Παίζει το Fire Of The Dragon των Blackfoot
Δεν ξέρω πώς ακριβώς μπορεί να χαρακτηρισθεί εκείνη η παιδική μου φοβία˙ μαστιζόμουν από την ιδέα πως ολάκερος ο κόσμος είναι ένα ίδρυμα, το οποίο μελετά τις αποκρίσεις μου κατά το βομβαρδισμό μου με αναληθείς πληροφορίες. Μου έλεγαν, για παράδειγμα, στο σχολείο ότι η εκκλησία στήριξε την ελληνική επανάσταση κι εγώ είκαζα ότι την αφόρισε. Μου έλεγαν ότι ο Χριστός ανέστησε το Λάζαρο κι εγώ υποπτευόμουν το Θεό για επικοινωνιακές τακτικές, για καλοστημένες θεατρικές παραστάσεις. Ακόμη και το πείραμα του Chadwick για τον προσδιορισμό υποατομικών (εάν ενθυμούμαι καλώς) σωματιδίων δε με έπειθε ιδιαίτερα, καίτοι πειστικότατα περιγραφέν. Δύσκολο να επαναλάβω τέτοιο πείραμα μόνος μου, μονολογούσα εσωτερικά, ίσως όλα αυτά να είναι παραμύθια. Εγώ ούτε Θεούς ούτε νετρόνια ούτε δεοξυριβονουκλεϊκά οξέα είχα δει.
Παράξενη αίσθηση κι επίκαιρη. Χρηματοπιστωτική κρίση, οίκοι αξιολόγησης, εκδίκηση του δολλαρίου, συμφέροντα των ισχυρών της Ευρώπης, απαιτήσεις δανειστών, κράτη διαφόρων ταχυτήτων, έλλειψη ρευστότητας, οικονομικοί δολοφόνοι, αδηφάγες τράπεζες με επαναφέρουν στον παιδικό μου εκείνο ιδεασμό. Υπάρχει, όμως, μια διαφορά: το ίδρυμα μου φαίνεται απείρως μικρότερο, απειροελάχιστο, ισχνό. Μου φαίνεται ότι μια χούφτα -στην κυριολεξία- ανθρώπων αποφάσισαν μέσα σε ολίγιστα δωμάτια να καταξεσκίσουν τις σάρκες λαοθαλασσών και πως οι όποιες διακυμάνσεις της κατάστασης οφείλονται στις μικροδιαφωνίες αναμεταξύ τους. Ως μαθητής του δημοτικού δυσφορώ, ασφυκτιώ, βράζω, αλλά δεν μπορώ νʼ αμφισβητήσω την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι τα χρόνια της χολέρας. Σʼ ένα δημοψήφισμα, για να παραφράσω τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο , θα ʼταν ακατανόητο να προταθεί το ναι ή το όχι για την ύπαρξη της οικονομικής κρίσης, μιας και η οικονομική κρίση είναι η πραγματικότητα. Δόξα και τιμή, λοιπόν, σʼ όποια εξέλιξη, ατμόσφαιρα, σύνθημα, κλίμα, προπαγάνδα φόρεσε τα άρβυλα της πραγματικότητας, παραδίδοντας και τους υποψήφιους ακόμη αρνητές στα χέρια της ψυχιατρικής.
Διανύοντας τα χρόνια της χολέρας, δεν παύω να είμαι σε μια ηλικία που ο έρωτας είναι πιο επίκαιρος από ποτέ για μένα και τους συνομηλίκους μου, αφού πλέον δεν κινείται μόνο γύρω από την έξαρση, την ταχυπαλμία, τον πόθο και τις μνημειώδεις εκκρίσεις σεροτονίνης, αλλά και γύρω από το ζήτημα της εύρεσης παντοτινού συντρόφου. Παρατηρώ, λοιπόν, με δέος την κόπωση υπό την οποία γίνεται το πλησίασμα, τον πανικό που προκαλεί ο φόβος της μοναξιάς και το άγχος της τεκνοποίησης, την αναγόρευση της νεκροφανούς συνήθειας σε σπουδαία επιτυχία, την παραίτηση από το ηχόχρωμα του πρώτου εφηβικού σκιρτήματος και θυμάμαι μιαν άλλη πρόταση του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου: «Ο αισθησιασμός είναι ο πατροπαράδοτος αντίπαλος του συναισθηματισμού. Όσο ευκολότερα ικανοποιούνται οι αισθήσεις, τόσο δυσκολότερα ικανοποιούνται τα συναισθήματα» .
Παντελώς λανθασμένη εκτίμηση ή αποτυχημένη διατύπωση; Ο αισθησιασμός (ως δυναμικό ικανοποίησης αλλά και ως ικανοποίηση των αισθήσεων) είναι η βάση, η ψυχή, ο πυρήνας ενός κοσμογονικού έρωτα, ο οποίος ξεκινά ως ακαταμάχητη έλξη, συνεχίζει προς εκρηκτική συνεύρεση και συνεχίζεται επί μήνες ή και έτη ως αγνός, πάμφωτος, σωματικός και δοξασμένος έρωτας, έρωτας, έρωτας, ο οποίος τελικώς θεμελιώνει, αν ευτυχήσει προς μια τέτοια καρποφορία, το μείζον συναίσθημα: την αγάπη.
Πώς και από ποιους αποφασίστηκε το μονοπώλιο του σημαινομένου του αισθησιασμού από πολλούς, πολλαπλούς, άπειρους ερωτικούς συντρόφους, μικρά στήθη, μεγάλα στήθη, οργιώδεις απολαύσεις, τεράστια πέη και ποικιλόσχημα πισινά; Αποδέχομαι το μερίδιο που διεκδικεί στο σημαινόμενο του αισθησιασμού ο έρωτας του ταχυφαγείου, ο βουλιμικός της ποικιλίας, ο της ακόρεστης εναλλαγής και της ελάχιστης επένδυσης, αλλά σίγουρα όχι το μονοπώλιο. Στον ελάχιστο μηρό που αποκαλύπτει μια μακριά, αεράτη φούστα στο εφηβικό μάτι κρύβεται η πραγματικά εκκωφαντική θύρα του αισθησιασμού με τα μάνταλα της αθωότητας.
Το ξεχάσαμε αυτό. Γίναμε προοδευτικοί, ενεργοποιήσαμε τις αισθήσεις σε μια ποιοτικώς υποβαθμισμένη τέρψη τους, εξοικειώσαμε τους υποδοχείς μας, ξεμανταλώσαμε την πόρτα και ατιμάσαμε την επιθυμία. Είμαστε οι σπαταλημένοι του περιστασιακού. Το μπόλιασμα του αισθησιασμού της εκρηκτικής πρώτης επαφής με το συναισθηματισμό της βαθιάς οικειότητας (κι αντίστροφα: το μπόλιασμα του αισθησιασμού της βαθιάς οικειότητας με το συναισθηματισμό της πρώτης εκρηκτικής επαφής) δεν το δοκιμάσαμε. Συρθήκαμε από εδώ και από εκεί στο τίποτα, γίναμε δυσλεξικοί του στοιχειώδους μετατρέποντας το πιο σημαντικό κεφάλαιο της ευτυχίας μας σε απόφαση λογιστικής ρουτίνας.
Μη με παρεξηγείτε. Παλιομοδίτης πάντα και παλαιοσυντηρητικός, δικαιολογούμαι να αναθεματίζω. Ο κόσμος, εξάλλου, είναι για μένα ένα ίδρυμα στο οποίο τα χρόνια της χολέρας του έρωτα ουδόλως σχετίζονται με την οικονομική κρίση- είναι απλώς και αυτά κομμάτια μιας πραγματικότητας που, όπως και στα της οικονομικής κρίσης, δυσκολεύομαι νʼ αποδεχθώ.
Υποσημείωση:
1 «Είναι ματαιοπονία να προσπαθήσει κανείς νʼ απαρνηθεί τις πραγματικότητες. Και όχι μόνο γιατί είναι οι πραγματικότητες, αλλά και γιατί είναι, κατά γενικό σχήμα, αποδεκτές. Σʼ ένα δημοψήφισμα θα είταν αληθινά ακατανόητο να προταθεί το ναι ή το όχι για το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο, το ραντάρ, το ραδιόφωνο». Στο: Παναγιωτόπουλου, Ι.Μ., 1992: 46. Ο Σύγχρονος Άνθρωπος, Οι Εκδόσεις των Φίλων
ο.π., : 84











απολαυστικό το κείμενό σου Δημήτρη..
και να συνεχίσεις έτσι ,παλιομοδίτης και παλαιοσυντηρητικός..
http://www.youtube.com/watch?v=WcfZ3pjRgsg
…….
I’m old fashioned but I don’t mind it
That’s how I want to be
As long as you agree
To stay old fashioned with me
(αφιερωμένο)
1.Κατά την γνώμη μου η καλύτερη άποψη θέασης/αντιμετώπισης τόσο του εαυτού μου όσο και του κόσμου είναι ότι αποτελώ μέλος ενός πελώριου τσίρκου, στο οποίο ανάλογα με την ηλικία, μόρφωση, εμφάνιση/ψυχική διάθεση, κοινωνικο-οικονομική θέση κ.λ.π., όλοι μας εναλλάσουμε ρόλους καταδικασμένοι να μην μπορούμε να αποδράσουμε εως το τελος. Αρα ο κοσμος είναι ένα κλειστό τσίρκο, ενα ίδρυμα δηλαδή.
2.Οσο για την παιδική σου φοβία : η αισθηση οτι μελετουν τις αποκρισεις σου μετα από τον βομβαρδισμο σου σε αναληθη γεγονοτα ηταν η υποσυνειδητη αντιδραση σου σε προσπαθειες επιβολης της “γνωμης” (τους απο γονεις/σχολειο/εκκλησία/πανεπιστημιο/συνδικαλιστες/πολιτικη εξουσία κ.λ.π. ) η οποια προερχεται απο αγνοια/προκταληψη ή σκοπιμοτητες.
3.Αν δεν καταλαβες- όλοι μας και οι πιο ισχυροι -εξεταζονται/μελετωνται ως προς τις αποκρισεις τους σε γεγονοτα/συμπεριφορες/σταση ζωης ακομη και σε σε αναληθη γεγονοτα!!!
4. Οσον αφορα στον αισθησιασμό, για την χωρα μας πολύ συνοπτικα η Αφροδίτη της Μηλου αποτελει το προτυπο (χωρις να απορριπτουμε και αλλα προτυπα ).
5.Ας μην ξεχναμε οτι οι πλαστικές εγχειρήσεις αυξητικης στηθους ξεκινησαν την περιοδο της κατοχής της Ιαπωνιας απο τις ΗΠΑ (από το 1945 και μετα) απο τις Ιαπωνιδες μικροστηθες πορνες
σε μια προσπαθεια να αυξησουν την πελατεια τους, ικανοποιώντας το οιδιποδειο των αμερικανων φανταρων με τις πληθωρικες μητερες τους !!!
http://www.youtube.com/watch?v=sUJkCXE4sAA
Ο πόθος είναι αγρίμι που δεν εξημερώνεται παρά μόνο στην αγκαλιά της μοναδικής αγάπης. Ρομαντική ψευδαίσθηση που με κρατάει ζωντανό…
ΥΓ
Όμορφο τραγούδι έβαλες Κώστα…
Και αφου ειναι επικαιρη η ιστορια οτι μονον στη χωρα μας τα αντιγραφα φαρμακα ειναι ….ακριβοτερα από τα πρωτοτυπα σας στοιχιζει δθηνοτερα ν’ ακουσετε easy livin’ αντι fire of the dragon
http://www.youtube.com/watch?v=m4o–q6xuvs
“….Στον ελάχιστο μηρό που αποκαλύπτει μια μακριά, αεράτη φούστα στο εφηβικό μάτι κρύβεται η πραγματικά εκκωφαντική θύρα του αισθησιασμού..”
Εκτός από την στενή σκιστή φούστα, μάλλον ξεχάσαμε τον γυναικείο σβέρκο όταν τα μαλλιά είναι πιασμένα πάνω….(ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα…)
Τι μου θύμισε ο Δ.Μ. και ο Α-Ρ-Γκ.!!!
1983-1984
“Το σπίτι των ραντεβού” Α.Ρ.Γκριγιέ
Η αγάπη ενέχει μια φαντασιακή αμοιβαιότητα, αφού “να αγαπάς σημαίνει, κατ’ ουσίαν, να θέλεις ν’ αγαπηθείς” μας λέει ο Λακάν. Αυτή ακριβώς η αμοιβαιότητα μεταξύ του “να αγαπάς” και του να “αγαπιέσαι” συνιστά τον απατηλό χαρακήρα της αγάπης, και αυτό είναι που τη διακρίνει από την τάξη των ορμών, στην οποία δεν υπάρχει αμοιβαιότητα, παρά μόνο καθαρή δραστηριότητα.
Στα πλαίσια αυτών που λες Δημήτρη μας λέει πολύ εύστοχα ο Ζίζεκ:
Σήμερα βομβαρδιζόμαστε πανταχόθεν από διαφορετικές εκδοχές της προστακτικής “Απολαύστε!”, από την άμεση απόλαυση της σεξουαλικής πράξης, μέχρι την απόλαυση της επαγγελματικής επιτυχίας ή της πνευματικής αφύπνισης. Η απόλαυση σήμερα λειτουργεί παραδόξως κατ’ ουσίαν ως ηθικό καθήκον: oι άνθρωποι αισθάνονται ένοχοι όχι επειδή παραβιάζουν ηθικές απαγορεύσεις επιδιδόμενοι σε παράνομες απολαύσεις, αλλά επειδή αδυνατούν να απολαύσουν.
υ.γ. Αφού διάλεξες Blackfoot ως υπόκρουση, νομίζω πως το πιο ταιριαστό τους κομμάτι στην περίπτωση μας θα ήταν το “Send me an Angel” 🙂
Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω αυτό το
όμορφο κείμενο , μια σύγχρονη Φροϋδική
ανάλυση του σημερινού οικονομο-ερωτικού
γίγνεσθαι .
Εγώ πάλι, διαβάζοντάς το, επανέλαβα την εμφατική μου φράση: “όχι άλλο τουρισμό στα σώματά μας”. Πάντως δεν νομίζω πως είναι ο αισθησιασμός που υπονομεύει τα συναισθήματα. Είναι, νομίζω, εκείνη η ετεροκατευθυνόμενη επιθυμία που μας κάνει εντέλει να μην επιθυμούμε, να μην λαχταρούμε, παρά μόνο να βλέπουμε και να καταναλώνουμε. Υπάρχει διαφορά!
Σκέψεις / απόψεις πάνω στο κείμενο του Δ. Μουζάκη:
Η άποψη που διατυπώνει ως πατροπαράδοτη αλήθεια ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος νομίζω πως είναι η πατροπαράδοτη άποψη/νοοτροπία των γυναικών (η οποία φαίνεται να έχει, μερικώς ή ολικώς, ανατραπεί στη σημερινή “πραγματικότητα”).
Η μάλλον ενστικτώδης τάση πιστο-ποίησης και δέσμευσης του αρσενικού απο το θηλυκό πάντα στηριζόταν σε μια διελκυστίνδα πλησιάσματος και απομάκρυνσης, προσφοράς και αποχής. Ήτοι αισθησιασμού και συναισθηματισμού (τουλάχιστον στην αρχική φάση των ερωτικών σχέσεων).
Ο αισθησιασμός, ήτοι η αχαλίνωτη εξέγερση και μείξη των σωμάτων, ήταν και είναι το δυνατό όπλο της γυναίκας, για να καλλιεργήσει μέσω του ερωτικού παιχνιδιού, τον συναισθηματισμό, ως εξευγενισμό, στον άνδρα.
Υπάρχει όμως, ίσως, και μια άλλη παράμετρος, που έχει να κάνει περισσότερο με πολιτισμικές διαδικασίες, αδιαφοροποίητες στα φύλα και οι οποίες σχετίζονται στη διατήρηση, απο τη μία πλευρά, του ιερού ως προ-πολιτισμική αλήθεια, και, απο την άλλη, του βέβηλου ως παράβαση κάποιας πολιτισμικής νομιμότητας/αναγκαιότητας.
Δηλαδή, θέλω να πω πως είναι ζήτημα ορισμού. Αν ο αισθησιασμός νοηθεί μόνο ως ακραία φιληδονία, ως αποχαλίνωση και αποκτήνωση, ως υλιστική και ωμή απόλαυση, τότε χάνεται όλη η μαγεία του πολιτισμικά δομημένου συναισθήματος (που εμπεριέχει και την “ιερή” παράβασή του). Ο δαίμων Έρως, ως γνωστόν, είναι γιος του Πόρου και της Πενίας. Και αν ο αισθησιασμός οδηγεί στον Πόρο και τον αποθεώνει, ο συναισθηματισμός πηγάζει απο την Πενία που είναι η Μητέρα του. Απο αυτή την άποψη, αισθησιασμός και συναισθηματισμός είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και αν θεωρήσουμε τον αισθησιασμό ως πρωταρχικό και πρωτόγονο, ο συναισθηματισμός είναι μασκαρεμένος αισθησιασμός (αλλά μάλλον ισχύει και το ακριβώς αντίστροφο).
Τέλος, θέλω να προσθέσω πως ο συναισθηματισμός ως ρομαντισμός, νομίζω πως είναι όντως αιώνιος αντίπαλος του αισθησιασμού και αντίστροφα. Και αυτό νομίζω πως έχει την ισχύ, όχι πατροπαράδοτης, αλλά ψυχαναλυτικής αλήθειας.
Από το “Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε”
στο “Άλλα λόγια να γαμιόμαστε”…
Μείνανε τα λόγια.