Εν Θεσσαλονίκη, 26/11/10, 14:45 (βρέχει)
« Νόμιζε…Άνοιξη »
Είμαι η πεταλούδα του χειμώνα,
που ερήμην της σου δίνει χαρά,
και απορείς πως είδες πεταλούδα
το χειμώνα
καθώς πετάει δίπλα σου
σʼ αναπνοής απόσταση
αλλά εσύ γνωρίζεις
το επερχόμενο τέλος της…
γιατί… λουλούδι, γιʼ αυτήν,
δεν υπάρχει στην καρδιά σου
και πως θα συνεχίσει χαρά να σου δίνει;
θα την δεις αργότερα παγωμένη επάνω σε μια γλάστρα
θα την δεις να επιπλέει στα νερά της βροχής και να παρασύρετε
θα την δεις μέσα στο λάδι του καντηλιού πνιγμένη
στον άνεμο που πάντα αντιστεκότανε παραδομένη
θα την δεις επάνω στο περβάζι σου
που αν και νεκρή πάλι θα το ομορφαίνει
και μετά δεν θα την ξαναδείς ποτέ
πάντα αυτή θα σου κάνει εντύπωση όσες άλλες και να δεις
Πεταλούδα είχα δει μια φορά μέσα στο καταχείμωνο,
θα λες, τόση ομορφιά πως χάθηκε άδικα από ανοησία,
γιατί δεν βγήκε την Άνοιξη;
Μα κι αυτή για Άνοιξη σε πέρασε!
«Το γυφτάκι»
Είμαι το γυφτάκι με το λερωμένο πρόσωπο
Με τα κοντομάνικα μέσα στο χειμώνα
που σου ζητιανεύει
και που εσύ αποστρέφεσαι,
αλλά η ενοχλητική παρουσία του σε έκανε κι αισθάνθηκες καλά
γιατί ένιωσες ότι είσαι σε καλύτερη μοίρα
είτε του έδωσες είτε όχι
αισθάνθηκες καλύτερα στο φινάλε
Μα κι αυτό, δεν θα έπρεπε, τώρα, να είναι στο σχολείο ή να παίζει ανέμελο;
«Σώμα εγκατάλειψης»
Είμαι αυτό το σώμα της εγκατάλειψης …
που η ψυχή του δεν κοιμάται…
όπως και η δική σου…
δεν κοιμάται…
γιατί η ψυχή δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια…
…πάντα βλέπει…
Εκεί, όμως, παίζουμε σε διαφορετικό επίπεδο…
Αλλά εγώ θέλω και το σώμα σου!
Τη γήινη πινελιά της κατάληξης της ψυχής σου
«Μαζί σου»
Είμαι μόνος,
γιατί θέλω να είμαι μόνος,
κι ονειρεύομαι ότι δεν είμαι μόνος,
μαζί σου ονειρεύομαι πως είμαι
«Το ανομολόγητο της ποίησης»
Το πιο όμορφο ποίημα
αυτό που χάθηκε στο φλοίσβο
των κυμάτων των σκέψεων
γιατί αφέθηκες συνεπαρμένος
και δεν συγκράτησες
από την ηδονή που σου χάριζε
Είσαι δεν λέω αλαζόνας
σαν έλεγες Θα έρθουν πιο καλά από αυτό
Και οκνηρός γιατί δεν ταʼ γραφες
όπως προέτρεπε κι ο Κωνσταντίνος Κ.
αλλά έλεγες Πως μέχρι το πρωί
δεν θα τα λησμονήσω
Μα τα λησμονούσες.
Είναι όμως και το ανομολόγητο της ποίησης
που έγινε ένα άγραφο ποίημα
που είναι καλύτερα
Κανείς να μη θυμάται
(Θερμαϊκός, Ιανουάριος 2011, νύχτα, χιονίζει)
« Τι; Ζηλεύεις; »
Όχι… θαυμάζω!
Καθώς χιονίζει
Σφιχταγκαλιασμένοι αντιστέκονται
Οι ερωτευμένοι στο τσουχτερό κρύο
Αρνούμενοι τα ξέχωρα σπίτια
Αρκεί ένα παγκάκι στην παραλία γι αυτούς
ας είνʼ και χιονισμένο
Άραγε ξέρουν πόσο πλούσιοι είναι;
Βραδιές… κι εγώ έτσι…όχι μόνος…
μες το κρύο… σʼ ένα παγκάκι…
Τότε που…
οι αλώπεκες φω-
λεούς είχαν και τα πετεινά
του ουρανού κατασκηνώ-
σεις, οι δε ερωτευμένοι
ουκ είχαν που την κεφα-
λήν κλίνη
(φόρος τιμής στον Πωλ Γκωγκέν)
βιογραφικό
Ο Μάνος(Εμμανουήλ) Γεωργόπουλος γεννήθηκε στην συνοικία με τις εργατικές οικοδομές του Φοίνικα στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης στις 9 Ιουλίου 1975. Ο πατέρας του Θεσσαλονικιός με Μικρασιατικές ρίζες και η μητέρα του από τη Βιάννο του Ηρακλείου Κρήτης. Πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια μεταξύ Θεσσαλονίκης και Κρήτης. Σπούδασε δημοσιογραφία, γραφιστική, διαφήμιση, θέατρο. Συνεργάστηκε και συνεργάζεται με διάφορες εφημερίδες και περιοδικά της Θεσσαλονίκης. Είναι εκδότης του χιουμοριστικού περιοδικού «Κωμικτρόνιο», του γυναικείου περιοδικού «Ανεξartητη Γυναίκα», www.anexartiti.gr , αλλά και άλλων εκδόσεων. Ο ίδιος αναφέρει ότι: Η ποίηση μου είναι πολύ απλή, προσωπική , συναισθηματική και αποφεύγει τις ομοιοκαταληξίες.











Μου αρέσει η ατομιστική σας θεώρηση , η οποία είναι δηλή και στα ποιήματά σας
Χαίρομαι όταν οι άνθρωποι αποτυπώνουν
πάνω στο χαρτί τις ευαισθησίες τους !
Που σημαίνει ποίηση !!
Επίσης είναι ωραίο , να θυμάσαι που και πότε
και γιατί έγραψες κάτι , με την ευκαιρία του
( Θερμαϊκός , Ιανουάριος , 2011 , νύχτα , χιονίζει )
Ευχαριστώ για το καλό και το κακό..
Δεν θα μπω στην λογική να απαντήσω το κάθε σχόλιο..
Για μένα η ποίηση είναι μια πρωτόγνωρη εμπειρία και ευχαριστώ πολύ τον κ. Παστάκα για όλα..
Θα ήθελα να κλείσω το σχόλιο μου με αυτό που έχει πει ο ΣΑΡΛ ΠΙΕΡ ΜΠΟΝΤΛΑΙΡ
« Οι ποιητές είναι σαν τα Άλμπαρτος,
εκείνα τα μεγάλα πουλιά,
με τα τεράστια φτερά που ακριβώς γι’ αυτό
όταν είναι στο έδαφος
τα τραυματίζουν και γι’ αυτό είναι αναγκασμένα
πάντα να πετάνε στον ουρανό.
Έτσι, πεθαίνουν από εξάντληση..»
Σας ευχαριστώ για τον χρόνο που μου αφιερώσατε… Να είστε όλοι καλά.
και ωσάν άλμπατρος κι εσύ, σ αφήνουμε να πετάξεις ψηλά ακόμη και με το κίνδυνο να τραυματιστείς από τις σφαίρες των κακόβουλων κυνηγών!
συγχαρητήρια.