ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Πήρα μέρος σʼ όλους τους
μικρούς πολέμους
στον αναρίθμητο στρατό που
αποτελείται από έναν μόνο
άνθρωπο ήμουν θαλαμηπόλος
κι ονειροπόλος
το καταδρομικό μου τώρα
στεγνώνει στο πίσω μέρος
της αυλής
αντί για φύλλα σιδήρου
είναι καμωμένο με φύλλα
χαρτιού
με είκοσι λεξιβόλα που
εκτοξεύουν μεγάλες ποσότητες
μελανιού
οι πόλεμοι ήταν σύντομοι
όπως οι ημερίδες όπως τα
τριήμερα συνέδρια
οι ανακωχές μου ήταν οι κενές
ανάμεσα στα μαθήματα
κι ο στρατηγός επιθεωρητής
βαθμολογούσε το αποτέλεσμα
που θα φανεί μετά από χρόνια
μετά από χρόνια θα παρελαύνω
όπως οι Μακεδονομάχοι;
Αλλά σε κάθε πόλεμο υπάρχει
το απρόβλεπτο το τυχαίο
οι νίκες είναι το διάλειμμα
εκείνα τα τρία βήματα που
μεσολαβούν ανάμεσα στο
γραφείο και στον εκτυπωτή
οι ήττες είναι η συνεχής
κατάσταση
αυτό το γνωρίζουν καλά
τα ζώα που αποτυπώνονται
στο χαρτί και τʼ άλλα που
αποτυπώνονται στον χρόνο
γιατί και το χαρτί είναι
φθαρτό και ο χρόνος
τελειώνει
κι όσο υπάρχουν τα άλματα
θα υπάρχει το κυνηγητό
κι όσο υπάρχουν τα νύχια
κι οι κυνόδοντες θα
χρησιμοποιούνται κι όσο
υπάρχουν τʼ ανυπεράσπιστα
αυγά στις φωλιές
κάποιοι θα σκαρφαλώνουν
κι όσο υπάρχουν τα χιλιάδες
κοπάδια στο νερό
κάποιοι θα τα καταπίνουν
κι οι λέξεις δεν θα ʼναι για
πάντα οι ίδιες γιατί οι
γλώσσες αλλάζουν τα
νοήματα αλλάζουν οι
καταστάσεις αλλάζουν
κι αυτό το γνωρίζει καλά
το χαρτί και το δέντρο κι
ο θαλαμηπόλος κι ο
ονειροπόλος ο άντρας
Η ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ
Του Σ. Παστάκα
Πρέπει να πάω στη χώρα
της ομιλίας
ταξιδιωτικοί πράκτορες
ανοίξετε γιατί είναι αργία
σήμερα τα γραφεία σας
και δεχτείτε τα κέρματά μου
η κάρτα μου έληξε η υπάλληλος
στην τράπεζα ήταν μαθητευόμενη
ποιος καταλαβαίνει σήμερα
αυτό που του λες
α ταξιδιωτικοί πράκτορες που
μου μοστράρετε πάνω στις
βιτρίνες τις Μαλδίβες
ταξίδια για μεμονωμένους
ταξίδια για νεόνυμφους
θέλω να πάω μακρύτερα
απʼ το Περού και την
Παταγονία
θέλω να με ξεχάσουν
οι συγγενείς οι φίλοι μου
να τραφούν άλλος λίγο κι
άλλος πολύ με την
ανάμνησή μου
ήμουν καλός εις τα γραπτά
οι καθηγητές μου των Ελληνικών
όταν επέστρεφαν διορθωμένες
τις εκθέσεις με έβαζαν να
διαβάζω πρώτος τη δική μου
ταξιδιωτικοί πράκτορες σχεδιάστε
μου ένα ταξίδι στη χώρα της
ομιλίας
θα ξενυχτήσω έξω από την πόρτα
σας μέχρι να ανοίξετε το πρωί
με μια κουβέρτα θα ʼμαι
τυλιγμένος με μια κουβέρτα
που θα με τυλίγει όπως η μάλλινη
σιωπή
ας αρχίσω να ντύνομαι λοιπόν
στοιχίζοντας τα παπούτσια μου
διαπιστώνω πως όλα
είναι σε μεγαλύτερο ή μικρότερο
νούμερο απʼ το κανονικό
και τα χρώματά τους
δεν είναι πια του γούστου μου
την τελευταία φορά που πήγα
να αγοράσω ανακάτεψα όλο το
εμπόρευμα απολογήθηκα που
ταλαιπώρησα την πωλήτρια ήταν
καλοσχηματισμένη και λίγο
πιο πάνω απʼ το κατώμεσό της
παντελόνι έλαμπε σαν το φεγγάρι
το αφάλι της
απολογήθηκα για την απογοήτευση
με λέξεις ψιθυριστές που πρόσφερα
στους γονείς μου κι αργότερα στη
γυναίκα μου με το ελεφαντόδοντο
δέρμα
τα πόδια της όταν περπατάμε
καλπάζουν και μένω πίσω πολύ
δεν έχω πόδια αλόγου κι
απολογούμαι που δεν μʼ αρέσουν
τα μουσεία κι ας λέω πως κάποιοι
πίνακες μου μιλούν
όλοι οι πίνακες είναι από πολύ
καιρό πεθαμένοι κι ας λέω άλλα
γιατί στον τόπο μου εξαιτίας
της πρόσφατης ιστορίας του αλλά
και της παλιάς μας έμαθαν να
μιλούμε με υπεκφυγές να λέμε
ψέματα ή το χειρότερο
να σιωπούμε
δεν πρέπει να μιλάμε δυνατά γιατί
ακούνε οι ρουφιάνοι
οι τοίχοι οι μεσοτοιχίες
τα πατώματα τα δέντρα τα νερά
και οι χείμαρροι
ξαναγυρίζω εκεί που σας άφησα
στα ρούχα και τα παπούτσια
όπως ο κλέφτης με τον φακό
αδειάζω τις ντουλάπες κι όλα
τα ρίχνω άτακτα στο πάτωμα
ρίχνω και τα βιβλία απʼ τις
βιβλιοθήκες τα διαβασμένα
αλλά και τα άκοπα
δεν έχω τίποτα να φορέσω
όσα φόρεσα παλιά ακόμα και
τα φουλάρια που τους έχω
αδυναμία ακόμα και τα
παιχνιδιάρικα ποσέτ κι η μαύρη
μου γραβάτα που την έχω για
τις κηδείες σιωπούν γιατί
έτσι τα έμαθα πως για την άηχη
ζωή είναι προορισμένα
ταξιδιωτικοί πράκτορες ανοίξτε
επιτέλους τα καταστήματά σας
ανακατώστε τα δευτέρια σας
τα μπόξφαϊλ σας ανάψτε τις
οθόνες των υπολογιστών σας
βάλτε σε λειτουργία έστω τους
αυτόματους τηλεφωνητές σας
και εισηγηθείτε μου το
πολυπόθητο ταξίδι για τη χώρα
της ομιλίας και δεν με πειράζει
αν έχει ενδιάμεσες στάσεις
πολλές ούτε το ενδεχόμενο να
καθυστερήσουν οι βαλίτσες
ή να χαθούν
μονάχα ανοίξετε κουρασμένοι
αγουροξυπνημένοι απορημένοι
τα ταξιδιωτικά γραφεία σας











Ο Γιώργος Καλοζώης είναι ένα από τα πιο δυνατά ονόματα που έχει να παρουσιάσει η σύγχρονη ποιητική Κύπρος.
Υπάρχουν εκρήξεις και εκρήξεις, άλλες απότομες, πανίσχυρες και πότε πότε ολοκληρωτικά αναπάντεχες και άλλες υπόκωφες, υπόγειες μα εξίσου δυνατές.
Υπάρχει μια πικρή σοφία στα χρόνια που βαραίνουν την πλάτη μας, και όσο δεν την αφήνουμε να μας θολώνει τη ματιά με απέλπιδα ‘θέλω’, μας επιτρέπει να ελέγχουμε και την αντίληψή μας και την ανάσα μας.
Μου άρεσε πάρα πολύ ο τρόπος του κ. Καλοζώη. Υπόγειος μα εκρηκτικός, ευφυής μα όχι επιδεικτικός, πονεμένος μα όχι απελπισμένος, παθιασμένος μα όχι τυφλωμένος.
Η γλώσσα λάμπει μέσα από την καθημερινότητα ενός ονείρου που δεν λέει να ξεθωριάσει όσο και αν επαναλαμβάνεται. Η σκέψη ξεδιπλώνεται άνετα χωρίς φανφάρες και δίχως ναρκισισμούς.
Η καλύτερη ανάρτηση (κατ’εμέ) που έχω δει τους τελευταίους μήνες (2-3) στο ποιείν.
Η χώρα της ομιλίας είναι ένα ποίημα που λέει όλα όσα θα ήθελα να πω κι εγώ, μα δεν τα κατάφερα ποτέ μου.
Γι’ αυτό και ζηλεύω τον ποιητή της ,που αξιώθηκε τέτοια διαύγεια..
Χωνεμενος Εγγονοπουλος μήπως
Χωνεμένος Σουχτούρης ίσως
Πάει κι ο Βαρβιτσιώτης.
Εμένα το πρώτο που μου ήρθε, συνειρμικά και αυθόρμητα, στο νου διαβάζοντας τους πρώτους στίχους και νιώθοντας την ατμόσφαιρά τους, ήταν ο Εκκλησιαστής.
Ένα αξεπέραστης ποίησης κεφάλαιο της Παλαιάς Διαθήκης. Προτείνω να το διαβάσουν όσοι δεν το έχουν υπ’ όψιν τους.
Η Χώρα της ομιλίας είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ποιήματα που διάβασα τελευταία.
Τα δύο αποσπάσματα που παραθέτω μου φέρνουν συνειρμικά στο νου την ατμόσφαιρα του Aubade/ Philip Larkin.
Δεν έχω διαβάσει καθόλου ποιήματά του και η ανάρτηση αυτή είναι μια πολύ καλή αφορμή για να αναζητήσω συλλογές του.
ταξιδιωτικοί πράκτορες ανοίξτε
επιτέλους τα καταστήματά σας
ανακατώστε τα δευτέρια σας
τα μπόξφαϊλ σας ανάψτε τις
οθόνες των υπολογιστών σας
βάλτε σε λειτουργία έστω τους
αυτόματους τηλεφωνητές σας
…..
μονάχα ανοίξετε κουρασμένοι
αγουροξυπνημένοι απορημένοι
τα ταξιδιωτικά γραφεία σας
Meanwhile telephones crouch, getting ready to ring
In locked-up offices, and all the uncaring
Intricate rented world begins to rouse. Aubade/ Philip Larkin
O Τάκης Βαρβιτσιώτης κηδεύεται την Τετάρτη στις 10 το πρωί από τον ιερό τής του Θεού Σοφίας στην «αιώνια» γειτονιά του ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης, που «έφυγε» τα ξημερώματα σε ηλικία 95 ετών.
Γεννημένος το 1916 στη Θεσσαλονίκη (σσ. κατοικούσε στο ίδιο σπίτι σχεδόν από τη γέννησή του πίσω από την Αγία Σοφία), σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και διορίστηκε ως δικηγόρος το 1940. Παρά ταύτα παρέμεινε έκτοτε αφοσιωμένος στην ποίηση. Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στα γράμματα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1936, στο περιοδικό «Μακεδονικές Ημέρες», και πιο δυναμικά μία δεκαετία αργότερα, όταν εκδόθηκε το περιοδικό «Κοχλίας».
Δημοσίευσε 22 ποιητικές συλλογές. Το έργο του μεταφράσθηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και ο ίδιος μετέφρασε Γάλλους, Ισπανούς και λατινοαμερικανούς ποιητές. Ήταν μέλος της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών και επισκέφθηκε, ως επίσημος καλεσμένος, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρουμανία και την Ισπανία. Είχε λάβει μέρος σε πολλά φεστιβάλ Ποίησης, ενώ παρευρέθηκε και ως εκπρόσωπος τής Ελλάδας σε παγκόσμια συνέδρια και σε διεθνείς συναντήσεις συγγραφέων. Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα, το Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας Αθηνών, το Βραβείο Ουράνη, το Παγκόσμιο Βραβείο Ποίησης Φερνάντο Ριέλο, τον τίτλο του Ιππότη του Γαλλικού Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών και το ευρωπαϊκό Βραβείο Χέρντερ. Το 1995 εκλέχθηκε μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας Μιχαήλ Εμινέσκου, που εδρεύει στην Ρουμανία, και του απονεμήθηκε το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Συγκέντρωσε, στα 70 και πλέον χρόνια της ενασχόλησής του με την ποίηση, τις περισσότερες ίσως διακρίσεις, που έχουν δοθεί σε Έλληνα ποιητή. Ο νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης (σσ. ο ίδιος, παρά τις πολλαπλές του διακρίσεις, δεν κατάφερε να βραβευθεί με τον Νόμπελ ποίησης, παρότι υπήρξε τρεις φορές υποψήφιος) τον είχε χαρακτηρίσει «βαθύ γνώστη της λυρικής τέχνης».
Από το 1999 υπήρξε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
http://admin.athina984.gr/node/136087
Για ένα πράγμα είμαι σίγουρος
πως άφησε πίσω του γόνιμο
σπόρο “λυρικής τέχνης”.
Κατά τι φτωχότερος ο κόσμος
του λόγου .
Μίχο τα πρόσημα και οι κρίσεις εκφέρονται σε συγκριτικό ορίζοντα. Αλλά αυτή είναι μια άχαρη κουβέντα και αυτή η ανάρτηση αξίζει να μείνει αμόλυντη από παράπλευρες αναλύσεις…:)
Μίλησα για τους όρους κάθε δυνατής σύγκρισης και εκφοράς κρίσης Μίχο. Δεν αφορά μόνο την ποίηση, αποτελεί την ίδια τη φύση της ‘κρίσης’.
Χωρίς σύγκριση δεν νοείται καν κρίση. Αλλά ειλικρινά ας το σταματήσουμε εδώ, και άχαρο και βαρετό και άσχετο με την ανάρτηση είναι. Άσε που θα σου τελειώσει το απολυμαντικό…:)
Άλλα δύο πολύ ενδιαφέροντα ποιήματα του Γ. Καλοζώη.
Το ‘βιογραφικό σημείωμα’ είναι ένας πραγματικός μάταιος πόλεμος πάνω στο χαρτί. Ο χρόνος κι οι ιστορικές περίοδοι είναι σχετικές. Η ήττα είναι η επικρατούσα κατάσταση που όμως διακόπτεται από κενές ανακωχές και σύντομες απρόβλεπτες νίκες. Ένα αληθινά ‘ενημερωμένο’ και ‘αναβαθμισμένο’ βιογραφικό που περιλαμβάνει τις καινούργιες εμπειρίες που δεν είναι παρά επανάληψη των παλαιοτέρων με διαφορετική μορφή. Η βαθύτατη αίσθηση της επανάληψης, της ματαιότητας, αλλά και της αίσθησης (πίστης, γνώσης?) ότι το περιεχόμενο του χρόνου μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία και να είναι λιγότερο φθαρτό από αυτόν καθ΄ εαυτό το χρόνο.
Η ‘χώρα της ομιλίας’ είναι ένα εντυπωσιακό ποίημα. Από τη μια, μία χαμηλή, πονεμένη, σχεδόν απελπισμένη μουσική ακούγεται από την αρχή ως το τέλος κι από την άλλη υπάρχει μία ισχυρή, σχεδόν πεισματάρικη απαίτηση, για την ‘άλλη χώρα’ – τη χώρα της ομιλίας.
Η έλλειψη κατανόησης («ποιος καταλαβαίνει σήμερα αυτό που λες»), η λήθη, η αδυναμία και πάνω από όλα η σιωπή – που δε διαφέρει πολύ από το θάνατο – δεσπόζουν στο ποίημα. Κι όμως ο ποιητής ζητά να πάει στη χώρα της ομιλίας, η οποία δεν είναι φαντασία. Ακόμα κι αν οι δρόμοι είναι κλειστοί, και ταξίδια προς εκεί δεν γίνονται κι οι πράκτορες κρατάν τα γραφεία τους κλειστά, η χώρα υπάρχει. Δεν πρόκειται για ουτοπία. Ο ομιλητής ξέρει πολύ καλά τι θέλει. Έχει απόλυτη συνείδηση που βρίσκεται, ποια μέσα διαθέτει και σε ποιο τόπο επιθυμεί να πάει. Αφήνοντας πίσω την απελπισία που θα μπορούσε να αποπνέει, το ποίημα προχωρά προς την τραγικότητα. Η επιθυμία γι’ αυτό που είναι χαμένο, κι όμως πάντα υπάρχει μέσα μας – η ανάγκη επικοινωνίας που όμως δεν έχει τα μέσα για να επιτευχθεί, είναι η βάση της τραγικότητας.
Η ‘χώρα της ομιλίας’ είναι ένα αναγνωρίσιμο ποίημα ως προς την εμπειρία που περιγράφει. Μόνο ένας πραγματικός ποιητής μπορεί να δημιουργήσει ‘αναγνωρίσιμα’ ποιήματα.