Εις μνήμην Νικολάου Καρούζου
«ΟΙ ΤΟΙΧΟΙ»

Πρόκειται για έναν τοίχο με μια υγρασία ανυπόφορη.
Οι θερμές σιωπές, οι σκιές που στεγνώνουν κατοικούν εκεί.
Κοιτώ τον άνθρωπο που γράφει, γυρτός σαν μια τεράστια κούραση.
Ο μάυρος σκελετός των γυαλιών, προσδίδει στο βλέμμα το κάρβουνο των αγιών
στις εικόνες των ναών, στις γωνιές των δήμων.
Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν πέρα από τους ανθρώπους
και πέρα πολύ από τα υπερυψωμένα σπίτια με τις στριμωγμένες προσόψεις
και τους ανυπόληπτους νεκρούς.
Μιλώ για εκείνους που ξερνούν στάχτη από τα χέρια και επιβιώνουν,
υποκύπτοντας στον ενστικτώδη, πια ρυθμό των αναπνοών.

«ΤΡΟΧΙΕΣ»

Στην πόλη μου σμήνη αποδημητικών πουλιών, διαγράφουν απελπισμένες, ελλειπτικές τροχιές πάνω από τις αιχμηρές στέγες.

Στην πόλη μου ο ουρανός στάζει μολύβι και μονάχα φθαρμένες, πολύχρωμες κορδέλες ανεμίζουν τρομαγμένες , πάνω από δρόμους σιδερένιους, πέρα, στα δυτικά όρια των συνοικιών.

Στην πόλη μου οι νεκροί κηδεύονται με τιμές ηρώων, πάντα συνοδευόμενοι από τα κατάσχιστα κουρέλια των ιδανικών.

Στην πόλη μου οι γυναίκες κρεμούν ματαιωμένες ευχές και όνειρα στα πνιγηρά μπαλκόνια των ακάλυπτων χώρων.

Στην πόλη μου, στην περίφημη, ετούτη πόλη αντηχούν οι ίσκιοι στραγγαλισμένων φωνών και πάντα η ελπίδα διατηρεί τον πορφυρό, εκπληκτικό χρωματισμό των σωστικών φωτοβολίδων.

Στην πόλη μου οι λαϊκές πάροδοι μοιάζουν γεμάτες από αψίδες κατεστραμμένες και σύμβολα σπασμένα, υπατικά.

Στην πόλη μου,-για την πόλη μου μιλώ-, ο ορίζοντας ψιθυρίζει τη μόνη απόκριση των καιρών και οι ανθρωπότητες διαβαίνουν ολομόναχες μέσα από σάρκινα χαλάσματα, μέσα από φυλακές, δίχως πόρτες, δίχως παράθυρα, δίχως καμιά οδό διαφυγής.

ΕΡΗΜΟΣ

Η πόλη ερήμωσε. Τα καταστήματα με τα σκονισμένα, ανεπίδοτα εμπορεύματα, τα καφενεία των πεζοδρομίων με τα μεταλλικά τραπέζια και τις ξεθωριασμένες, ξύλινες καρέκλες. Όλα ερήμωσαν. Τα παιδιά που γυρόφερναν την είσοδο του ναού με τα μαρμάρινα σκαλοπάτια, τώρα χάθηκαν μες στους ατελείωτους, σιδερένιους δρόμους. Ναι, οι δρόμοι είναι σιδερένιοι και έρημοι, όπως τα σκουριασμένα πλοία που κοιμούνται χρόνια τώρα στους παμπάλαιους λιμένες.
Η πόλη ερήμωσε. Η γυναίκα με το ψάθινο καπέλο και το φόρεμα που είχε πάντα κεντημένα τα άνθη κάποιας καλοκαιρινής μνήμης, χαμήλωσε το πρόσωπο και σώπασε, κομψά βαλμένη στη γνώριμη θέση της. Ο κόσμος, καθώς και εκείνη η γυναίκα με τα διαλυμένα μάτια, τέλειωσαν πρόσφατα με ένα ,μονάχα, λυγμό. Και έπειτα, τα πουλιά, με τους μυριάδες ορίζοντες ξεχύθηκαν στον κόσμο αφού πια δεν υπήρχε η γυναίκα με τα καλοκαιρινά άνθη για να φροντίσει τις αγωνίες τους.
Η πόλη ερήμωσε. Τώρα πια κρίμματα και ψεύδη αλυχτούν μες στα σπίτια. Στις αιχμηρές σκεπές με τους σκουριασμένους ανεμοδείκτες υπάρχουν χαλκωμένες μνήμες, ξεσχισμένες σημαίες, αγόρια με ταμπούρλα που περιμένουν τον αιφνίδιο ερχομό του Άρεως. Βλέπεις, οι άνθρωποι έμαθαν πια να ξεχωρίζουν τους καιρούς. Συνήθισαν να αντέχουν δίχως προσδοκίες, δίχως κάποια θανάσιμη αποφυγή. Συνήθισαν να αντέχουν δίχως καμιά επίφαση ελπίδας. Οι άνθρωποι, έμαθαν πια να υπομένουν τις ταφές και τα παράλογα πρωινά.
Η πόλη ερήμωσε. Ησύχασαν οι ταραγμένες πλατείες με τα λάβαρα και τους θλιμμένους μετανάστες. Ερήμωσαν τα υπουργεία, οι στρατώνες, τα σπουδαία μέγαρα, τα περιστύλια, οι δημόσιοι κήποι με τα φερέγγυα αγάλματα. Όλα μοιάζουν να ερήμωσαν. Και μες σε τούτη τη σιωπή των ατελείωτων χειμώνων το σώμα σου, το δικό σου σώμα, ένα παρατημένο κουφάρι μοιάζει αφημένο στο ικρίωμα της ανάγκης. Το γερασμένο στόμα σου χάσκει και είναι ετούτη η μορφή σου μια έκπληξη, σαν εκείνη που τρομάζει τα σύννεφα και εκείνα σκορπάνε στα μυριάδες παραθύρια. Η πόλη ερήμωσε. Το σώμα σου γεμάτο μολύβι και κόσμο σωριάζεται δίχως αμφιβολία πλάι στα σφραγισμένα πηγάδια με τη λέπρα της λήθης στα τοιχεία και τις αναρίθμητες αντηχήσεις των ξένων νεκρών. Η πόλη ερήμωσε και εσύ, πάνε χρόνια τώρα που κρατείς μονάχα τον πεθαμένο ορίζοντα της γης. Η στάχτη σου, αγίασμα από παλιές, αλησμόνητες φωτιές.
Η πόλη ερήμωσε. Όπως ερημώνουν οι σταθμοί τις μικρές ώρες, με τους περίεργους φόνους και τις ύποπτες συναλλαγές, όπως ερημώνει μια θέση στο τραπέζι, όπως ερημώνει ξαφνικά η κάμαρα, με τις απώλειες των ερώτων, με τις απώλειες των ανθρώπων.
Η πόλη ερήμωσε. Η φωνή σπασμένη σε θραύσματα και η μορφή σου ένα σήμα ασθενικό στο αστικό οροπέδιο. Η πόλη ερήμωσε.

«ΒΡΑΔΙΝΗ ΠΟΡΕΙΑ»

Κατ΄αρχάς θα περισυλλέξω από το τραπέζι τα ψίχουλα των προσδοκιών.
Θα τακτοποιήσω το μικρό δώμα, με τη θέα προς το μεγάλο δρόμο, εκείνο που αιώνες τώρα φιλοξενεί διαβάτες θλιμμένους, ανθρώπους νικημένους, πιστούς ακολούθους των καιρών.
Θα περπατήσω σιμά στη σιωπή, κάτω από ντροπιασμένα φώτα, δίπλα σε σφραγισμένα πηγάδια, κάτω από τα σκισμένα λάβαρα των λησμονημένων επετείων.
Μονάχα σαν γονατίσει η αυγή πάνω στα ανθρώπινα είδωλα θα επιστρέψω στη σκοτεινή κάμαρη με τις αρχαίες δημιουργίες, τους λυπημένους τοίχους.
Θα κοιτάξω για άλλη μια φορά το παραμορφωμένο παραπέτασμα του κόσμου, έτσι όπως φαίνεται μέσα από τις μυριάδες ψηφίδες κάποιας κίτρινης βροχής.
Με τρόπο σεπτό και ταπεινό, καθώς αρμόζει θα λάβει τέλος άλλη μία από εκείνες τις περίφημες, νύκτιες τελετές της ενηλικίωσης.
Η νύχτα τότε, -να θυμάσαι πως σου μιλώ σε τόνο βραδινό-, άλλη μια νύχτα, θα σωριαστεί νεκρή πλάι στα παμπάλαια απογεύματα, πλάι στα σώματα των επερχόμενων ημερών.

ΤΟΠΙΟ 2Α

Πολλοί άνθρωποι μαζί αποφάσισαν να ρίξουν τον παλιό μαντρότοιχο. Ήταν ένας τοίχος παλιός. Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι τοίχοι στην πόλη. Κανείς δεν προσέχει την ύπαρξή τους. Δεν κλειδώνουν τη θέα, δεν εμποδίζουν τη διέλευση των καιρών. Όχι. Οι τοίχοι αυτοί μοιάζουν να ξέμειναν από κάποια σύνορα παλιά. Γιατί οι άνθρωποι πάντα χάραζαν καινούριες γραμμές, με ένα διάφανο χρώμα που είχε την ένταση του αίματος και έπειτα στέριωναν τις μάντρες με αυτό το τόσο ανθρώπινο υλικό. Έπειτα ανοίχτηκαν ανήσυχες πλατείες, τα παιδιά σκόρπισαν, κάποιος πυροβόλησε στον ουρανό, σχημάτισε ένα σύννεφο από ψεύτικο μάρμαρο και άνεμο. Οι άνθρωποι χυμούν στους παλιούς τοίχους. Κάποιος θα πάψει τον αγώνα, θα διαβάσει τα συνθήματα που έχουν χαλάσει από τις βροχές και τα χιλιάδες χέρια, τα άγρια χέρια να σχηματίζουν άγριες μέρες. Οι άνθρωποι θα μείνουν στις επάλξεις για χρόνια. Πίσω από τα οδοφράγματα. Θα φωνάζουν και πάντα θα εμψυχώνουν εκείνους που χτυπούν τις πέτρες και θέλουν να τις ρίξουν, όπως ρίχνει η τσεκουριά το επιβλητικό δέντρο και ύστερα ένας άντρας με πελώρια μαλλιά και πελώρια μάτια και πελώρια θλίψη. Ο άντρας αναλαμβάνει να κουβαλά το δέντρο. Υπάρχουν πολλά κοιμητήρια με άλλα δέντρα και άλλους ίσκιους και τις μάντρες. Να χωρίζουν τις κοιλάδες και τους οικισμούς από το φοβερό χαμό. Η μάντρα, το κυπαρίσσι, ο ήλιος, ένα πανέρι με το ψωμί, ένα παλιό σίδερο που πάλεψε με τη σκουριά και ύστερα πέθανε με φριχτά ουρλιαχτά και αλλόκοτες στρεβλώσεις. Οι άνθρωποι με άναρθρες κραυγές πεινασμένων ζώων, έχουν για μάτια δυο κατακόκκινα ολοκαυτώματα. Τα πρόσωπα θυμίζουν φοβερά ολοκαυτώματα, τα αγκάθια βαθιά στα σώματα καίγονται. Και μαζί εκείνα που περισσεύουν από τις ψυχές. Γιατί πάντα οι ψυχές ακολουθούν το νόμο των σωμάτων και έτσι γεννούν και έπειτα περιφρονούν τις ακαθαρσίες, τα αγκάθια που κάηκαν μες στους μαύρους κύκλους περιφρονούν. Οι τοίχοι σύντομα θα καταρρεύσουν. Οι τοίχοι πάντα καταρρέουν. Τώρα όλοι σωπαίνουν. Τα εμβατήρια θα πάψουν. Οι επίσημοι σφίγγουν τα χέρια. Σφίγγουν γερά τα καλά ακονισμένα χέρια. Κανείς να μην δει τα γαμψά νύχια που μεγάλωσαν μετά από τόσους χειμώνες και θύματα, θαμμένα μες σε παλιούς κήπους που έχουν φυτά με λαιμούς σπασμένους και το χώμα ανοίγει σε μυριάδες κατευθύνσεις. Τώρα φαίνονται τα παγωμένα πρόσωπα των νεκρών. Με τα ρωμαϊκά ρούχα, τα ξίφη, τα αρχαία αγγεία ενός ρυθμού θηλυκού. Κανείς δεν μιλά. Εντός των τειχών υπάρχει μια ξεχασμένη φρουρά. Οι άντρες, στέκουν γερασμένοι. Επαναλαμβάνουν ένα λόγο ακατάληπτο. Φορούν στολές από δέρματα ζώων και μάσκες με μεγάλες, λευκότατες μετώπες. Σχηματίζουν αψίδες από κραυγές, χαράζουν κύκλους με τα δάχτυλα στο χώμα. Κανείς από τους ανθρώπους δεν μιλά. Το θέαμα φαίνεται αλλόκοτο. Η ύπαρξη των οπλιτών δεν ήταν σε κανέναν γνωστή. Οι τοίχοι όμως τώρα έχουν πέσει. Οι στρατιώτες θα αναλάβουν το γνώριμο έργο τους. Κραδαίνοντας τα όπλα θα επιτεθούν. Μια νύχτα, σαν τίποτα και σαν σιωπή θα έρθει να πλαγιάσει στη γη. Οι στρατιώτες εκτέλεσαν το πολεμικό καθήκον. Το παιδί που σώθηκε δεν μπορεί να μιλήσει. Οι άλλοι το ρωτούν επίμονα. Κρατούν τους ώμους του και φωνάζουν, Εκείνο δεν αποκρίνεται. Μιλά μια γλώσσα βουβή, σαν των πραγμάτων που πεθαίνουν μες στα σπίτια και δεν έχουν πια ενοίκους, γιατί εκείνοι μίσεψαν μετά τον πόλεμο και δεν θυμούνται πια τις γειτονιές και τον αδερφό που έπεσε εμπρός από τον τοίχο με ένα σημάδι ανάμεσα στα μάτια και ένα πορφυρό χνάρι στο πουκάμισο, λίγο κάτω από το σταυρό, με το χρώμα του σταριού, να πέφτει σαν χάδι στο στήθος που ψήνεται από ήλιους. Οι μυστικοί νεκροί θάβονται. Οι στρατιώτες χτίζουν ξανά τα τείχη. Με υλικά από τα έρημα σπίτια και τα σπασμένα μνήματα που ταξιδεύουν, καθώς άσπρα καϊκια με κορδέλες και σημαιάκια σε μια θάλασσα πάντα ανοιχτή και πάντα γαλάζια, γιατί ο ουρανός χύνεται στη θάλασσα και έπειτα εκείνη σαν τη γυναίκα τον γεννά. Κανείς πια δεν θυμάται. Αύριο, όταν οι δρόμοι θα έχουν ησυχάσει, θα συρρεύσει το πλήθος με το αρπακτικό του βάδισμα. Και θα θερίσει τα ίδια τείχη, Και θα βρει μια ίδια απειλή. Ελένη, πες μου πως ξέρεις για ποιο πράγμα σου μιλώ. Και πες μου πως ξέρεις, τι ρήμαγμα είναι η μοναξιά ενός σπιτιού κλειδωμένου και μιας πορείας που κανείς νιώθει στο τέλος πως έκανε μόνος. Κάθε βράδυ, ελπίζω πως κάποιοι που γλίτωσαν θα ανάψουν μικρές πυρκαγιές στους λόφους και θα δείξουν τους δρόμους. Και έπειτα θρηνώ εκείνο το κορίτσι Ελένη. Θαρρώ πως την έλεγαν Ελένη. Σαν και εσένα. Και όλο έπαιζε με στεφάνια από ήλιο και στεφάνια από κάποια άνοιξη. Στο παλιό στρατόπεδο με τα σχήματα των νεκρών να σαπίζουν ακόμα, πόσα χρόνια τώρα ανάμεσα σε λάσπες και λησμονιές.

«ΟΙ ΓΡΑΦΕΣ»

Το σπίτι που ήταν ένα όστρακο νεκρό, καρφωμένο στη θάλασσα του κόσμου.
Και ένας άνδρας που έχει ακουμπήσει τα νικημένα χέρια στο τραπέζι.
Και γύρω τα πρόσωπα των νεκρών μες στα ξύλινα πλαίσια
που αφήνουν πάντα ένα χνάρι καφετί.
Το ανθρώπινα και τα παλιά έχουν πάντα μιαν απόχρωση καφετιά.
Λευκά τα χαρτιά, άγραφα, με ένα άσπρο σαν από μεσημέρι και σαν από μνήμα. Γιατί οι λέξεις και τα χρόνια χαράζονται πια μόνο σε μνήματα.
Θα εξέλθει του σπιτιού με τους λυπημένους τοίχους.
Πέρα τα εξόριστα δέντρα με τους ασβεστωμένους κορμούς.
Με τα χέρια εκείνος θα σχηματίσει αρχαία επώνυμα, στίχους ατελείς.
Και έπειτα θα σταθεί να ακούσει τα δέντρα που μιλούν με λέξεις πράσινες.
Τα άσπρα χαρτιά θα παραμείνουν άγραφα, μες σε μια σαβανωμένη αταραξία. Από το μεγάλο παράθυρο με τα τέσσερα μάτια που τώρα καίγονται
γιατί πάντα τα απογεύματα πεθαίνουν,
οι κορμοί και τα λοξευμένα συνθήματα φαίνονται τώρα που ματώνουν
με ένα κόκκινο βαθύ και επισκοπικό.

«Η ΟΔΟΣ»

Πέρασα ανάμεσα από τα σπίτια, ανάμεσα από τους δρόμους και τους ανθρώπους πέρασα.
Τα σπίτια είχαν κάτι παράξενο, σαν ανθρώπινο.
Μα δεν τολμώ πια να θυμάμαι εκείνους που τώρα έπαψαν.
Τράβηξα ίσια κατά το δρόμο με τις φωλιές.
Τα αρχαία χέρια μου είναι δεμένα με εκείνα των υπολοίπων.
Υπάρχει ένας ίδιος δρόμος και ένας ίδιος πόνος και ο δρόμος που τραβά μοιάζει απέραντος, καθώς όλες οι πορείες.
Κρατώ στον κόρφο μου το μεγαλοπρεπές βάρος των ήλιων.
Εμπρός μου αποκαλύπτονται τα τεράστια μεγέθη των αυγουστιάτικων μεσημεριών.
Ο νέος με τη σινδόνη θυμίζει έντονα κάποιο οικείο πρόσωπο.
Η κερένια του υφή, το στόμα που ακούγεται να μιλά πάντα βουβό, τα μαλλιά του που μάκρυναν
και έδειραν τους ώμους, έπνιξαν τις πεταλούδες που κάποτε έβρεξε ο καιρός.
Πέρασα ανάμεσα από τα σπίτια, ανάμεσα από τους δρόμους και τους ανθρώπους πέρασα.
Μα τίποτα και κανείς δεν με συγκράτησε.
Και ο δρόμος τέλειωσε και εγώ σωριάστηκα και πέθανα.
Εγώ, το στερνό των αμαρτημάτων.
Ο άνεμος που φυσά λικνίζει τα άδεια κλουβιά των πουλιών.
Πριν το τέλος όλα επιδεικνύουν μια ανεκτική τρυφερότητα.
Μα οι φωνές δεν είναι ήσυχες σαν μανάδων, μα τραχιές και εκκωφαντικές, κραυγές ικκέτιδων. Εκείνες μόνο θυμάμαι.
Εγώ ο τελευταίος άνθρωπος, η τελευταία οδός.