Jenan Selçuk
Αμμόχωστος


Με μια στρατιωτική επιχείρηση της αφαίρεσαν
τις ωοθήκες. Τώρα ένας ασυννέφιαστος ουρανός
οι συνουσίες μας.

Για να κρύψει τους μώλωπές της από τις παρενοχλήσεις
της Ιστορίας, τυλίγει γύρω απ’ το λαιμό της
σαν σάλι τα τείχη της.

Θρεμμένη με τα περιττώματα της προδοσίας
εξαντλημένη, αυτή η περήφανη πόρνη,
δεν ανταποκρίνεται πια στους βιασμούς.

Σμήνη από μύγες πρασινωπές
γεννοβολούν στο λιμάνι
κάμπιες σε σαλβάρι τυλιγμένες.

(Μετάφραση: Χρίστος Χατζήπαπας)

Καρπασία

Απέναντι από την είσοδο
που φυλάγεται με κύλινδρους
μπήξαμε τα νύχια μας:
                      Ο αρχαίος ναός
τώρα στρατιωτική περιοχή…

Μπροστά μας
οξειδωμένα κλειδιά
του νησιού…
Πολλές εισβολές
άρχισαν κάποτε από εδώ:
                      Ακρίδες, πειρατές,
                      Πέρσες, μαλάρια…

Ο κουρκουτάς συλλογίζεται
καθώς λιάζεται,
                         το πρωινό αγιάζι
μια ραπτομηχανή στο δέρμα σου:
Ακόμα είμαστε άνθρωποι!

Πρώτο πρωινό
Δεκαοχτώ πεφταστέρια
με έθαψαν στη θάλασσα!

Θέλω μια χώρα πλατιά.
Όταν τεντώνω τα χέρια μου
να μην μπήγονται στα συρματοπλέγματα.

Ζιβανία στο πρόγευμα
χαλλούμι στα κάρβουνα
Τσακιστές ελιές με κόλιανδρο
Φουρνιστά μυρωδάτα παξιμάδια
μαλακωμένα στο θαλασσόνερο.
Χορωδία από πέρδικες στα σύδεντρα…
Στη θάλασσα να με θάψετε!

Δεύτερο βράδυ
Σβήνουμε τον ήλιο
με τα ούρα μας
Ντυμένη τη νυχτικιά της με τα βρύα
Φέραμε την εξανθηματική βραδιά
                                    στο στήθος μας.

Καθώς οι πατάτες ζάρωναν στη φωτιά
Προσθέσαμε αστέρια για αλάτι
στη ψαρόσουπα.

Διστακτικά σύννεφα μαζεύτηκαν
                                      στη μυρωδιά της.

Τρίτο πρωινό
Και το ψωμί έχει τελειώσει!

Από τους αφρούς
αρχίζουμε να τρώμε τη θάλασσα.

Τρίτο βράδυ
Ο ήλιος, ραμφισμένος από τους γερανούς,
ματώνοντας σπιλώνει τα σύννεφα
το αίμα του στάζει στη θάλασσα.

Η αλκυών, ο αμφίσημος θεός των χρωμάτων
το μαύρο φίδι, που φαρμακώνει με τη μουσική του,
η παλλούρα, ειδική στη ζωώδη σεξουαλικότητα
η κοκκινωπή κουκουβάγια, τυφλωμένη
                                   από την ακαδημαϊκή παιδεία

όλα κάθησαν γύρω στη φλεγόμενη φωτιά
στην άκρη αυτού του λυχναριού – νησιού
ζητώντας τα φορτωμένα θησαυρό ναυάγια
σε αιωνόβιες χελώνες.

Η αστερόεσσα νύχτα μοιάζει με όνειρο…

Τέταρτη μέρα
Η γη πλένει το πρόσωπό της
με τη δρόσο του χορταριού
το στεγνώνει
με τη λαμπρή πετσέτα του ήλιου.

Ερμηνεύω τις μυρωδιές
οι σύγχρονοι μύθοι
γράφτηκαν στα φύλλα.

Απολιθωμένα όστρακα
πληγώνουν τα πόδια μου
καθώς σκαρφαλώνω στους λόφους.

Αντίθετα με τους χειμάρρους
που ρέουν μονάχα τον χειμώνα,
εσείς, ποιητές της Κύπρου,
φαινόμενα παντός καιρού
έχετε τους χειμάρρους
ως υπόδειγμά σας!

Τώρα επιστρέφουμε!
Από τη Λίθινη Εποχή
στη σύγχρονη ζωή που έχει συρρικνωθεί
σε ένα ζευγάρι κλειδιά αφής.

Ποιας ανθρώπινης κοπριάς θεός
έχει στήσει αυτή την παγίδα
που λέγεται πολιτισμός;

Απόδοση (από αγγλική μετάφραση του ποιητή): Λευτέρης Παπαλεοντίου

Ο Jenan Selçuk γεννήθηκε το 1974 στη Σταυροκόννου της Πάφου. Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές (το 2003 και το 2007 αντίστοιχα), ενώ παράλληλα ασχολείται με τη μετάφραση και την επιμέλεια λογοτεχνικών εκδόσεων. Ανήκει σε μια νεότερη γενιά τουρκοκυπρίων ποιητών, που αμφισβητεί έντονα την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και καλλιεργεί μια ποιητική γραφή με έντονα τα στοιχεία του αντικομφορμισμού, του ερωτισμού και της σεξουαλικότητας, και παράλληλα αντλεί στοιχεία από την κυπριακή ανθρωπογεωγραφία, από τη μυθική και ιστορική παράδοση του νησιού.

 

 

Imprachim Azis

«Θα γκρεμίσω το τείχος σας».

Τραγούδι ειρήνης θα γίνω
πνέοντας με το θρόισμα των κέδρων
και τις ευωδιές της Άνοιξης.
Θα γκρεμίσω το τείχος σας
που όζει από μίσος και αίμα».

(Μετάφραση: Χρίστος Χατζήπαπας)

 

M. Kansu

Κυματίζει ο ωκεανός του φεγγαριού
Μετάφραση: Yasemin NAZLI
Επεξεργασία: Χρ. Χατζήπαπας

Tίνος να ‘μαι άραγε γιος;
Της άνυδρης γης της πατρίδας μου
της βροχής που όποτε θέλει πέφτει
ή της θάλασσας;
Σαν ανέστιος φανός αμαξά που τις έρημες νύχτες
κουνιέται πέρα δώθε στη μοναξιά του;
Μύρισα το χώμα της, από τα στάχια της έκοψα κόκκους σιταριού.

Κάθε πρωί συναντιέμαι με τα περιστέρια: Κοιταζόμαστε στα μάτια
κι αμέσως φεύγουν μακριά.
Κυματίζει o ωκεανός του φεγγαριού
μου μένουν οι φωνές των φτερών:
«γιατί εσύ μένεις εδώ;»

Ανήκω σ’ αυτά τα χώματα.
Τα χώματα τούτης της «γης» και ό,τι απ’ αυτά
έχει ανεβεί στον ουρανό
γίνανε «εγώ».
Όμως εγώ μένω εδώ.

Να περιφέρω ένα ορφανό παιδί
πτώμα από το κλάμα σε ένα παλιό καρότσι
που οι σκουριασμένοι τροχοί του στριγκλίζουν.
Στο σκοτάδι ενός βότσαλου είχε κρυφτεί η κραυγή:
για να βγει απ’ εκεί και να περπατήσει στο φως του πρωινού.

Γιατί τάχα να ‘ναι κόκκινα τα πόδια του περιστεριού
που ζει πετώντας…
Σαν το μπουμπούκι γίνει τριαντάφυλλο, στα φτερά του
θα τρέξει.

(Μάιος, 07- Λευκωσία)

 

Gur Genç

Λάθος πόλη

Με μια διεστραμμένη απόγευση προδοσίας στο στόμα μου
Τριγυρίζω στο Σόχο, τρεκλίζοντας
Σε αρωματισμένους με ξεροψημένες πάπιες
Και ηδονική πρόκληση δρόμους με εκθέματα:
Απρόβλεπτα βλεφαρίσματα
Και “εις το επανιδείν” χαμόγελα

Ψάχνω στο Λονδίνο, την πόλη των δαρμένων ψυχών
Μη γνωρίζοντας πού στο διάβολο θα το βρω –
Μα είναι νωρίς ακόμα για τη μοίρα, ή αλλιώς
Με αγροτική ταυτότητα … χωρίς εισιτήριο
Δεν βρίσκεις αυτό που ψάχνεις
Σε μέρη που ταξιδεύεις με τρένο

Κάθε πύργος ρολογιού κόλλησε σε διαφορετική ώρα
Εκκλησίες, τράπεζες, ξέρεις πώς μοιάζουν!
Μοναδικά μνημεία απέμειναν οι μοναχικές γέφυρες
Και η ξεμωραμένη βασίλισσα
Ψάχνοντας λάθος διεύθυνση σε λάθος πόλη
Δεν ξέρω τι άλλα σήματα ν’ ακολουθήσω…

Προφητεία

Αρχίζω τη μέρα μου μαζεύοντας τα κουφάρια τους
Αράχνες έχουν συνθλιβεί μέχρι θανάτου στο πρόσωπό σου
Υφαίνοντας ανήμπορους ιστούς
Και ζυμώνοντας νιφάδες από τη λίμα των νυχιών σου
Μαζί με τις υποψίες σου
Όλα μέρος των καθημερινών ασχολιών μου

Στον γαλήνιο πυρήνα της ιλιγγιώδους ηρεμίας
Ο χρόνος συσσωρεύεται για την έκρηξη
Αν χτυπά η πόρτα, αρπάζω μια σπίθα
Από την τριβή του πυρόλιθου μακρινών ηπείρων
Και ο αγκώνας χτυπά
Πρώην εραστές που θα έπρεπε να έχουν ξεχαστεί

Είμαι εδώ, μιλώντας σου με στίχους
Για χάρη της διακόσμησης
Έστω κι αν μετατρέπεις τις μπότες μου σε γλάστρες
Και φυτεύεις σ’ αυτές ωραία άνθη,
Θα έρθει η μέρα που θα εκτιναχθώ
Αθόρυβα σαν φτερό, με κινητήρια δύναμη
Συσσωρευμένη στη ροή του αίματός μου.

1998

Απόδοση (μέσω αγγλικών μεταφράσεων της Oya Akin): Λευτέρης Παπαλεοντίου

Ο Gur Genç γεννήθηκε στη Σταυροκόννου της Πάφου το 1969. Εξέδωσε τέσσερις συλλογές ποιημάτων και έναν τόμο με διηγήματα. Παράλληλα ασχολείται με τη μετάφραση και την επιμέλεια εκδόσεων. Είναι από τους πιο δυναμικούς ποιητές της νεότερης γενιάς των Τουρκοκυπρίων (1990 κ.ε.) και συνδυάζει στο έργο του στοιχεία από την αιρετική γραφή της «Γενιάς Beat» και της «Undeground» λογοτεχνίας.

 

Γιώργη Κωνσταντίνοφ – Βουλγαρία

Δένδρο και πουλί

Πάλλουν δυο φτερά
στης κορφής το κλωνάρι
Το πουλί λες και πετά
μα είναι εκεί καθισμένο.
Επισφαλές κλαρί να ξαποστάσει,
τρεμάμενη καταφυγή.
Μα το πουλί γερά κρατιέται
μέσα στο λίκνισμά του.
Μέσ’ απ’ τα νύχια του νιώθει
τα φύλλα,
τον κορμό,
τους ασίγαστους της γης χυμούς,
του κόσμου τον υπόκωφο παλμό …
Ώρα μαγική,
σαν το πουλί έχει ρίζες
και το δένδρο –
έχει φτερά..

Ο στοχαστής

Στην πέτρα κάθομαι.
Κοιτάζοντας τ’ αστέρια…
Στην πέτρα πάνω,
φωτισμένος απ’ τον ήλιο.
Ίδιος με το έργο
του Ροντέν
μέσα στις σκέψεις μου
σωπαίνω.

Μέρα τη μέρα
στον εαυτό μου
πιο βαθιά βουλιάζω
Μέχρι που η πέτρα
επάνω μου
καθίσει.

Κρυφτούλι

Διαβατάρικο αίσθημα
με φέρνει πάλι στο χωριό…
Είναι όμως αμίλητος
ο λόφος των παιδικών μου χρόνων.
Λες και παίζουμε όλοι μας
ξανά κρυφτούλι.
Καμμύζω,
κρύβω το πρόσωπο
πίσω από μαύρη μουριά.
Και χωρίς ψέμα μετρώ
με φωνούλα καθαρή ως το δέκα…
Μετά, τους παλιούς μου φίλους
ψάχνω παντού…
Μα αυτοί, οι ακριβοί μου,
κάτω απ’ τη γη
έχουν κρυφτεί.

Μετάφραση Χρίστου και Βασίλκα Χατζήπαπα

 

Φικρετ Ντεμιραγκ (Λέφκα Κύπρου 1940-Λευκωσία 2010)

Να περπατάς με βήματα χορού

Στις άκριες δύο διασταυρωμένων ουράνιων τόξων
Ανγκόνα! Θελέτρα! Κάτω πέτρα! Διόριγος!
Το φως έπεφτε απάνω τους κάποτε άγιο κάποτε σκληρό.
Τα πατήματά μου στο χώμα τους: Μπάτα, μπότες, Αντίντας.
Τα μυστικά της ζωής μου είναι τα χαμένα μου πνεύματα που
                                                                      περιπλανιούνται τριγύρω.
Βρίσκομαι σε τόπο όπου η ελονοσία της βαρβαρότητας απλώνεται,
πεθαίνω μα δεν μπορώ να γίνω το ίδιο σκληρός,
ό,τι κουβαλώ μαζί μου είναι η χαμένη μου μνήμη.

Περπατώ πάνω στη γη με βήματα χορού
σάμπως πάνω στα κλειδοκύμβαλα του πιάνου,
θέλω να φυτέψω ποιήματα να στεγνώσω τα έλη,
φτερωτούς ρυθμούς να ελευθερώσω απ΄ τις χορδές της ψυχής μου,
να βρω το χαμένο μου όνομα να το φορέσω
καθώς στέμα στο κεφάλι μου και να βαδίσω
ενάντια σ΄ αυτούς που με σκλάβωσαν και με παράδωσαν σκλάβο.

Δε θέλω να βαραίνουν την ψυχή μου οι πληγές του σταυρού
                                                                                         ή της ημισελήνου.
Θέλω να ζήσω τη ζωή μου φορτωμένος
με τις πληγές της Αγάπης και της Ποίησης.
Κι όταν το αίμα μου χυθεί
να κυλήσει με τους ήχους της λύρας
και να χυθεί στο ιερό της Αγάπης και της Ποίησης.
Μαζί με τις γάτες, τα σκυλιά και τα γεράνια μου
να κοιτάζω τις νύχτες του καλοκαιριού το δικό μου αστέρι
με την ευχή ως άνθρωπος να μεγαλώσω.

Της ειρήνης το αστέρι και της αγάπης να λάμπει στον ουρανό

Μετάφραση : Γιώργος Μολέσκης

(Το ποίημα περιέχεται στο βιβλίο του Γιώργου Μολέσκη «Σύγχρονοι Τουρκοκύπριοι ποιητές. Απόπειρα επικοινωνίας», εκδ. «Τόπος», Αθήνα 2010.)