Une petite Eternite, Προλογικό σημείωμα- Μετάφραση- Απόδοση : Π.Β. ΠΑΣΧΟΥ
Εκδόσεις Ινστιτούτου Βιβλίου & Ανάγνωσης, Κοζάνη 2001
ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ
Μην πεις μια λέξη. Έχουν καρφιά οι λέξεις,
αν από την καρδιά δεν βγαίνουν.
Όμως ,
είτε μιλήσεις είτε στη σιωπή κλειστείς
μένει να τυραννάει γλυκά-όμοιο σπαθί-
ένα κεντρί μες στην καρδιά μου βυθισμένο.
ΠΙΟ ΜΕΣΑ
Το πρόσωπό σου μ ΄έλκει με μαγνήτες
αμέτρητους . Και πως ν΄αντισταθώ
στη φλόγα που με καίει και που με σπρώχνει :
να σε σιμώσω πιο βαθιά κι από το ένδυμά σου,
πιο μέσα κι απ΄τη βελουδένια επιδερμίδα,
πιο πέρα κι απ΄το στήθος σου και το μεδούλι,
ακόμη πιο βαθιά κι απ΄την καρδιά, που βλέπει
με τα δικά της μάτια την αιωνιότητα.
ΕΣΥ Η ΛΕΥΚΑ ΚΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ
Μιλούσες μ΄ ένα στόμα που ήταν και δεν ήταν
δικό σου, για τα Κουαρτέτα του Έλιοτ
ανοιγοκλείνοντας τα μάτια σ΄ένα χρόνο αβέβαιο,
«ζώντας και ψευτοζώντας» την παρούσα
στιγμή του μέλλοντος θανάτου.
Τα βήματά μας πνίγονταν μες στα θολά
νερά του Σηκουάνα, όταν γνώρισα τα μυστικώτερα
κανάλια των δαχτύλων και τη γεύση των φιλιών σου.
Αρχίσαμε να μην καταλαβαίνουμε
τη νοτισμένην ακροποταμιά με τα πνιγμένα δέντρα,
τους ξένους που περνούσαν δίπλα μας αδιάφοροι,
τις άσχημες κυρίες που ακολουθούσαν ράθυμα
το σκύλο τους, κοιτώντας τα κορίτσια και τ΄αγόρια
παραδομένα στο φιλί και στ΄ όνειρο…
Ούτε που τά΄νιωσες τα περιστέρια της Notre Dame πότε κατέβηκαν
κ΄ήρθαν στο στήθος σου να κατοικήσουν, απειλώντας με
ολοένα πιο πολύ με τις παράξενες φωνές τους.
Μα εγώ
να φύγω δε μπορούσʼ απ΄τη στιγμή που κιόλα είχε πεθάνει:
το βλέμμα μου αιωρούνταν μες στην καταχνιά
και το σφυγμό μου
να τον μετρήσει δεν γινόταν άλλος
παρά μονάχα εσύ, η λεύκα κι ο ουρανός.
ΤΟ ΜΗΛΟ Κ΄ Η ΚΑΜΠΑΝΑ
Νύχτα του ηδονικού Quartier Latin
με το θαμπό ξημέρωμα στη Rue de Feuillantines,
κάτω από τις καμπάνες του Saint Jacques.
H αναπνοή μου σήκων΄ ελαφρά τη νύχτα των μαλλιών σου
και το γυμνό σου χέρι ανάδευε στο στήθος μου…
Έπαιρνες ύστερα, δίχως ν ανάψεις φως μήτε κερί,
κόκκινο μήλο και το δάγκωνες με τόση χάρη
που και στον ύπνο ακόμα τις αισθήσεις μου αναστάτωνες.
Δεν ξέρω αν άλλαξε από τότε το κορμί σου,
μήτε κι αν ίδιο μένει των μαλλιών το χρώμα.
Όμως συχνά με βασανίζει που δεν ξέρω
αν ήταν από τους ήχους της καμπάνας και το μήλο
ή απ΄το σώμα σου η μουσική εκείνη που άκουγα,
καθώς τ΄αβρά σου χέρια μ άγγιζαν και με ξυπνούσαν …
ΑΣΠΡΟ Ή ΘΑΛΑΣΣΙ
Αν ήταν άσπρο ή θαλασσί το χρώμα
της κάμαρης εκείνης, δε θυμούμαι πια.
Ούτε και λεπτομέρειες απ΄ την επίπλωσή της- έξω
απ΄ τους μεγάλους της καθρέφτες, πλήρεις
από τη μέθη και τη μελιχρήν ανταύγεια
του σώματός σου, που έτρεμε,
καθώς η φλόγα των κεριών, κάτω απ΄τα χέρια μου.
Η αγάπη γέμιζε το χώρο, μέσα κ΄έξω,
σαν όνειρο που λάμπει σε παρθενικό
κρύσταλλο και βαθαίνει την ουσία των όντων.
Της μνήμης άσυλο γυρεύαμε ή της λησμονιάς
για τους καημούς, που αγέρινα πουλιά
καίγανε τα φτερά τους στων κεριών το φως;…
Το αν ήταν άσπρο, τελικά, ή θαλασσί
χρώμα στην κάμαρην εκείνη λίγο ενδιαφέρει
τη μνήμη μου. Ό,τι θυμούμαι πιο πολύ
είναι το φως που ξαγρυπνούσε στους καθρέφτες,
με φλόγες απαλόπνοες κινούμενο και λάμψεις
τριανταφυλλένιες πάνω στο κορμί σου.
ΔΕ ΦΑΝΤΑΖΟΜΟΥΝΑ ΠΟΤΕ …
Δεν ήξερα η στιγμή αν ήταν όνειρο,
ή αν ήταν ήχος των πραγμάτων που άγγιζα,
η μουσική που γέμιζε το χώρο εκείνο
και την ψυχή μου , σ΄ένα χρόνο απροσδιόριστο,
καθώς ανάβλυζε απ΄το χώμα, τους κορμούς των δέντρων…
Σαν ένας ήσκιος αρμυρής δροσιάς, ανάμεσα
στα βράχια του νησιού και στην ασίγαστη
κίνηση των κυμάτων. Κάτι
σα στεναγμός πουλιού που σκότωσαν το ταίρι του
ή άνεμος σε ακατοίκητο καμένο δάσος…
Δεν φανταζόμουνα ποτέ στα χέρια σου και στα μαλλιά
τόσους αποχαιρετισμούς φυλακισμένους!
ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΤΡΟΠΟ
Τις διαστάσεις, τον καιρό, το κλίμα με τις αλλαγές του,
τέλος, τον πυρετό υπάρχει κάποιο μέτρο
να τα υπολογίσουμε.
Όμως με ποιόν
τρόπο να μετρήσω εγώ την απουσία σου,
όταν δεν περιμένω να σε ιδώ παρά μονάχα
εδώ σ΄ αυτούς τους στίχους και στην έρημη πια μνήμη;











γραφή που κόβει την ανάσα.