ARTHUR RIMBAUD <1854-1891>
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΕ ΠΡΟΖΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ILLUMINATIONS < εκλάμψεις -1872…>
……………………………………………………………
ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ
Μόλις η ιδέα του Κατακλυσμού ξανακάθισε,
Ένας λαγός σταμάτησε μέσα στα χόρτα και στις καμπανούλες που κουνιόντουσαν και είπε μια προσευχή στο ουράνιο τόξο μέσα απʼ της αράχνης τον ιστό.
Ω! οι πολύτιμοι λίθοι που κρύβονται,- τα λουλούδια που κιόλας κοιτάζουν.
Στο μεγάλο βρώμικο δρόμο οι πάγκοι με το κρέας στήθηκαν και τραβήξαμε τις βάρκες προς τη θάλασσα στημένη εκεί ψηλά όπως στις λιθογραφίες.
Το αίμα κύλησε, στο σπίτι του Κυανοπώγωνα, -στα σφαγεία, – μέσα στα τσίρκα, όπου η σφραγίδα του Θεού χλόμιασε τα παράθυρα. Κύλησαν το αίμα και το γάλα.
Οι κάστορες έκτισαν. Τα ποτήρια του καφέ άχνιζαν μέσα στα μικρά καφενεία.
Μες στο μεγάλο σπίτι από γυαλί ακόμα μουσκεμένο τα παιδιά με τα πένθιμα κοίταξαν τις υπέροχες εικόνες.
Μια πόρτα χτύπησε, -και πάνω στην πλατεία του μικρού χωριού, το παιδί γύρισε τα χέρια του, και αντιλήφθηκε τους ανεμοδείκτες και τα κοκόρια των καμπαναριών από παντού κάτω από την εκκωφαντική βροχή.
Η Κυρία *** τοποθέτησε ένα πιάνο μέσα στις Άλπεις. Η λειτουργία και οι πρώτες μεταλήψεις γιορτάστηκαν στις εκατό χιλιάδες άγιες τράπεζες της μητροπόλεως.
Tα καραβάνια έφυγαν και το ξενοδοχείο Splendide χτίστηκε μέσα στο χάος των πάγων και της νύχτας του πόλου.
Από τότε το φεγγάρι άκουγε τα τσακάλια να σκούζουν απʼ τις ερήμους του θυμαριού,- και τα ποιμενικά ποιήματα φορώντας τσόκαρα να γκρινιάζουν μέσα στο φρουτόκηπο. Μετά, μέσα στο βιολετί δρυμό με τα μπουμπούκια, ο Εύχαρις μου είπε ότι ήταν η άνοιξη.
Κουφοί, λιμνούλα,- Αφρέ κύλησε πάνω στο γεφύρι και πάνω από τα δάση,- σεντόνια μαύρα και όργανα,- αστραπές και κεραυνέ,-ανεβείτε και κυλήστε,- Νερά και θλίψεις ανεβείτε και ζωντανέψτε τους Κατακλυσμούς.
Γιατί από τότε που έχουν εξαφανιστεί,- ω! οι πολύχρωμες κρυμμένες πέτρες, και τα λουλούδια ανοιχτά!- είναι μια πλήξη και η Βασίλισσα, η Μάγισσα που ανάβει τα κάρβουνά της μέσα στο πήλινο τσουκάλι, ποτέ δε θα θελήσει να μας διηγηθεί αυτό που εκείνη γνωρίζει και που εμείς το αγνοούμε.
………………………………………………………………………..
ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ
ΙΙΙ
Στο δάσος, υπάρχει ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματάει και σας κάνει να κοκκινίζετε.
Υπάρχει ένα ρολόι που δεν κτυπά.
Υπάρχει ένα έλος με μια φωλιά ζώων λευκών.
Υπάρχει ένας καθεδρικός ναός που κατεβαίνει και μια λίμνη που ανεβαίνει.
Υπάρχει ένα μικρό αμάξι παρατημένο μέσα στη λόχμη, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας με κορδέλες σκεπασμένο.
Υπάρχει ένα μπουλούκι μικρών ηθοποιών με κουστούμια, που διακρίνονται πάνω στο δρόμο μέσα από τις παρυφές του δάσους.
Υπάρχει τέλος πάντων, όταν πεινάμε και διψάμε, κάποιος που σας κυνηγά.
IV
Είμαι ο άγιος, σε προσευχή πάνω στην ταράτσα,- όπως τα ζώα τα ειρηνικά βόσκουν στη θάλασσα της Παλαιστίνης.
Είμαι ο επιστήμων στην πολυθρόνα τη σκοτεινή. Τα κλαδιά και η βροχή σπρώχνονται στα παράθυρα της βιβλιοθήκης.
Είμαι ο πεζοπόρος του μεγάλου δρόμου από τα χαμηλά δάση. Ο θόρυβος από τους υδατοφράκτες σκεπάζει τις πατημασιές μου. Βλέπω για πολλή ώρα τη μελαγχολική χρυσή μπουγάδα της δύσης.
Θα ήμουν για τα καλά το παιδί το παρατημένο πάνω στην προκυμαία τη φευγάτη για τη μεγάλη θάλασσα, ο μικρός υπηρέτης που ακολουθεί την δεντροστοιχία και που το μέτωπό του ακουμπά τον ουρανό.
Τα μονοπάτια είναι σκληρά. Τα βουναλάκια σκεπάζονται με σπαρτά. Ο αέρας είναι ακίνητος. Πόσο τα πουλιά και οι πηγές είναι μακριά. Ίσως είναι το τέλος του κόσμου, που ξεκινάει.
………………………………………………………………………
ΒΕΙΝG BEAUTEOUS
Μπροστά σε μια νιφάδα χιονιού μια Ύπαρξη της Ομορφιάς υψηλού αναστήματος. Σφυρίγματα θανάτου και κύκλοι υποχθόνιας μουσικής
ανεβάζουν φαρδαίνουν και τρεμουλιάζουν σαν ένα φάντασμα αυτό το λατρεμένο κορμί, κατακόκκινα και μαύρα τραύματα λάμπουν μέσα σε περήφανες σάρκες. Tα χρώματα τα καθαρά της ζωής σκουραίνουν, χορεύουν και ελευθερώνονται γύρω από το Όραμα πάνω στην αποθήκη. Και οι φρίκες σηκώνονται και βροντούν, και η τρελή νοστιμάδα αυτών των εντυπώσεων φορτώνεται με τα θανατηφόρα σφυρίγματα και με τις βραχνές μουσικές που ο κόσμος, μακριά πίσω από εμάς εκτοξεύει πάνω στη μητέρα μας της
Ομορφιάς,- αυτή υποχωρεί, ανασηκώνεται. Ω τα κόκαλά μας έχουν ξαναντυθεί μʼ ένα καινούργιο ερωτιάρικο κορμί.
*
**
Ω το σταχτί πρόσωπο, το παράσημο της αλογότριχας, τα κρυστάλλινα μπράτσα! Το κανόνι που πάνω του πρέπει να ριχτώ μέσα από το ανακάτεμα των δέντρων και του λεπτού αέρα.
…………………………………………………………………..
ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ
Είδα αρκετά. Η οπτασία αντάμωσε με όλους τους ανέμους.
Είχα αρκετά. Βοές των πόλεων, το βράδυ και στον ήλιο, για πάντα.
Γνώρισα αρκετά. Τα σταματήματα της ζωής. – Ω Βοές και Οπτασίες.
Αναχώρηση μέσα στην τρυφερότητα και στον καινούργιο θόρυβο.
…………………………………………………………………
ΖΩΕΣ
Μέσα σʼ ένα αχυρώνα που κλείστηκα στα δώδεκα μου χρόνια γνώρισα τον κόσμο, εικονογράφησα την ανθρώπινη κωμωδία. Μέσα σʼ ένα κελάρι έμαθα την ιστορία. Σε κάποια νυχτερινή γιορτή σε μια πόλη του Βορά συνάντησα όλες τις γυναίκες των αρχαίων ζωγράφων. Μέσα σʼ ένα γέρικο πέρασμα στο Παρίσι μου δίδαξαν τις κλασσικές επιστήμες. Μέσα σε μια μεγαλοπρεπή κατοικία πολιορκημένη απʼ ολόκληρη την Ανατολή αποτέλειωσα το απέραντο έργο μου και διάβηκα την λαμπρή μου μοναξιά. Ανακάτεψα το αίμα μου. Το καθήκον μου μού έχει ανατεθεί. Είμαι στʼ αλήθεια πέρα, από τον τάφο κι όχι παραγγελίες.
………………………………………………………………….
ΦΡΑΣΕΙΣ
ΟΤΑΝ ο κόσμος θα μικρύνει και θα γίνει μονάχα ένα δάσος μαύρο για τα τέσσερα κατάπληκτα μάτια μας,- σε μια αμμουδιά για δυο παιδιά πιστά,- σε ένα σπίτι μουσικό για την λαμπρή μας συμπάθεια,- εγώ θα σας συναντήσω.
…
*
Όταν είμαστε πολύ δυνατοί,- ποιος υποχωρεί ; πολύ χαρούμενοι,- ποιος γελοιοποιείται ; Όταν είμαστε πολύ κακοί,- τι θα κάνουν μαζί μας.
Στολιστείτε, χορέψτε, γελάστε.- Δε θα μπορέσω ποτέ να στείλω τον έρωτα απʼ το παράθυρο.
*
Τέντωσα χορδές από καμπαναριό σε καμπαναριό, γιρλάντες από παράθυρο σε παράθυρο, χρυσές αλυσίδες από αστέρι σε αστέρι, και
χορεύω.
*
Η λιμνούλα ψηλά συνέχεια αχνίζει. Ποια μάγισσα θα σηκωθεί πάνω στο λευκό ηλιοβασίλεμα ; Ποιά βιολετιά φυλλώματα θα κατέβουν ;
*
Την ώρα που τα δημόσια έσοδα κυλούν στις γιορτές της αδελφοσύνης, χτυπά μια καμπάνα φωτιάς ρόδινη μέσα στα σύννεφα.
*
Ζωογονώντας μια χαριτωμένη γεύση Σινικής μελάνης, μια πούδρα μαύρη βρέχει γλυκά πάνω στην αγρύπνια μου.- Λιγοστεύω τα φώτα του πολυελαίου, πέφτω στο κρεβάτι, και γυρισμένος προς τη μεριά της σκιάς, σας συναντώ κορίτσια μου! βασίλισσες μου!
…………………………………………………………………….
ΑΓΡΥΠΝΙΕΣ
Ι
Eίναι η ανάπαυση η φωτισμένη, ούτε πυρετός ούτε αδυναμία, πάνω στο κρεβάτι ή πάνω στο χωράφι.
Είναι ο φίλος ούτε φλογερός ούτε αδύναμος. Ο φίλος.
Είναι η αγαπημένη ούτε ενοχλητική ούτε ενοχλημένη. Η αγαπημένη.
Ο αέρας και ο κόσμος που καθόλου δεν τον ψάξαμε. Η ζωή.
– Ήταν λοιπόν αυτό;
– Και το όνειρο φρεσκάρισε.
……………………………………………………………………………
ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ
Οι άμαξες ασημένιες και χάλκινες –
Οι πλώρες ατσαλένιες κι ασημένιες –
Δέρνουν τον αφρό –
Ανασηκώνουν τα κούτσουρα απʼ τα βάτα.
Οι δρομείς του χερσότοπου,
Και τα απέραντα χνάρια της άμπωτης,
Τρέχουν κυκλικά προς τη δύση,
Προς τους στύλους του δάσους, –
Προς τις βάσεις του κυματοθραύστη,
Που η γωνιά του έχει χτυπηθεί από τους στροβίλους του φωτός.
…………………………………………………………………..
ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ
Ο χείμαρρος κουδουνίζει πίσω από τα καλύβια της κωμικής όπερας. Τα πολύφωτα προεκτείνονται , μέσα στα περιβόλια και στις δεντροστοιχίες τις γειτόνισσες του Μαιάνδρου, – τα πράσινα και τα κόκκινα της δύσης. Νύμφες του Ορατίου με χτένισμα αυτοκρατορικό,- Κυκλικοί χοροί της Σιβηρίας, Κινέζες της Μπουχάρας.
……………………………………………………………………….
ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ
Για πούλημα αυτό που οι Εβραίοι δεν έχουν πουλήσει, αυτό που ούτε η αρετή ούτε το έγκλημα το έχουν δοκιμάσει, αυτό που το αγνοούν ο καταραμένος έρωτας και η σατανική αγαθότητα των μαζών, αυτό που ούτε ο χρόνος ούτε η επιστήμη το έχουν αναγνωρίσει.
Οι φωνές που ξαναϊδρύονται, η αδελφική έγερση όλων των ενεργειών χορικών και ορχηστρικών και οι ακαριαίες τους εφαρμογές, η ευκαιρία, μοναδική, να ελευθερώσουμε τις αισθήσεις μας !
Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απʼ όλες τι ράτσες, απʼ όλο τον κόσμο, από κάθε φύλο, από κάθε καταγωγή ! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα ! Ξεπούλημα των διαμαντιών χωρίς εξέταση !
Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές !
Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν !
Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας. Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσεις., άμεση παράδοση.
Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες τέρψεις,- και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο-
και η τρομαχτική της ευθυμία για το πλήθος.
Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε. Οι πωλητές δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα ! Οι ταξιδιώτες δε χρειάζεται να δώσουν την παραγγελία τους τόσο νωρίς .
………………………………………………………………………..
FAIRY
Για την Ελένη έκαναν συνωμοσία οι χυμοί που καλλωπίζουν τα φυτά μέσα στις αγνές σκιές και οι ατάραχες διαύγειες μέσα στην αστρική σιγή. Η ζωντάνια του καλοκαιριού έδωσε εμπιστοσύνη στα μουγκά πουλιά και η απαιτούμενη τεμπελιά σε μια βάρκα του πένθους χωρίς αξία από τους όρμους των νεκρών ερώτων και των αρωμάτων που ξεθύμαναν.
-Μετά η στιγμή της ξεκούρασης των ξυλοκόπων γυναικών μες στη βοή του καταρράχτη, κάτω απʼ το γκρέμισμα του δάσους, η κωδωνοκρουσία των ζώων μέσα στην ηχώ των κοιλάδων, και κραυγές από τις στέπες .-
Για την παιδική ηλικία της Ελένης ανατρίχιασαν τα άβατα των δασών και οι σκιές,- και των φτωχών το στήθος, κι οι θρύλοι του ουρανού.
Και τα μάτια της κι ο χορός της ανώτερα ακόμη μέσα στα πολύτιμα θραύσματα, στις ψυχρές επιρροές, στη χαρά της διακόσμησης και της μοναδικής ώρας.
…………………………………………………………………………
ΙLLUMINATIONS ή ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ ονομάστηκαν οι πρώτες πεζές ξαφνικές εμπνεύσεις του Ρεμπώ. Είναι οι ποιητικές φωταγωγίες που μας χάρισε το παιδί θαύμα της Γαλλίας πριν η σκληρή πατρίδα του < μέχρι στη φυλακή τον βάλανε γιατί δεν έκοψε εισιτήριο στο τρένο> τον στείλει να ζήσει και να περπατά μακριά στην Αφρική . Ο Αρθούρος με αυτά τα ποιήματα κάνει προσπάθεια να εγκαταλείψει την ομοιοκαταληξία και εκτοξεύεται μέσα σε μια καινούργια αφηρημένη έκφραση . Βιβλίο τυχερό που γράφτηκε το 1872 και θα είχε εξαφανιστεί όπως άλλα κείμενα του Ρεμπώ αν δεν το παρουσίαζε ο φίλος του Βερλαίν , που είχε τα χειρόγραφα, το 1886. Ίσως ο άτυχος ποιητής που ζούσε στην Αιθιοπία να μην το είδε ποτέ τυπωμένο… Eκεί στην Αφρική το 1891 αρρώστησε βαριά. Γύρισε με δυσκολία στη Μασσαλία όπου του ακρωτηρίασαν το δεξί του πόδι. Σε λίγο καιρό πέθανε βασανισμένος στα χέρια της αδερφής του Ιζαμπέλ.











κι αν οι “εκλάμψεις” είναι “φωταγωγίες”, “φωταψίες”, “φωτοχυσίες” ποιός θα το τολμήσει; Ανήμερα των Φώτων, ο Κώστας Ριτσώνης μας “φωτίζει” στο ΠΟΙΕΙΝ με φρέσκιες μεταφράσεις των ILLUMINATIONS…
!!!!!!!!!
…με μια λέξη: κέντημα
“Ριτσώνιες” οι μεταφράσεις καθώς και το επίμετρο. Με αγάπη τον μεταφράζεις, τον πονάς σαν δικό σου παιδί. Πατέρα Ριτσώνη, εκτοξεύτηκε ο Αρθούρος και ξέχασε να γυρίσει. Σε ευχαριστούμε. Να τον κάνεις βιβλίο ολόκληρο, να μας τον φέρεις και πάλι σαν φρέσκο ψωμί.
“Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε.” Έξοχα!
Στο ΠΟΙΕΙΝ και τον Κ. Ριτσώνη ευχαριστίες πολλές για τη μετάφραση και την παρουσίαση. Ίσως σε μια επόμενη “ανάρτηση’ θα μπορούσαν να έχουν θέση και ποιήματα εμπνευσμένα από την ποίηση και τη ζωή του
Jean Nicolas Arthur Rimbaud.
Ενδεικτικά, από τη μακρά συνοδοιπορία δημιουργών της νεοελληνικής ποίησης παραθέτω το ακόλουθο:
ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ ΕΝΑ ΔΟΝΤΙ ΜΟΝΟ
(ΑΡΤΥΡ ΡΕΜΠΩ)
Όσο κοιτώ που αυτό το γράμμα είχε σταλεί
πριν δεκαπέντε μήνες προς έμενα
γραμμένο από μένα και το παίρνω
μόλις πριν από λίγο και τ’ ανοίγω
και βρίσκω κούφια πράματα, τεντώνω
τις τελευταίες μου χορδές. Επικαλούμαι
τ’ ολίγο που μ’ απόμεινε όνομα
στην κάμαρη με τα θρασίμια,
μ’ εμπόρευμα ένα δόντι μόνο
που θα το παραλάβει ο Αζραέλ,
ο μαύρος καβαλάρης, συστημένο.
Τριγύρω τ’ ακατοίκητα φαντάσματα
ψοφούν, διψούν, τρελαίνονται,, λυσσάζουν
με δόντια και με νύχια να τρυπώσουν
σε μια ψυχή -χωλαίνοντας- και σ ένα σώμα.
Κι εγώ σαν πρωτομάστορας παρήγγειλα
ξύλινο πόδι ελαφρό μπογιατισμένο
και παραγεμισμένο με τα γνάφαλα
κατασκευή πρώτης γραμμής (50 φράγκα).
Τι να το κάνεις; Τέρμα οι ιππασίες.
οι κάμποι, τα βουνά, οι ποταμοί κι οι θάλασσες.
Δίνω το δόντι μου και τη βερνικωμένη
ακόμα δίνω πατερίτσα μου,
ω, πέστε μου ποιαν ώρα,
Διευθυντά των Θαλασσίων Μεταφορών,
θα πρέπει, να μεταφερθώ στο πλοίο.
Οκτώβρης 1991
Κυριάκος Χαραλαμπίδης, συλλογή Κυδώνιον Μήλον, Αθήνα 2006
ΕΝΤΟΣ ”KATAKΛΥΣΜΟΥ” ΤΟΤΕ, ή μήπως… και τότε;
Πάσχα 1967. Στρατόπεδο Αράξου. Μόλις χούντα.
Νύχτα βαθιά. Γερμανικό νούμερο. Υπηρεσία ενέδρας σε όρυγμα .
Διαβάζουμε Αrthur Rimbaud. ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ. Με το απαγορευμένο φως ενός φακού. Στις 4πμ έγινε η αλλαγή. Εμάς είχε πάρει το μυαλό μας αέρα. Ξετρυπώσαμε ένα κουτί γκρι λαδομπογιά, μασήσαμε ένα κομμάτι καλάμι για να φτιάξουμε πινέλο και ”γράψαμε συνθήματα”.
Κάτι σκίτσα σαν το Χριστό του Ντύρερ με το αγκάθινο στεφάνι και το αίμα να στάζει. Όπου μπορούσαμε. Σε τοίχους, σε σκηνές, σε μάντρες. Μέχρι το ξημέρωμα. Κι΄ ύστερα τρυπώσαμε στις τουαλέτες. Σε λίγο θα ξυπνούσε το στρατόπεδο. Μπορεί να ήταν πράξη αντίστασης, ίσως η πρώτη, αλλά κανείς δεν το πήρε χαμπάρι. Μόνο η καρδούλα μας.
Από τότε δεν έχω ξαναδιαβάσει RIMBAUD.
Τώρα κρατώ αυτό το ίδιο βιβλιαράκι στα χέρια μου.
Έκλάμψεις. Μετάφραση Αλέξη Ασλάνογλου. Εκδόσεις ”πανδώρα”. Σαρανταπέντε χρόνια σχεδόν μετά δεν κάνω συγκρίσεις. Απλώς η πολύ καλή και φρέσκια δουλειά του Κώστα Ριτσώνη μου θύμισε μια στιγμή της νιότης χαμένη εντός. Ελπίζω και κάποιοι άλλοι, οι σύντροφοι εκείνης της βραδιάς, να διαβάζουν ΠΟΙΕΙΝ όπου κι΄ αν βρίσκονται.
Και του χρόνου με πιότερο φως και νερά γοητευτικότερα .
Τώρα λέγω να κοπανήσω δυο τρία τσίπουρα, έτσι κρυφά στο δωμάτιο μου κλειδωμένος, μη με πάρουνε χαμπάρι στο σπίτι. Εδώ δεν είναι στρατόπεδο Αράξου. Έχουν γνώση οι φύλακες. Θα το γνωρίζουμε το Ποιειν, ο Ριτσώνης, ο Ρεμπώ και γω. Δύσκολη νύχτα.
αυτές οι μαμάδες και όχι οι σκλήρες πατρίδες στείλαν τα αγόρια τους στα ξένα…κι εγώ πάντα συνομιλώ μαζί της…της ζητώ συγνώμη γιατί δεν πρόκοψα στη ζωή μου…φτηνά τη γλίτωσα…
παρολίγο να πάω για δουλεία στη Λιβύη…δεν την άκουσα …τώρα θα ήμουν πλούσιος και πετυχημένος…Γιώργο είσαι ψυχίατρος