχω στο σχολιασμό – εκτός αν τα σχόλια με αφορούν.
Τα ποιήματά σας τα διαβάζω επειδή εσείς μας τα στείλατε για αξιολόγηση. Για να είμαι ειλικρινής, το από που προέρχονται οι ιδέες σας και ποιες είναι οι επιρροές σας μου είναι τελείως αδιάφορο και δεν θα κάτσω να το ψάξω, αν και κάθε κείμενο σίγουρα κάποιο άλλο κείμενο θυμίζει. Δεν έχω το χρόνο να σας κάνω κριτική, μπορώ πάντως να σας πω σε γενικές γραμμές ότι τα ποιήματά σας είναι αρκετά καλά (αν και κάπως κοινότοπα) και φαίνεστε εξελίξιμη ποιήτρια, γιʼ αυτό και σας συμβουλεύω και πάλι να ασχολείστε περισσότερο με την ποίηση και λιγότερο με θεωρίες συνωμοσίας. Εγώ πάντως έχω δώσει θετική κρίση για το έργο σας. Ίσως κάποια στιγμή να βρω το χρόνο να σας κάνω μια πιο αναλυτική κριτική.
Αφού ενδιαφέρεστε τόσο για επιρροές, επʼ ευκαιρία, να σας πληροφορήσω ότι οι βασικές μου επιρροές τόσο στην Επανάσταση όσο και στα ποιήματα που έχω γράψει τα τελευταία χρόνια γενικότερα, είναι, όχι βέβαια ο Κάφκα, αλλά ο Τάσος ο Λειβαδίτης και φυσικά ο Μπέκετ. Και αν διαβάζατε τα ποιήματα με μεγαλύτερη προσοχή ίσως θα το καταλαβαίνατε.
Να επιβεβαιώσω κιʼ εγώ ότι και τα δύο κείμενα, «Επανάσταση» και «Μπροστά στο νόμο», είναι στη διάθεση των αναγνωστών στο διαδίκτυο, οπότε μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει και μόνος τους ότι κάθε ομοιότητα μεταξύ τους είναι απλά επιφανειακή και επουσιώδης.
Καλό βράδυ.
Κύριε Μίχο, ένα ποίημα και ένα πεζό μπορεί επιφανειακά να μοιαζουν. Ιδιαίτερα ένα ποίημα σε πρόζα και ένα μικροδιήγημα (ένα μπονζάι, όπως τα ονομάζει το Πλανόδιον) επιφανειακά μοιάζουν πάρα πολύ.
Για έναν ποιητή όμως είναι πάρα πολύ εύκολο να τα ξεχωρίσει. Είναι η επιλογή των λέξεων, είναι η δομή των προτάσεων, είναι ένα σωρό μικροπράγματα που όμως κάνουν όλα μαζί μια τεράστια διαφορά.
Αν επέλεγα να μεταγράψω τα ποιήματά μου ως μικροδιηγήματα θα τα έφτιαχνα τελείως διαφορετικά. Το μικροδιήγημα όμως δεν είναι ένα λογοτεχνικό είδος που, για την ώρα τουλάχιστο, με ενδιαφέρει. Προτιμώ να ασχολούμαι με την ποίηση.
Ευχαριστώ, πάντως, για το σχόλιό σας.
Κύριε Μουζάκη, χαίρομαι που μετά από αρκετή ώρα κάποιος σχολιάζει τα ποιήματά μου όσο αφορά τη λογοτεχνική τους αξία και όχι ως προς τις επιρροές τους ή το είδος τους.
Φυσικά διαφωνώ απολύτως με την κρίση σας, αλλά αυτό αφορά τα προσωπικά κριτήρια του καθενός και είναι απολύτως θεμιτό.
Πάντως εγώ προτιμώ να διαβάζω τον Καφκα παρά τον κ. νικολόπουλο… δεν με ενδιαφέρει το ζήτημα της λογοκλοπής ή της οικειοποίησης μιας λογοτεχνικής ή ποιητικής ιδέας.. αλλά διερωτώμαι αν κάποιος δεν έχει να πει τίποτα περισσότερο από οτιδήποτε είπε κάποιος άλλος γιατί να διαβάζουμε το αναμάσημα του οποιουδήποτε από το ίδιο το original?
Eν κατακλείδι, αν με καλούσαν για
μάρτυρα στη ‘ΔΙΚΗ’, θα κατέθετα
υπέρ του κ. Γιώργου Νικολόπουλου.
Αγαπητέ “δημήτρη”, χωρίς να θέλω να παραγνωρίσω το έργο του Κάφκα, ο οποίος πάντως – από αυτά που γράφετε φαντάζομαι ότι δεν θα το γνωρίζετε – δεν υπήρξε ποιητής αλλά πεζογράφος, νομίζω ότι σίγουρα έχω πολύ περισσότερα να πω. Επίσης, αν το έργο μου σας φαίνεται ως “αναμάσημα” του έργου του Κάφκα, τότε είναι προφανές ότι δεν έχετε διαβάσει ποτέ ούτε εμένα ούτε και Κάφκα, δεδομένου ότι δεν υπάρχει η παραμικρή σχέση μεταξύ των έργων μας. Κι’ εγώ διερωτώμαι, επίσης, αν κάποιος δεν έχει να πει τίποτα απολύτως που να έχει σημασία, γιατί θα πρέπει να χάνουμε το χρόνο μας διαβάζοντας το σχόλιό του;
Κατα τη γνώμη μου, η παραπομπή είναι εγγενές στοιχείο στην ποίηση. Παραπομπή συναισθημάτων, εικόνων, νοημάτων, στυλ, ακόμα και άλλων κειμένων και δημιουργών.
Το αν ο ποιητής θέλει να τονίσει την συνειδητή παραπομπή του με ένα σχόλιο ή αστερίσκο, αυτό ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια ή στην ποιητική του άδεια και εξουσία.
Η ποίηση όμως παίζει με το υποσυνείδητό μας, με τις εμπειρίες και τις μνήμες μας, οπότε και ο ίδιος ο ποιητής μπορεί να μην έχει επίγνωση όλων των πιθανών παραπομπών του. Μπορεί όμως και σκόπιμα να αφήνει αυτό το παιχνίδι ελεύθερο να παιχτεί στις νοήσεις και στις καρδιές των αναγνωστών του.
Προφανώς η έντεχνη, συνειδητή λογοκλοπή δεν αποτελεί παραπομπή αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, μετάφραση. Διότι και η εξουσία του ποιητή, έχει και τα όριά της. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα εν λόγω ποιητικά κείμενα του κ. Νικολόπουλου, με τη μικρή γνώση του έργου του Κάφκα που έχω, νομίζω πως δεν ανήκουν σε αυτή την περίπτωση.
Εν ολίγοις και εν κατακλείδι, η παραπομπή σε αναγνωρίσιμα ύφη και κείμενα είναι θεμιτή, ως κλείσιμο ματιού αλλά και αναπόφευκτη ως ασυνείδητο νοηματικό άνοιγμα. Και η ποιητική αξία δεν κρίνεται στις λαθραίες ή τυχαίες παραπομπές, αλλά στο σύνολο ως οργανική ενότητα μορφής και περιεχομένου, πάντα βέβαια, εν ιστορία.
κ.Νικολόπουλε
μπορείτε αν θέλετε να επιμένετε ότι τα κείμενά σας είναι ποιήματα ή ότι άλλο. Η ουσία είναι ότι τα κείμενα που διαβάζω εδώ έχουν αφηγηματικό ύφος. Δεν ξέρω δε πόσες φορές τα έχετε διαβάσει εσείς ο ίδιος αλλά έχουν αρκετές αφηγηματικές αβλεψίες. Για παράδειγμα:
1. “Κάθε μέρα χτυπούσες την πόρτα του μεγάλου πύργου και κανείς δε σου άνοιγε.
………….και ο φύλακας γέλαγε, και σε χτύπαγε φιλικά στην πλάτη και σούλεγε «Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα τα ξαναπούμε».
Αφού κανείς δεν σου άνοιγε -άρα ο φύλακας σου μιλούσε πίσω απ’ την πόρτα- πως σε χτύπαγε φιλικά στην πλάτη;
2. “Χτες το βράδυ, αποκαμωμένος, κοιμήθηκες στα σκαλοπάτια του μεγάλου πύργου.
…………Ο φύλακας σε κοίταξε θλιμμένα. «Η επανάσταση έγινε χτες το βράδυ», είπε. «Την έχασες επειδή κοιμόσουν. Τώρα δεν υπάρχουν πια άρχοντες. Τώρα είμαστε όλοι ίσοι και ελεύθεροι».
Αν είχε γίνει επανάσταση και κοιμόσουν στα σκαλιά του πύργου δεν θα είχες ξυπνήσει; Δεν θα σε είχαν ποδοπατήσει οι επαναστάτες στη χειρότερη περίπτωση; Εκτός αν ο λαός ζούσε μέσα στον πύργο. Απ’ το διάλογο με το φύλακα πάντως δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Εκτός πάλι αν οι άρχοντες ανετράπηκαν απο “τα μέσα”, απ’ τους δικούς τους δηλαδή. Τότε όμως θα ήταν πρξικόπημα κι όχι επανάσταση!
3. «Και οι άλλοι;» ρώτησες. «Τι κάνουν οι άλλοι;»
Ποιός είναι αυτός που ρώτησες; Παρακάτω το κείμενο αφήνει να εννοηθεί ότι αυτός είμαι “εγώ”, ο αφηγητής δηλαδή. Όμως είναι αυτοί “οι άλλοι” που σου απαντούν (εν χορώ;), τους οποίους ακούς μεν αλλά πάλι σε “μένα” απευθύνεσαι και μου ζητάς να τους μεταφέρω λόγια. Αυτό δεν μπορεί να σταθεί παρα μόνο ίσως σαν θεατρικό όπου ο Α ρωτάει τον Β, απαντά ένας χορός απο “άλλους”, ο Α ακούει και ανταπαντά μέσω του Β. Αλλά και πάλι…
Αν “οι άλλοι” είναι παρόντες στη σκηνή , ο Α δεν θα ρωτούσε “τι κάνουν οι άλλοι” αλλά “τι κάνουν αυτοί”. Επίσης ο Α δεν θα προέβαινε στο τελευταίο του σχόλιο -παρουσία των “άλλων”-εκτός αν το ψυθίριζε στον Β. Αυτό όμως δεν προκύπτει απ’ το κείμενο.
4.”Άνοιξα με προσοχή το βιβλίο. Ήταν δερμάτινο, με χρυσά γράμματα, και φάνταζε πελώριο.”
Το ότι το βιβλίο είναι δερμάτινο με χρυσά γράμματα (μόνο πάνω στο δέρμα φαντάζομαι γιατί μέσα είναι κόκκινα) το παρατηρούμε πριν το ανοίξουμε. Επίσης ένα αντικείμενο “φαντάζει” μόνο όταν το κοιτάμε απο μακριά. Όταν το έχουμε στα χέρια μας ή είναι πελώριο ή δεν είναι.
Επίσης πιστεύω ότι αν θέλατε να αντικρούσετε τις όποιες κατηγορίες για λογοκλοπή, ένα σχόλιο θα ήταν αρκετό. Στο οποίο σχόλιο βέβαια δεν θα παραλείπατε να ευχαριστήσετε όσους διάβασαν και σχολίασαν ανεξάρτητα απο την άποψή τους.
Με την εμπλοκή σας σε διάλογο σαν κι αυτόν που διαδραματίστηκε/διαδραματίζεται με τους σχολιαστές, υπονομεύετε άθελά σας τα κείμενα.
Ο δαίμων του… πληκτρολογίου “πάτησε” Enter πριν ολοκληρώσω τη σκέψη μου.
Θέλω να πω ότι έχετε ενδιαφέρουσες ιδέες. Επίσης ο σαρκασμός και ο κυνισμός λειτουργούν ανατρεπτικά σε τέτοια κείμενα. Θα πρέπει όμως να τα δουλεύετε πολύ περισσότερο πριν τα δημοσιεύσετε νομίζω.
Κύριε Περιηγητή, το μοναδικό σωστό σημείο στο σχόλιό σας είναι ότι εμπλεκόμενος σε αυτό τον διάλογο με τους σχολιαστές, υπονομεύω τα κείμενα. Είναι λυπηρό αλλά αναπόφευκτο. Πιστεύω άλλωστε ότι κάθε σοβαρός αναγνώστης κρίνει τα κείμενα χωρίς να επηρεάζεται από τα σχόλια, που στο κάτω κάτω και ελάχιστη σημασία έχουν.
Κατά τα άλλα, το ποιον θα ευχαριστήσω και σε ποιον θα απαντήσω δεν θα το κρίνετε εσείς. Δυστυχώς στην Ελλάδα έχουμε φτάσει σε μια ιδιότυπη “ασυλία” του “κριτικού” – ο κάθε άσχετος μπορεί να σχολιάζει ότι θέλει και ο κρινόμενος πρέπει να υπομένει την κρίση του. Όμως αυτό κάπου κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει – και εσείς κρίνεστε για τα σχόλιά σας και δυστυχώς αποδεικνύεστε τραγικά ανεπαρκής. Ίσως έχετε συνηθίσει να σχολιάζετε καινούργιους ή πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές που, χαρούμενοι που τα κείμενά τους δημοσιεύονται κάπου, σκύβουν ταπεινά στο κεφάλι και σας ευχαριστούν για όποιο σχόλιο καταδέχεστε να τους χαρίσετε.
Η ταπεινότητα όμως δεν αρμόζει στους ποιητές, και η ποίηση πρέπει να γράφεται για να προκαλεί και να ανατρέπει.
Το αν τα ποιήματά μου είναι ή δεν είναι ποιήματα αφήστε να το κρίνουν οι ποιητές – δεν είναι δουλειά δική σας, γιατί δεν φαίνεστε να έχετε και κάποια αντίληψη της ποίησης όχι μόνο του 21ου αλλά ούτε και του 20ου αιώνα.
Δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να απαντήσω για τις “αφηγηματικές αβλεψίες” όπως τις αποκαλείτε (να εξηγήσω για παράδειγμα ότι ο φύλακας προφανώς στέκεται έξω από την πόρτα την οποία φυλάει και όχι από μέσα) γιατί αυτό θα είναι χάσιμο χρόνου. Θα σας πρότεινα απλώς να ξεκινήσετε να διαβάζετε την ποίηση από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά. Διαβάστε ας πούμε λίγο Καβάφη, και μετά (επειδή ο ίδιος δυστυχώς δεν είναι εδώ για να σας απαντήσει) εκφράστε σε κάποιο φόρουμ τις απορίες σας. Για παράδειγμα, “Και πως μπόρεσαν να χτίσουν γύρω του τείχη; Καθόταν όλη την ώρα στο ίδιο σημείο; Και πως δεν άκουσε κανένα κρότο; Είναι δυνατόν οι χτίστες να μην έκαναν θόρυβο την ώρα που έχτιζαν; Ξαναδιαβάζετε τα κείμενά σας κύριε Καβάφη;” και άλλα τέτοια έξυπνα.
Και τέλος πάντων, νομίζετε ότι θέλω να χάνω το χρόνο μου – που είναι πιο πολύτιμος απ’ όσο μπορείτε να φανταστείτε – με το να κάθομαι να απαντάω στα σχόλιά σας; Δυστυχώς όμως δεν γίνεται να μένουν ασχολίαστα.
Και τέλος πάντων, δεν θέλω να γίνομαι ούτε κακός ούτε αγενής. Διάβασα τώρα και το υπόλοιπο σχόλιό σας. Καλωσύνη σας που λέτε ότι έχω ενδιαφέρουσες ιδέες. Δε θέλω όμως να μπαίνω στη διαδικασία να αλλάζω τα ποιήματά μου όταν τα έχω γράψει. Με εξαίρεση τα ρυθμομετρικά και ομοιοκατάληκτα, τα οποία προφανώς αναγκάζομαι να δουλέψω αρκετά – μπορεί να κάτσω ακόμα και ολόκληρη μέρα για να γράψω ένα καλό σονέτο, για παράδειγμα – τα άλλα απλά τα γράφω και από τη στιγμή που τα έχω γράψει δεν τα αλλάζω.
Βλέπετε όμως αυτό που σας είπα – το σχόλιο του κυρίου Καλογήρου, για παράδειγμα. Δεν είναι η μεγαλύτερη απόδειξη για όσα έγραψα;
Ναι στους ταπεινούς ποιητές!
ότι αυτοί γνωρίζουν τον πόνο, τη φύση και την θέση του ανθρώπου στον Κόσμο.
πληροφοριακά – Κάφκα στα κυπριακά σημαίνει γκόμενα. . .
υγεία σε όλους.
Το @32 το έγραψα πριν διαβάσω το @29 σας.
Έστω! Δεν πρέπει να σας θυμώνει η κριτική όμως. Ούτε αυτή που θεωρείται άδικη, ούτε καν η κακόβουλη που εδώ δεν νομίαω ότι υπήρξε απο κανέναν εδώ.
Κύριε Περιηγητή
Αν ήμουν αγενής σας ζητώ συγνώμη, και λυπάμαι γι’ αυτό. Κι’ εγώ έγραψα το @27 πριν διαβάσω το 26 σας.
Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν φτασμένοι ποιητές. Οι ποιητές πάντα προχωράνε. Δεν υπάρχει κάπου να “φτάσεις”.
Ας είναι, όμως. Επειδή βλέπω ότι πολλοί ενοχλούνται επειδή απαντάω στα σχόλια που κάνουν, σας υπόσχομαι να μην επανέλθω – παρά μόνο αν κάποιος με προσβάλλει προσωπικά. Για τα ποιήματα ας γράψει ο καθένας ότι θέλει. Η κριτική δεν με θυμώνει – απλά διατηρώ κι’ εγώ το δικαίωμα να κρίνω.
Λυπάμαι που δε συμμερίζομαι τις απόψεις της κυρίας Θεοφιλάκου περί ταπεινότητας. Αλίμονο αν είχαμε όλοι τις ίδιες απόψεις, όμως.
Να είστε όλοι καλά και να διαβάζετε ποίηση.
[…] Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι ο Έλληνας πολίτης και ο Έλληνας πολιτικός συνθέτουν μια ιδιαίτερη μουσική συμφωνία, με χαρακτηριστική αντιστικτική δομή. Ο πρώτος δεν διστάζει να κατηγορεί δημόσια τον δεύτερο για έλλειψη ήθους, αλλά απέναντι στην εξουσία του πολιτικού διατηρεί την ίδια βαθιά πίστη που τρέφει και για το ήθος το οποίο επικαλείται. Αυτό επιτρέπει στον πολιτικό να αμύνεται, με σχετική επιτυχία, ανασκευάζοντας τις κατηγορίες εναντίον του, αναδιατυπώνοντας τους ορισμούς των υφισταμένων ηθών και εισάγοντας νέα ήθη, επικαλούμενος ενίοτε αμφιλεγόμενους ορισμούς της προόδου, ενώ κάποια στιγμή φτάνει στο σημείο να επωμίζει σεβαστό μερίδιο ευθύνης στον πολίτη-κατήγορο. Ανεξάρτητα από το όποιο πολιτικό έργο, η άσκηση πολιτικής εξαντλείται στην εκατέρωθεν παραγωγή και κατανάλωση δηλώσεων: ο μεν πολίτης για να δείξει στον πολιτικό ότι είναι υποψιασμένος και ότι δεν τρώει κουτόχορτο, ο δε πολιτικός για να δείξει στον πολίτη ότι δεν ανέχεται να σπιλώνεται το όνομά του. […]
Αντίπαλοι στην επιφάνεια, αναλισκόμενοι σε αδιέξοδες σημασιολογικές και φαινομενολογικές αντιπαραθέσεις, συνομολογούν στο βάθος μια σύμβαση που επιτρέπει στον μεν πολιτικό να διατηρεί την εξουσία του, στον δε πολίτη να διατηρεί αυξημένες τις πιθανότητες μιας ευνοϊκής μεταχείρισης, ή ακόμη και την ελπίδα για μια θέση “στα δεξιά” του πολιτικού (ως ελέω Θεού θεματοφύλακα της καθεστηκυίας τάξης).
Μανούσος Δικαιάκος, “Η φαντασιακή θέσμιση της άτιμης κενωνίας”, Εκδημίων 1991.
Τα παραπάνω επ’ αφορμής της τραμπάλας που παίχτηκε παραπάνω.
Όσον αφορά το κατά πόσο τα κείμενα της ανάρτησης είναι ποιήματα ή όχι, την απάντηση δίδει εύστοχα ο κύριος Νικολόπουλος: ένα ποίημα έχει διαφορετική “ποιητικότητα” από ένα διήγημα, και για έναν ποιητή είναι πάρα πολύ εύκολο να τα ξεχωρίσει. Οι υπόλοιποι ας κάνουν τον κόπο να διαβάσουν ποίηση.
Τέλος, για τα ποιήματα καθαυτά: ευφυή, αλλά υποφέρουν, κατά τη γνώμη μου από την ευφυΐα του συνθήματος. Αστοχούν στο να καθορίσουν τους όρους της προβληματικής τους. Ωστόσο, εάν υποθέσω ότι η επιλογή τους και η σειρά με την οποία κατατίθενται δεν είναι τυχαία, αλλά σκόπιμη και οργανική, τότε ενδεχομένως αποκαλύπτεται κάτι σημαντικό για το πώς ο ποιητής αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τη θέση του στον κόσμο. Στο πρώτο ποίημα, η επανάσταση δεν είναι καν γεγονός, αλλά συνιστά μια απλή δήλωση στα χείλη του φύλακα. Όλη η στιχομυθία μεταξύ του φύλακα και του αιτούντος ακρόαση παραδίδεται από κάποιον τρίτο (αποστασιοποιημένο αφηγητή), ο οποίος δεν μπαίνει καν στον κόπο να απευθύνει στο τέλος την κρίσιμη ερώτηση στον αιτούντα ακρόαση: π.χ. “Κι εσύ τι σκατά έκανες;” Η ίδια αφηγηματική παγίδα και στο δεύτερο ποίημα αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την απόσταση του αφηγητή από τα πράγματα, ο οποίος, στο τρίτο ποίημα, ανακαλύπτει ότι είναι εκ προοιμίου χαμένος.
Οι ερμηνείες ανοιχτές. Και οι κριτικές επίσης.
Να είστε καλά.
Αγαπητοί, δεν υπάρχει λόγος τριβής… Ίσως και η πηγή έμπνευσης του ποιητού να ήταν όντως ο Κάφκα… Αυτό, δε μειώνει το δημιούργημά του. Ίσα-ίσα που δε θα πρέπει να εκπλαγούμε, ακόμα και αν ξεπεράσει σε κάλλος την πηγή της δικής του έμπνευσης, φτάνοντας σε ένα επίπεδο λυρισμού ανώτερο από το αντίστοιχο δοκιμιακό του μεγάλου δημιουργό, σε ένα είδος πολύ πιο απαιτητικό… Αυτό της ποίησης.
Τόσα σχόλια και τόση συζήτηση για ποιήματα και για σκέψεις που πηγάζουν από σχολιασμούς κάτω της μετριότητας. Μήπως θα μπορούσε να σταματήσει αυτός ο σχολιασμός που δεν οδηγεί σε τίποτε; Μπορούμε να κρίνουμε και να σχολιάσουμε ένα ΠΟΙΗΜΑ, όμως πρέπει να είμαστε ανεκτικοί σε κάθε ποιητική προσπάθεια. Γιατι άλλο η ποίηση και άλλο η προσπάθεια για ποίηση.