Εγώ ειμί ο Ελλείπων
(ο υιός του ανθρώπου)
Στα στεγνά πηγάδια
με τα βουλιαγμένα μάτια σου,
μονόλογους γιομάτα,
ποιός θα ξεπλύνει την αμαρτία της αγάπης
από τις ματωμένες παλάμες μου,
εκείνες τις άγνωστες νύμφες
που λοξοκοίταξα και ερωτεύτηκα
σφοδρά στο χώμα της αγαποχώρας,
ούτε ένα ρούχο,
κανένας να σκεπάζει τη μελανή γύμνια μου,
μια προσωπίδα στη φωνή της φωτιάς να απλώνει;
Λαμπάδα με φτερά
άχρηστα στο φάρο που χάλασε,
χρόνια πριν σε γνωρίσω,
το άκληρο σώμα μου
έλυωνε, καθώς το φως βασίλευε, νύν και αεί
βραδυάζει με ομίχλη θειάφι και πίσσα στις πληγές.
* * * * *
Νύχτωσε. Τις μεγάλες νύχτες ανώνυμοι μαντατοφόροι,
ίσκιοι αλλόκοτοι, ω θαλερή σιωπή, θαλπωρή της ερήμου
έλα επιτέλους,
ως φάντασμα, ως εωσφορική μορφή, πληγή
δεν είναι τα πεφταστέρια κραυγή
της λογχισμένης ψυχής σου,
καθώς αναβλύζει από τις αιώνιες πηγές
των μυθικών μυστηρίων;
και ο μαύρος κόκορας
με τους λευκούς λεκέδες
ο αφέντης της νύχτας,
ο Διχοτόμος ο Μέγας του φόβου και της πικρής μοίρας,
ο Μάντης, «φως έδωσες μάχαιραν θα λάβεις»;
* * * * *
Παιδί της αγάπης
των λουλουδιών,
με το φως του προσώπου σου
στο σώμα της Άνοιξης
εσταυρωμένο έως
τα μεγάλα χλωμά μάτια σου,μισάνοιχτα,
τους ανθισμένους βράχους
προβάλλοντας στις οθόνες των βαρβάρων
που αλαλάζουν, στα ηλεκτρικά τρύπανα
των τυχοδιωκτών. Ίλεως Κύριε!
(Ένα καντήλι λάδι στη μορφή σου.)
Δεύτε οι πενθούντες,
λάβετε φως ανθισμένου φωτός.
Δεν είναι ο ήλιος η βάσανος της αλήθειας μου;
ο καημός και το ντέρτι
των ανοιχτών χειλιών μου στους αβρούς οινοχόους;
Να επαινείς, λοιπόν, τον ούριο λόγο μου,
τα ορφανά τέκνα του Οίκου μου,
τους γόνους του εξιλαστήριου πυρός μου,
με το μειδίαμα χαραγμένο στις ζωοφόρες στάχτες τους.
* * * * *
Μη καρτεράς τον έρωτα μου,
το νυμφικό σου πλέκοντας,
ξεμπλέκοντας με φυσιογνωμίες
λουλουδιών, βρύα του ρυακιού,
χείλη της βρύσης,
και αοιδούς αηδόνια
στις πράσινες ανάσες,
κρυφές γραφές γυρεύοντας
στις ρυτιδωμένες παλάμες του πλατάνου.
Στο στόμα του τυφώνα θα με βρεις, στη γλώσσα
της καταιγίδας και στις συντριμένες μορφές
της αιώνιας τρικυμίας, σπαραγμένα φωνήεντα,
τσακισμένα σύμφωνα, στα δυσθεόρατα ύψη του κυρτού
λαιμού των πελαγίσιων τεράτων,
στις λαξεμένες κρεμάλες τʼ ανέμου, σε μαρμαρωμένες
αιχμές χαμένων κορυφογραμμών, σε σωρούς αιμάτων
δύσοσμης λάσπης σπασμένων κοκάλων, σε χολές
φαρμάκι, ενοχές άφαντων βυθών.
Μη καρτεράς λοιπόν!
* * * * *
Υμνείτε το κόχλασμα
της υποβόσκουσας λάβας,
το πρώτο ράγισμα της ιερής καρδιάς,
τη ρωγμή του σπόρου στα σπλάχνα της γής.
Δοξολογείτε την πρώτη χαρακιά τʼ ουρανού,
καθώς η αυγή χαράσσει τη χαιρετιστήρια βολή του φωτός,
τον ανεπαίσθητο ήχο του βλεφάρου
καθώς μισανοίγει,
την πρώτη αρχή των δακτύλων στη γυμνή κάμψη της γροθιάς
* * * * *
Υμνείτε και δοξολογείτε
τη λιγνή λεπτεπίλεπτη φθορά στα δύχτια της νύχτας,
το πρώτο άνοιγμα των στομάτων καθώς αλαλάζουν.
Δοξολογείτε τα πρώτα ίχνη, τα αμφί , τα κατά, τα αντί,
στη μοιραία ρώγα της επανάστασης,
καθώς αναδύεται από το έρεβος.
Δοξολογείτε τον πρώτο χτύπο του ρολογιού
στην πτώση των ειδώλων, το πτώμα της εξουσίας
καθώς βυθίζεται στην άβυσσο.
Δοξολογείτε τον δαίμονα του ανθρώπου,
«εγώ ειμί το φως του κόσμου, ο κρίνος του σκότους
ο εις, ο μόνος, μη ομοούσιος, δίπολο φορτισμένο,
σκοτάδι-φώς,
διαιρετό και διαιρετέο, το άλας
στην πληγής της γής, η Μεγάλη απόρριψη,
η εγκυμονούσα την νεαρή ρίψη»
* * * * *
Εγώ ειμί ο πλακούντας
των δαιμονικών οραμάτων
στη μήτρα της γής,
ο ομφάλιος λώρος της σκοτίας
και του φωτός στο τρυφερό σώμα,
ο Μοχθηρός μοχλός
της αστάθειας των χωμάτων,
Άτλας της πελαγίσιας απελπισίας
και φλόγες των βράχων
μπροστά στη μαυρισμένη θάλασσα,
και αίμα των πραγμάτων
πάνω στα άμφια των ανίερων τελετών,
μέσα στα πεινασμένα ράμφη των θεών,
στα ερειπομένα κορμιά,
των απολωλότων λαρυγγισμών
του έρωτα, καθώς οι πλάκες του
Νόμου τήκονται στα κρίματα και στις
στάχτες της φλεγόμενης βάτου,
στα πονηρά στόματα των κρουνών
τʼ ουρανού, στις βρώμικες σιαγόνες
των σωτήρων της γής,
στους φτηνούς χαριεντισμούς
των φωστήρων του Νού,
της τρισηλίου αθλιότητας,
στα ξεριζωμένα μαλλιά
της μοιρολογίστρας των δραμάτων.
* * * **
Εγώ ειμί η αιδώς
και το δέος της διαβολής
πίσω από το κρυφό φονικό,
η σκοτεινή οδός του δόλου
και το δελεαστικό φώς
στην άκρη της σήραγγας,
καθώς ο τελευταίος δούλος
των θαμμένων βαθιά ζωντανών
αγαλμάτων βυθίζεται στο μάγμα
της χρυσίζουσας υφαιστιακής λάβας,
καθώς ο λαβωμένος αητός
της λειψής αγάπης
αινεί το μεγαλείο του πένθους
και της θλίψης του ανθρώπου,
« μάχαιραν έδωσας ασπασμόν τιμής θα λάβεις»
καθώς ο ζωοφόρος πόνος
του άστεγου και του πεινασμένου ήρωα
υμνεί στα σκοτεινά το αναστημένο
γονάτισμα του σκλάβου, δοξολογεί
το χαμένο ήλιο του αόμματου νοσταλγού,
τους καημούς και τα βάσανα των ποντοπόρων
πειρατών, για ένα σπίτι αδειανό,
για μια ανύπαρκτη Ιθάκη,
Υμνείτε και δοξολογείτε
τον παγερό κόρφο των πεθαμένων
το αδυσώπητο δόρυ της ζωντανής κατάρας,
τον πανάρχαιο άγνωστο χρησμό
της δόξας της ζωής.
* * * * *
Εγώ ειμί ο ελλείπων κρίκος
στη σημαδεμένη αλυσίδα
του φωτός, ο βάσκανος οφθαλμός
της ερωτικής μαρτυρίας,
το γοερό κλάμα του νηπίου,
καθώς ξεσκίζει το σιδηρούν παραπέτασμα
της άχρονης παρουσίας,
η Άρχουσα παγίδα της ζωοφόρου τέφρας των θεών,
ο γαλακτοφόρος μαστός
της παρθένας Δικαιοσύνης.
Εγώ ειμί η συνεχής
και άμα ασυνεχής υφή
του αφθάρτου φωτός,
ο υιός του ανθρώπου.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ: Γιώργος Μύαρης
Ο Αντρέας Σισμάνης γεννήθηκε το 1943 στο χωριό Ορούντα της Κύπρου. Απόφοιτος του Παγκυπρίου Γυμνασίου Λευκωσίας. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο «Φιλίας των Λαών» – «Πατρίς Λουμούμπα» στη Μόσχα. Είχε ενεργό συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του Σ.Κ. Ε.Δ.Ε.Κ. έως την αποχώρησή του. Εκλεγμένος σε διάφορες κοινωνικές και πνευματικές οργανώσεις και θεσμούς της αυτοδιοίκησης. Προσέφερε την βοήθειαν του στις Κυπρο-Παλαιστινιακές και Κυπρο-Κουρδικές αγωνιστικές κινητοποιήσεις.
Εκδόσεις: «Το φλεγόμενο γιασεμί και το λοξά μονοπάτια» (ποιήματα, Λευκωσία, 1967). «Σπόρος φωτιάς και γραμμή στον αέρα – η Κερύνεια μου». (Ποιήματα, Λευκωσία, 1982) «Κύπρος των Ηρώων και της ηρωϊνης» (ποιήματα, Λευκωσία, 1983) «Τραγουδώ για σένα Πατρίδα» (Βοστώνη, …..) Δημοσίευσε ποιήματα, διηγήματα και χρονογραφήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματα του μεταφράστηκαν στα Ρωσσικά, Ιταλικά και Γαλλικά. Ποιήματα του συμπεριλήφθησαν στην μεγάλη έκδοση «Κύπριοι συγγραφείς, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα» (Λευκωσία, εκδ. Χρ. Ανδρέου, 1983-4), στην «Ανθολογία Κυπρίων Ποιητών»-Συμπόσιο Ποίησης, Αθήνα 2008 και σε πολλά αφιερώματα για την κυπριακή λογοτεχνία.











Στίχοι δυνατοί, σαν μια γενιά που πάτησε πόδι κι αγωνίστηκε να μείνει ζωντανή, κι αγωνίζεται για να παραμείνει ζωντανός ο Άνθρωπος! Ακόμη κι όσοι μ’ επιφύλαξη βλέπουν τη μεγαλόφωνη ποίηση, διακρίνουν την πηγαία έμπνευση και την αρετή να διαπερνούν την ποίηση αυτή:
“Υμνείτε το κόχλασμα
της υποβόσκουσας λάβας,
το πρώτο ράγισμα της ιερής καρδιάς,
τη ρωγμή του σπόρου στα σπλάχνα της γής” =όπου γης, στη Γάζα, στο Σιάτλ, τη Γένοβα, την Αθήνα, την Κύπρο, τη Λιβύη (και γιατί όχι και στην Ιαπωνία;) …
Σε καιρούς όπου η επανάπαυση, ο ανορθολογισμός, ο φανατισμός, η θρησκοληψία πολιορκούν τη Συνείδηση και την Τέχνη, τότε η αναζήτηση της Ελευθερίας, της Ομορφιάς, της Συνύπαρξης, του Αλληλοσεβασμού, της Γνησιότητας και της Αλληλεγγύης ζητούν πράξεις και τραγουδιστές σαν τον Α. Σισμάνη. Καλή συνέχεια, λοιπόν!